Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Αντώνης Σαμαράκης "Το Λάθος"


Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας που αγαπά να "ξεθάβει" μέσα από τον εχθρό τον άνθρωπο. Παρόλο που η σκληρή πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από μία τέτοια εκδοχή, θεμιτό είναι να υπάρχει στην ψυχή κάποιου που χαρακτηρίστηκε διόλου τυχαία "αιώνιος έφηβος". Και επειδή ζητείται ελπίς, καλό είναι η ψυχή αυτή να εκφράζεται απλόχερα ειδικά όταν κάτι τέτοιο κάνει καλό σε άλλες τρυφερές και νεανικές ψυχές. Γιατί είναι αναγκαίο για τη νεανική ψυχή να μάθει τι σημαίνει αυταρχικό και ανελεύθερο καθεστώς, γιατί είναι αναγκαίο να μάθει με ποιον τρόπο ακριβώς μπορεί να χάσει τα δικαιώματά του, γιατί είναι αναγκαίο να χτίσει ιδεολογία, όποια και αν είναι αυτή, αρκεί να ξέρει τι είναι ηθικό και τι δεν είναι. Πέρα από όλα αυτά που μάλλον τετριμμένα μου φαίνονται τελικά γι' αυτόν τον κλασικό εκπρόσωπο της μεταπολεμικής γενιάς, επειδή ακριβώς φαντάζομαι ότι μπορεί κανείς να τα διαβάσει οπουδήποτε, "Το Λάθος" είναι ένα σημαντικό βιβλίο, όχι μόνο γι' αυτά που αποπνέει, αλλά και γιατί διαθέτει ακόμη έξυπνη αφηγηματική τεχνική που κινείται στην εναλλαγή της οπτικής γωνίας μεταξύ των δύο ηρώων. Ο Σαμαράκης λοιπόν καταπιάνεται με τη "στημένη" συνάντηση δύο αντρών, ενός υπόπτου για την υπονόμευση του καθεστώτος και του φύλακά του, του ανθρώπου που είναι δηλαδή γρανάζι στη μηχανή του καθεστώτος. Η συνάντηση λοιπόν αυτή είναι στημένη γιατί δεν είναι ηθελημένη, ο ύποπτος βρίσκεται υπό κράτηση και μεταφέρεται στα κεντρικά γραφεία της ανάκρισης. Η μεταφορά γίνεται ταξίδι και νυχτερινή διαμονή, τουτέστιν απαιτεί χρόνο. Ο χρόνος έχει διπλό σκοπό, δίνει αφενός την ευκαιρία στον κρατούμενο να δραπετεύσει αποδεικνύοντας έτσι την ενοχή του, αφετέρου δίνει επίσης την ευκαιρία στους δύο άντρες να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Η εναλλαγή της αφήγησης από τη μία οπτική γωνία στην άλλη πετυχαίνει να σκιαγραφήσει τους χαρακτήρες εν γένει, τους χαρακτήρες της εκάστοτε στιγμής με όσα τυχαία ή μοιραία μπορεί να φέρει "η κακιά ώρα", τέλος να φορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη.
Ο συγγραφέας στήνει επομένως μιαν ιστορία τέτοια που να τον βοηθήσει να βγάλει για άλλη μια φορά τον άνθρωπο από τον εχθρό (τον ονομάζω για δεύτερη φορά εχθρό με πολύ μεγάλη προσοχή, για να μην τον χαρακτηρίσω κάτι βαρύτερο φίλε αναγνώστη). Όλα αυτά εν ολίγοις με αφήνουν στο τέλος με την πικρή γεύση του σκεπτικισμού και της καταραμένης δυσπιστίας (ίσως να μην είμαι και αιώνια έφηβη), ωστόσο είναι μία αντιμετώπιση που θαυμάζω πολύ και τελικά, έστω και πρόσκαιρα (πριν αρχίσει δηλαδή η πραγματικότητα να με περιτριγυρίζει) αισθάνομαι βαθύτατη συγκίνηση κάθε φορά που φτάνω στο τέλος του βιβλίου.
*Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για την τύχη "Του Λάθους" στο εξωτερικό κυρίως, ανακάλυψα ότι στα 1975 γυρίστηκε ταινία γαλλικής παραγωγής με τον Μισέλ Πικολί που βασίστηκε στο βιβλίο του Σαμαράκη. Ελπίζω να τη βρω και να ικανοποιήσω την περιέργειά μου...



Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Η Αγκάθα Κρίστι και το βιβλίο "Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροιντ"

Τα βιβλία της εκτιμώνται ότι έχουν πουλήσει μέχρι τώρα 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στη μητρική της γλώσσα και περίπου άλλα τόσα σε άλλες 103 γλώσσες. Αν και επιδόθηκε σπανιότερα σε διάφορα θέματα, όπως το ρομαντικό μυθιστόρημα, τίποτε δεν γνώρισε την τεράστια επιτυχία του αστυνομικού μυθιστορήματος. Έγραψε σκιαγραφώντας σταθερούς χαρακτήρες σε όλο της το έργο, εν ολίγοις δεν εξαφάνισε τους ήρωές της, αντίθετα τους κράτησε ζωντανούς με την ειδοποιό διαφορά που διακρίνει τον καθένα να στέκεται ως η κορωνίδα της κάθε ιστορίας. Η ίδια μαρτυρεί στην αυτοβιογραφία της: "Γιατί να μην κάνω τον ήρωά μου Βέλγο; Τον φαντάζομαι καθωσπρέπει και μικροσκοπικό άντρα, να τακτοποιεί συνεχώς τα πράγματα και να του αρέσει να τα τοποθετεί κατά ζεύγη, να του αρέσουν οι γραμμικές τετράγωνες μορφές και όχι οι κυκλικές, και φυσικά να είναι έξυπνος...." μιλώντας για τον θρυλικό Ηρακλή Πουαρό και ακόμα: "Δεν υπάρχει ίχνος αγένειας σε αυτή τη γυναίκα, απλώς δεν εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Παρόλο που περιμένει το χειρότερο, πάντα αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με ευγένεια" μιλώντας για την απλή αυτή κυρία που κάθε άλλο παρά ντετέκτιβ την φαντάζεται κανείς, τη δεσποινίδα Μαρπλ. Και άλλοι πολλοί ήρωες γεννήθηκαν και επέζησαν κυρίως με τη βοήθεια των βιβλίων και όχι τόσο του κινηματογράφου, όχι τουλάχιστον όσο οι δύο πρώτοι, οι Τόμι και Τούπενς, ο Πάρκερ Πάιν, ο Χέιστινγκς...άλλοτε εμφανίζονται ως εραστές της περιπέτειας, άλλοτε δεν διεκδικούν τον τίτλο του ντετέκτιβ, αλλά μπορούν να διαβάσουν την ανθρώπινη ψυχή, άλλοτε, αν και δεν  μπορούν να συναγωνιστούν την εξυπνάδα του σχολαστικού Βέλγου, έρχονται ως αρωγοί στο έργο του. 
Η επιβλητική παρουσία της δαιμόνιας συγγραφέως
Όλα αυτά τα πρόσωπα είναι η Αγκάθα Κρίστι. Η Αγγλίδα συγγραφέας γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890. Κατά τη διάρκεια μιας γεμάτης ζωής που της χάρισε δύο γάμους και μια κόρη έγραψε 80 αστυνομικά μυθιστορήματα και μερικά ακόμα, κυρίως ρομαντικά. Πέθανε (πιθανώς γεμάτη και ευτυχισμένη) το 1976 στις 12 του Γενάρη. Η ίδια η σύλληψη κάθε ιστορίας είναι σαφώς από μόνη της ένα σπουδαίο επίτευγμα, παρόλο που δεν αποφάσιζε ποτέ ποια θα ήταν η ταυτότητα του κάθε δολοφόνου παρά μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο. Μάλιστα, επειδή λάτρευε το στοιχείο της έκπληξης, επέλεγε εκείνο τον χαρακτήρα που ήταν όσο το δυνατόν λιγότερο ύποπτος και ύστερα προχωρούσε σε διορθώσεις στα προηγούμενα κεφάλαια. Τίποτε όμως δεν συγκρίνεται με την αιτία τούτης εδώ της ανάρτησης:

"Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροιντ;" Ο γιατρός και αφηγητής Τζειμς Σέπαρντ γίνεται ο βοηθός του Ηρακλή Πουαρό σε μία ιστορία φόνου δίχως προηγούμενο με ένα εξαιρετικά ανατρεπτικό τέλος, που δεν υπακούει στις κλασικές τεχνικές της Κρίστι και για το οποίο φυσικά δεν μπορώ να μιλήσω, αν και έχω πολλά να πω κυρίως περί της ταύτισης του αναγνώστη με το βιβλίο και περί των συναισθημάτων που γεννώνται αυθόρμητα στο τέλος, τα οποία μόνο έντονα και αντιφατικά μπορώ να τα ονομάσω. Σήμερα το έργο αυτό θεωρείται το αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι και αξίζει (πραγματικά, πρέπει, οφείλει, βαθιά και δυνατά) να το ζήσει κάθε λάτρης (ή όχι) του είδους. Και προς Θεού, μην έλθει σε επαφή με πηγές γνώσης του τέλους, μακριά από το διαδίκτυο, από βιογραφίες της Κρίστι, από φίλους που το έχουν διαβάσει και από μένα...

Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Είναι γέρος. Είναι απεχθέστατα κακός. Είναι τσιγγούνης, πολύ τσιγγούνης, ο πιο σπαγκοραμμένος χαρακτήρας που έχει γραφεί ποτέ. Μισεί τα Χριστούγεννα. Μισεί τον ανεψιό του, μισεί τη ζωή του. Είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο πιο αγαπημένος ήρωας παραμυθιού που γνώρισα ποτέ. Ο αγαπημένος γιατί κάνει λάθος. Γιατί σφάλλει και πληρώνει γι΄αυτό. Ο αγαπημένος, γιατί μαθαίνει από τα λάθη του με τον πιο μαγικό τρόπο και γιατί στο τέλος το παραμύθι αυτό είναι το παραμύθι της συγχώρεσης και της αγάπης. Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ταυτίζεται κανείς με τόση άνεση ελπίζοντας ότι στο τέλος θα σωθεί η ψυχή του, όσα και αν είναι τα σφάλματα του (κι ας μην είναι ένα από αυτά η τσιγγουνιά). Και επειδή εδώ ο κινηματογράφος, το BBC και ό,τι άλλο έκαναν το θαύμα τους, ονειρεύομαι το μεσημέρι της δεύτερης μέρας των Χριστουγέννων ήδη (όχι την ίδια μέρα, ανήκει στη φαμίλια), στον καναπέ, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα ζεστό τσάι με γάλα και αυτό:


Για το αριστούργημα του Καρόλου Ντίκενς και για όλα τα άλλα του έργα, πρέπει να πω ότι κυκλοφορεί αγγλική έκδοση σε εξαιρετικά προσιτή τιμή, ένας τόμος με τίτλο "Άπαντα". Όμορφες ιστορίες, γνωστές σε όλους, αλλά κλασικές.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Απόπειρες (1)

Λαιμαργία

            ‘Έτρεχε, λέει, σα πανέμορφη, λιπόσαρκη μανεκέν στους δρόμους της Φλωρεντίας. Έτρεχε και σταματούσε σα να την έβγαζε κάποιος φωτογραφία. Έτσι τα μαύρα μαλλιά κυμάτιζαν σχεδόν σε οριζόντια και σε παράλληλη με το έδαφος ευθεία και ανά τακτά διαστήματα ακινητοποιούνταν στον αέρα. Το κόκκινο βελούδινο φόρεμα κυμάτιζε κι αυτό, και όταν πάγωνε, ήταν αδύνατο πια να καταλάβεις το σχέδιό του, ωστόσο έμοιαζε εντυπωσιακό. Ξαφνικά, λέει, η κίνηση, πολλά υποσχόμενη τώρα, ξεκίνησε για τα καλά. Τότε προστέθηκε στην εικόνα ένας άντρας με μαύρο κοστούμι. Έτρεχε, λέει, ξωπίσω της, πίσω από το εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα και τα μακριά μαύρα μαλλιά, και αφού δρασκέλισαν πολλές φορές τα λαβυρινθώδη σοκάκια της πόλης, ο άντρας πρόφτασε τη γυναίκα σε μία από τις καμάρες του Πόντε Βέκιο. Και τότε η εικόνα έστειλε τον παρατηρητή ακριβώς απέναντί τους. Η γυναικεία φιγούρα παραδόθηκε με πάθος στην αγκαλιά του άντρα και, ενώ τα πρόσωπά τους ενώθηκαν κάπου στα χείλια, χάσανε ξαφνικά το χρώμα τους. Το κόκκινο και το μαύρο ήταν τώρα απλές σκιές.’

            Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της αργά και αδιάφορα. Ο ήλιος είχε μπει από τις γρίλιες του παραθύρου φωτίζοντας ελάχιστα το σκοτεινό δωμάτιο, φανερώνοντας ταυτόχρονα τόνους σκόνης να κινούνται άτακτα στο χώρο. Σε λίγο ένα τροφαντό χέρι ξεπρόβαλλε από τα βαριά σκεπάσματα και πάτησε το διακόπτη που φώτισε καλύτερα το χώρο. Ήταν ένα απεριποίητο δωμάτιο, σχεδιασμένο σε τόνους σκούρου καφέ· το κάδρο με το κεντημένο λουλούδι, πάνω από το κεφαλάρι, το χαλί που μόλις φαινόταν από τα χθεσινά αποφάγια και μία τηλεόραση μπροστά από το κρεβάτι.
            Το τροφαντό χέρι έκανε άλλη μία κίνηση. Προσπάθησε και τελικά κατάφερε με μεγάλη δυσκολία να σηκώσει το πάπλωμα πάνω από το ογκώδες σώμα. Τώρα έπρεπε να σηκωθεί και να ξεκινήσει τη μέρα του, παρόλο που, όπως πάντα το ρολόι είχε δείξει 12. Σαν ανδρείκελο κινήθηκε νωχελικά προς την κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και ξεκίνησε έτσι τη μέρα του.

            Όρθια μπροστά στη μαγική συσκευή που κρατούσε για χάρη της φρέσκα τα λαχταριστά εδέσματα, κατέτρωγε μία - μία τις λιχουδιές τούτου του συνηθισμένου μεσημεριανού πρωινού και σκεφτόταν τι θα κάνει σήμερα. Έπρεπε να πάει στη δουλειά,  στην αγγαρεία τούτη που επέλεξε για δουλειά, που την βοηθούσε κατά κάποιον τρόπο να εκπληρώσει τις ανάγκες της. Να ντυθεί και να ετοιμάσει το κολατσιό της και να γυρίσει αμέσως σπίτι για να μην χάσει το ρομάντζο των 9. Θα ετοίμαζε μάλιστα ένα σνακ για την περίσταση. Ύστερα ήταν και αυτή η μεταμεσονύχτια ταινία που ήθελε οπωσδήποτε να παρακολουθήσει. «Ευτυχώς που έχω βρει αυτή τη δουλειά» σκέφτηκε «και μπορώ να κάνω αυτά που θέλω». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη της και το τροφαντό της χέρι, σαν από δική του θέληση, έκλεισε, γεμάτο ενέργεια και δύναμη τώρα, το ψυγείο.

            Στις 2 ακριβώς άνοιξε η μεγάλη πόρτα του τηλεφωνικού κέντρου. Με βαριά βήματα που έβρισκαν εμπόδιο το ένα στο άλλο, κινήθηκε προς το γραφείο της. Τα βλέμματα στην αίθουσα σηκώθηκαν και κοίταξαν με απέχθεια. Για άλλη μια φορά χαλούσε η αισθητική τους μπροστά σε τούτον τον ασυνάρτητο μπόγο που έκανε την πορεία προς τη θέση του να μοιάζει υπερατλαντικό ταξίδι. Εκείνη το κατάλαβε, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να ολοκληρώσει τη βάρδια της και να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην τηλεόρασή της· στο ρομάντζο των 9. Όταν τελικά έφτασε στη θέση της , συγκέντρωσε την τηλεφωνική συσκευή και τα έγγραφά της σε μια γωνία και άπλωσε μπροστά της το πλούσιο κολατσιό που σίγουρα θα χρειαζόταν σε λίγο. Τα βλέμματα ήταν ακόμη καρφωμένα πάνω της και δεν στράφηκαν στα δικά τους έγγραφα παρά μόνο όταν εκείνη έκανε το πρώτο τηλεφώνημα, καθώς μάταια προσπαθούσε να χωρέσει τα χοντρά της δαχτυλάκια στα νούμερα του καντράν…

            Η λήξη της βάρδιας πλησίαζε. Έξω είχε βραδιάσει και έριχνε ψιλόβροχο. Οι υπάλληλοι σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν γρήγορα προς την έξοδο. Έφευγε πάντα τελευταία, άλλωστε ποτέ δεν μπορούσε να τους προλάβει. Στάθηκε ύστερα στο πεζοδρόμιο χωρίς ομπρέλα και κάλεσε ταξί. Λίγο πριν τις 9 βρέθηκε αλαφιασμένη μπροστά στην εξώπορτα και σχεδόν κατάφερε να τρέξει και να βάλει το κλειδί όταν ακούστηκε πίσω της μια αντρική φωνή.
-  Μπορείτε να με βοηθήσετε; ρώτησε επιτακτικά.
-  Παρακαλώ; απόρησε εκείνη.
- Μπορείτε να με βοηθήσετε; Χρειάζομαι οπωσδήποτε τη βοήθειά σας. Φαίνεστε καλός άνθρωπος.
-  Πως μπορώ να σας βοηθήσω; είπε και σκέφτηκε συνάμα πως είχαν περάσει τουλάχιστον τρεις μήνες από τότε που αντάλλαξε παραπάνω από δυο κουβέντες με άνθρωπο.
-  Χρειάζομαι χρήματα, όσα μπορείτε να μου δώσετε. Και ένα πιάτο φαί, έχω μέρες να βάλω κάτι στο στομάχι μου...είπε και αυτός και κάθισε απελπισμένος στα σκαλοπάτια της εξώπορτας.
            Η αλήθεια ήταν πως ο άντρας φαινόταν τρομερά εξαντλημένος, πως κοιμόταν στο δρόμο και πως είχε ανάγκη από φαγητό. Πίσω από το σκούρο του πρόσωπο φαινόταν η ηλικία του. Δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα 30 – 35. Εκείνη τον φαντάστηκε καθαρό και λίγο πολιτισμένο, με πλυμένα ρούχα και μιαν ωραία κορμοστασιά. Όμορφος ήτανε.
-  Λυπάμαι, βιάζομαι πολύ.
-  Σας παρακαλώ! είπε τώρα ακόμα πιο επιτακτικά ο άντρας.
-  Περάστε, ένα πιάτο φαγητό και θα φύγετε αμέσως!
-  Αμέσως! επανέλαβε εκείνος με χαρά.

            Τον είχε απέναντί της κάμποσα λεπτά να καταβροχθίζει τις λιχουδιές της. Μπόρεσε έτσι να σκεφτεί το πώς έφτασε σε αυτήν την κατάσταση, την ιστορία που τον οδήγησε στην εξαθλίωση: Ήταν σίγουρα λίγα τα χρόνια που βρισκόταν στον δρόμο. Φαίνεται πως είχε μια τεράστια επαγγελματική αποτυχία…όχι – όχι! Ήταν σίγουρα ερωτική απογοήτευση. Την αγάπησε μικρός και εκείνη μόλις είχε ενηλικιωθεί. Μόνο που δεν μπορούσε να την αποκαταστήσει άμεσα. Η κοινωνική του θέση δεν μπορούσε να εγγυηθεί κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση. Έπειτα ακόμη δεν είχε υπηρετήσει καν την πατρίδα. Του υποσχέθηκε λοιπόν να περιμένει. Σε δύο χρόνια θα επέστρεφε πολίτης, θα αναζητούσε μια καλή δουλειά και ύστερα θα τη ζητούσε σε γάμο. Η θητεία πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη. Σίγουρα κάποιος στρατηγός θα δυσκόλεψε τη ζωή του ή θα επιμήκυνε ακόμα τα στρατιωτικά του χρόνια. Αν δεν είχε τη θύμησή της θα τρελαινόταν. Αργοπορημένος επέστρεψε και βάλθηκε τώρα να χτίσει μια καλή καριέρα. Όλον αυτόν τον καιρό επικοινωνούσε με την καλή του δια αλληλογραφίας…μα τι λέω! Υπάρχουν τηλέφωνα. Τηλεφωνικώς. Σίγουρα θα επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς. Οι κατ΄ ιδίαν συναντήσεις θα ήταν ανεπίτρεπτες, γιατί εντωμεταξύ θα πληροφορήθηκαν οι αυστηροί γονείς της το ειδύλλιο, που καθόλου δεν θα τους άρεσε για το μέλλον της όμορφης θυγατέρας.
-  Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό; ρώτησε ξαφνικά ο άντρας.
Έκανε να σηκωθεί με τον συνήθη νωχελικό τρόπο. Άπλωσε τα χέρια με ανοιχτές τις παλάμες στο τραπέζι για να σηκώσει το βάρος της. Έπρεπε λοιπόν να βρει και αυτή την καλή δουλειά. Εκεί μάλλον πως έπεσε έξω στους υπολογισμούς του. Αφού κατάφερε να σηκωθεί, έστριψε το σώμα της και το βλέμμα της προς την αντίθετη κατεύθυνση, εκεί που ήταν ο νεροχύτης. Δύο χρόνια επιπλέον τράβηξε αυτή η ιστορία. Έψαχνε συνεχώς, αλλά τίποτε. Και οι κρυφές τους συναντήσεις είχαν αραιώσει πολύ και εκείνη ήταν πολύ απογοητευμένη από την κατάσταση. Σήκωσε το τροφαντό της χέρι και άνοιξε το ντουλάπι. Πήρε ένα ποτήρι και το έβαλε κάτω από τη βρύση. Το νερό άρχισε να τρέχει δροσερό. Όταν βρήκε επιτέλους την ονειρεμένη δουλειά σίγουρα θα στολίστηκε, θα αγόρασε λουλούδια και το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Φτάνοντας έξω από το σπίτι της όμως αντίκρισε το παράλογο και άκαρδο θέαμα της παρουσίας της μαζί με κάποιον άλλο, που εκείνη τη στιγμή την σφιχταγκάλιαζε και την φιλούσε. Εκείνος παγωμένος, κινήθηκε προς το μέρος της όταν ο άλλος είχε πια φύγει. Δεν τον είχε δει ακόμη, ήταν στραμμένη προς την πόρτα.
Και καθώς έπεφτε γάργαρο το νερό στο ποτήρι, και καθώς το κλειδί είχε εφαρμόσει και ήταν έτοιμο να υπακούσει στη θέληση της κατόχου του και να κάνει τη στροφή του, ένιωσε ένα βαθύ τσούξιμο να διαπερνά το λαιμό της, από αριστερά προς τα δεξιά και ύστερα το μυαλό της μόνο μιαν εικόνα έφτιαξε· εκείνος να καταθέτει πως το έκανε όχι για να την κλέψει, αλλά για την αγάπη που προδόθηκε. Και πως τη μαχαίρωσε πολλές φορές όχι γιατί το υπέρβαρο σώμα της δεν τον άφησε να φτάσει στην καρδιά της, αλλά γιατί η ζήλεια θόλωσε το λογικό του.
Εκεί μπροστά στο νεροχύτη, άψυχη, θαρρείς πως απέκτησε μιαν ευκινησία και σωριάστηκε μεμιάς στο πάτωμα. Το νερό ξεχείλιζε από το ποτήρι και μόλις είχε ξεκινήσει το ρομάντζο των 9.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Ομήρου "Οδύσσεια"

Το δεύτερο κατά χρονολογική σειρά σωσμένο έπος στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - ή καλύτερα το δεύτερο λογοτεχνικό κείμενο (το σωσμένο πάντα) στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - δεν είναι τυχερό, ακριβώς επειδή φέρει αυτόν τον τίτλο. Είναι αριστούργημα. Ας υποθέσουμε ότι ο πραγματικός συντάκτης του είναι ο Όμηρος (δε θα αναλύσω εδώ το ομηρικό ζήτημα), ας υποθέσουμε ακόμα ότι ήταν και τυφλός. Δεν έχει καμία σημασία. Τον ονομάζω πάντως συντάκτη, διότι πήρε τα κομμάτια των θρυλικών παραδόσεων και τους έδωσε μία ενιαία μορφή με αρχή, μέση και τέλος, περιπλεγμένα με αριστοτεχνική έκφραση και ύφος. Πάντως το έργο μού είναι ιδιαίτερα αγαπητό για τρεις λόγους:
Πρώτα, γιατί ξεκινάει σχεδόν από το τέλος και έτσι ένα μεγάλο κομμάτι του έργου στηρίζεται στην αφήγηση του πρωταγωνιστή. Αυτό από μόνο του δημιουργεί την αίσθηση ενός μεγάλου εγκιβωτισμού, που όμως δεν είναι ασήμαντος, δεν θέλει απλώς να δώσει ένα δίδαγμα ή να προωθήσει την υπόλοιπη ιστορία. Είναι η ίδια η ιστορία του πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεται ίσως αδύναμος στο νησί της Καλυψώς και στη σχεδία του, ύστερα όμως και εξαιτίας του παρελθόντος ανακτά την πολυμήχανη φήμη του, για να προοικονομήσει έτσι την επάνοδο στο βασίλειό του.


Έπειτα, γιατί καταφέρνει να μου δημιουργήσει ανάμεικτα συναισθήματα με το μακελειό της μνηστηροφονίας. Ο Οδυσσέας δεν είναι τέλειος. Διαπράττει ύβρη στο παρελθόν απέναντι στους θεούς λόγω της έπαρσης που τον διακατέχει. Γιατί λοιπόν να μην είναι και εκδικητικός; Και μάλιστα παρασύρει σε αυτή την ανόσια πράξη και τον ίδιο του το γιο, που είκοσι χρόνια είχε να τον δει.  Κάποιος θα έλεγε πως η πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανόσια, εφόσον ο Οδυσσέας δεν θα μπορούσε διαφορετικά να ανακτήσει το σεβασμό της οικογένειας και του λαού του. Ωστόσο, όσες φορές και αν το διαβάσει, δε μπορεί να μην δει τον δόλο, τη μανία και την εκδικητικότητα  που χαρακτηρίζουν τη μνηστηροφονία (Ίσως πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι όλοι είμαστε σύγχρονοι αναγνώστες και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει χτιστεί μέσα μας κάποιο είδος ηθικής, χριστιανικής ή άλλης).


Τέλος, για τον αναγνωρισμό του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αγαπημένη ερωτική σκηνή που κορυφώνεται με εξαιρετικό τρόπο, ενώ αρχίζει με περίσσεια αγωνία:
Μ’ αυτά τα λόγια πήρε να κατεβαίνει από το ανώγι,
μέσα της αμφιβάλλοντας αν έπρεπε, κρατώντας
την απόσταση, τον άντρα της να δοκιμάσει με ερωτήματα
ή να βρεθεί στο πλάι του, να πιάσει
το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα.
Στο μεταξύ προχώρησε πατώντας το πέτρινο κατώφλι,
ύστερα κάθισε στον Οδυσσέα αντίκρυ, στον άλλον τοίχο
απέναντι, στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς.
Εκείνος σε ψηλή κολόνα ακουμπισμένος, με το κεφάλι του
σκυφτό, περίμενε αν η ομόκλινη γυναίκα του κάτι θα πει,
τώρα που τον αντίκριζαν τα μάτια της.
Άφωνη όμως έμεινε η Πηνελόπη για πολύ,
λες κι είχε παραλύσει· μόνο τα μάτια της, τη μια κοιτούσαν
 καταπρόσωπο, την άλλη δεν τον αναγνώριζαν,
με τ’ άθλια ρούχα που φορούσε.



Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(6) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Ο Τόμας Μαν γίνεται απίστευτα σχολαστικός στη διήγησή του. Πολλές φορές αυτό καταντά κουραστικό. Όπως πρόσφατα μου είπε ένας φίλος: "Αυτοί οι Γερμανοί είναι πολύ βαρετοί..." Αυτόν τον τίτλο μάλλον πως τον κέρδισαν επάξια, αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο, παρόλη τη λεπτομέρεια και την πυκνή αφήγηση που το χαρακτηρίζει, έχει κάτι το συναρπαστικό. Αυτό νομίζω ότι έγκειται περισσότερο στην ίδια του τη θεματολογία τη συνδυασμένη όμως με αυτό το συγκεκριμένο είδος αφήγησης. Το ζήτημα του βιβλίου δεν είναι η αρρώστια, είναι ο χρόνος και πώς αυτός συστέλλεται και διαστέλλεται στο μυαλό του ήρωα Χανς Κάστορπ μέσω της αρρώστιας. Η σχολαστικότητα είναι επομένως απαραίτητη, γιατί μόνο έτσι μπορεί να γίνει αντιληπτή η σχετικότητα των πραγμάτων. Το ότι έφτασα στην τριακοσιοστή σελίδα και ακόμα δεν υπάρχει ούτε καν η διαπίστωση της αρρώστιας (παρόλο που η εκδήλωσή της έχει κιόλας συντελεστεί, εγώ τουλάχιστον την τοποθετώ - για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο -  σε ένα πολύ κομβικό σημείο "λιποθυμίας και νοσταλγικής επιστροφής με το νου στον πρώτο παιδικό έρωτα") δε σημαίνει σίγουρα πως πρόκειται για ένα βαρετό βιβλίο. Το Μαγικό Βουνό μού φέρνει στο νου αυτή τη σκηνή από το Amadeus του Μίλος Φόρμαν, που ο κακομοίρης ανίδεος αυτοκράτωρ της Αυστρίας ισχυρίζεται για την "Απαγωγή από το Σεράι" (γιατί κάτι πρέπει να πει) πως έχει πολλές νότες. "Κόψε λίγες, και θα είναι τέλειο". Μα πώς μπορείς να αφαιρέσεις πράγματα από ένα έργο που είναι τέλειο; Είναι τέλειο, όπως είναι. Και είναι ακόμη τέλειο, γιατί ο συγγραφέας το επέλεξε να έχει αυτή την άρτια μορφή. 

Για το ζήτημα του χρόνου στο Μαγικό Βουνό:
και αυτό:

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

"Ρωμαίος και Ιουλιέτα"

Ομολογώ ότι όταν διαβάζω τον αγαπητό Σαίξπηρ στα ελληνικά με πιάνουν τα γέλια. Ο πολυπαιγμένος, ο πολυτραγουδισμένος, ο εξαιρετικός αυτός έρωτας μου δημιουργεί πηγαίο γέλωτα ακόμα και την πιο τραγική στιγμή! Και δεν μιλώ για γέλιο που έρχεται φυσικά από κάποιου είδους σκώμμα ή κάποιον γραφικό χαρακτήρα. Αισθάνομαι όπως αισθάνθηκα την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο. Νευρικό γέλιο. Δεν σταματώ...ειδικά στις πασίγνωστες ατάκες τύπου "Ρωμαίο Ρωμαίο γιατί να 'σαι  Ρωμαίος; Αρνήσου τον πατέρα σου, άσε τ' όνομά σου· ή, αν δε θέλεις, μόνο ορκίσου μου κι εγώ θα πάψω να 'μαι Καπουλέτου" (δια χειρός και μεταφράσεως Βασίλη Ρώτα). Και ο Ρωμαίος - που απ' ο,τι φαίνεται είναι πολύ ερωτίλος (βλέπε τον πρώτο έρωτά του, τη Ροζαλίνα των Καπουλέτων επίσης, που εγκατέλειψε, λέει, γιατί δεν είχε ανταπόκριση, και εγώ που νόμιζα ότι ο εξιδανικευμένος και πλατωνικός έρωτας δεν ξεπερνιέται τόσο εύκολα) - απαντά: "Μόνο πες με αγάπη σου και ευτύς ξαναβαφτίζομαι. Στο εξής ποτέ δε θα' μαι πια Ρωμαίος". Είχε δεν είχε, μπήκε στο σόι των Καπουλέτων.
Εντάξει, το δέχομαι. Μεγάλος έρωτας, ετών τέτταρες και δέκα...και με μια ματιά, κεραυνοβόλος. Νομίζω όμως ότι ο μεγάλος κλασικός υφαίνει επιτηδευμένα, τόσο που είναι ηλίου φαεινότερον πως πρέπει αγαπητέ θεατή να νιώσεις, θες - δε θες, πεταλούδες στο στομάχι, πρέπει να νιώσεις τον πόνο και να μείνεις στο τέλος με αυτό το αιώνιο ερώτημα: "γιατί; γιατί να πεθαίνει έτσι η αγάπη προς όφελον του μίσους;" και δη με αυτό το μπάχαλο του δηλητηρίου...Υπάρχει αγαπητοί μου το γιαλατζί δηλητήριο, υπάρχει και το πραγματικό! Παίρνει η Ιουλιέτα το γιαλατζί δηλητήριο, σικέ θάνατος. Τη βλέπει ο Ρωμαίος παίρνει το πραγματικό, κανονικός θάνατος, ανασταίνεται η Ιουλιέτα από τον σικέ θάνατο, αυτοκτονεί. Μου θυμίζει Ψαθά: Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι και παιρνει το δηλητήριο για να γλιτώσει!
 
Και κάπως έτσι αποφάσισα ότι εγώ έχω πρόβλημα, δε φταίει ο Σαίξπηρ. Είναι άλλωστε κλασικός. Αποφάσισα να δώσω λοιπόν άλλη μία ευκαιρία στον εαυτό μου και στον συγγραφέα και να αγοράσω την αγγλική έκδοση, όχι πως το στόρυ θα αλλάξει, αλλά τουλάχιστον θα χαρώ την αυθεντική γλώσσα του έργου, γιατί τελικά νομίζω ότι η ελληνική γλώσσα ή η ιδιοσυγκρασία της ελληνικής νοοτροπίας δεν ταιριάζει καθόλου (μα καθόλου) στο ύφος "του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας" (Και αυτό δε σχετίζεται με τη μετάφραση του Ρώτα. Είναι προφανώς εξαιρετική). Και ιδού! 

"O Romeo, Romeo, wherefore art thou Romeo?
Deny thy father and refuse thy name;
Or if thou wilt not, be but sworn my love
And I'll no longer be a Capulet.

Call me but love, and I'll be new baptized;
Henceforth I never will be Romeo " 

Δεν είναι καλύτερο; Και έτσι ανοίγουμε το μεγάλο θέμα των μεταφρασμένων ή των πρωτότυπων βιβλίων. Αυτό είναι άλλη ανάρτηση όμως... "For never was a story of more woe than this of Juliet and her Romeo."

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Για τον Λογοτέχνη Βαγγέλη Αθανασόπουλο

Όταν ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, καθηγητής των Νέων Ελληνικών στη Φιλοσοφική Αθηνών δίδαξε Coleridge και Blake είχα εντυπωσιαστεί, τίποτα όμως δε συγκρίνεται με το αριστούργημα του τελευταίου έτους: "Οι Μύθοι της Ζωής και του Έργου του Γ. Βιζυηνού". Το βιβλίο καμιά φορά καταντά αγγαρεία όταν πρόκειται αυτό να αποτελέσει την ύλη εξέτασης. Δε συνεβη το ίδιο και σε αυτή την περίπτωση. Και εγώ βέβαια βουτηγμένη στην άρνηση και την προκατάληψη του ανόητου φοιτητάριου, κοίταξα πρώτα το εξώφυλλο...
Και είπα (δεδομένου ότι έπρεπε να διαβαστεί και η ύλη ενός δεύτερου καθηγητή): "Άλλες 524 σελίδες! Έλεος!" Τελικά, το επακόλουθο ήταν απίστευτο. Συμφοιτητές και εγώ βουτήξαμε κυριολεκτικά μέσα και στις 524 σελίδες. Αυτό δεν ήταν μία απλή ύλη εξεταστικής, ήταν λογοτεχνία, ήταν ένα έργο τέχνης σχεδιασμένο με τόσο σεβασμό και αξιοπρέπεια και με πρωταγωνιστή έναν επίσης λαμπρό λογοτέχνη. Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος μελέτησε πολύ τη ζωή και το έργο του Βιζυηνού, στη συνέχεια τη συνέταξε, την αποθέωσε και την παρέδωσε σε μας. Υπό αυτή την έννοια είναι το έργο που οφείλει να υπερπηδήσει τα όρια του πανεπιστημιακού χώρου και να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους. Γιατί κανείς ποτέ δε μπόρεσε να περιγράψει με τόση ευαισθησία τη ψυχική ασθένεια του Βιζυηνού, κανείς ποτέ δε μπόρεσε να εντάξει με τόση ακρίβεια τα έργα του Βιζυηνού μέσα στην ίδια του τη ζωή, κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μιλήσει τόσο στην ψυχή των φοιτητών με έναν τρόπο που να μην καταντά κάθε φορέας της λογοτεχνίας απόμακρη αυθεντία, κανείς ποτέ δεν είπε τόσα πολλά για την Μπετίνα Φραβασίλη, για το Αμάρτημα της Μητρός του και τα σπάνια ερωτικά του ποιήματα. 
Το βιβλίο ξαναήρθε στην επιφάνεια μόλις προχθές όταν μία φίλη μου έστειλε το νέο ότι ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος έφυγε από τη ζωή, πρόσθεσε ακόμα πως είναι ένα από τα πολυτιμότερα που απέκτησε στη σχολή. Αυτό τα λέει όλα.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Το φαινόμενο Χένρι Μίλερ

Αγαπημένος συγγραφέας του ετέρου ημίσεος, εξαιρετικά χειμαρρώδης, ριζοσπαστικός, σεξουαλικά υπερεκφραστικός, Αμερικάνος με τη βούλα, φάτσα, δεινή πένα....Είναι μακρύς ο κατάλογος και δεν νομίζω ότι φτάνουν και οι λέξεις. Το θέμα με τον Χένρι Μίλερ είναι ότι δεν μπορώ να τον διαβάσω, ίσως γιατί έχει σε υπερβολικό βαθμό όλα τα παραπάνω στοιχεία, ίσως γιατί είναι ένας συγγραφέας που κατά τη γνώμη μου απευθύνεται στην αντρική ψυχοσύνθεση. Γεννημένος στη Νέα Υόρκη στα 1891 καταφέρνει ο άτιμος να φτάσει τα 89 χρόνια, παρόλα τα ξενύχτια, την πείνα που βίωσε κατα καιρούς ένεκα  "δε με νοιάζει, ας μη δουλέψω" ή  "έχασα τη δουλειά που μισούσα" ή "είμαι στο Παρίσι και γυρνάω", τις καταχρήσεις. Ή μήπως τελικά το σεξ χαρίζει μακροζωΐα; Και επειδή τουλάχιστον μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να τον μελετήσω εις βάθος, αποφάσισα να πάρω μία γεύση τελοσπάντων από ένα μικρό δείγμα της συγγραφικής του δραστηριότητας, από ένα ολιγοσέλιδο, γεμάτο σεξ βιβλιαράκι (μάλλον αυτό μου κίνησε και την περιέργεια, να δω τελικά τι είδους σεξουαλική επανάσταση έφερε αυτός ο τύπος τον προηγούμενο αιώνα). Και ομιλώ για:
Ελληνιστί "Οι ΄Ησυχες Μέρες στο Κλισί". Το γράφει στα 1956 λίγο πριν την ολοκληρώση της τριλογίας της Ρόδινης Σταύρωσης, φαντάζομαι πως θα ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα τόσο σε συγγραφικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, καθώς ο Χένρι Μίλερ είναι ο κατεξοχήν αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Επίκεντρο είναι η φιλία δύο ανδρών που μέσα από τις συζητήσεις τους και την κοινή ζωή τους τροφοδοτούν το πνεύμα τους για νέες αναζητήσεις κάπου στο Παρίσι στα 1930. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν πορνογράφημα, τουλάχιστον την εποχή που εκδόθηκε. Για πολλους ο στόχος του συγγραφέα δεν ήταν ποτέ να σοκάρει, αλλά να καταγράψει τη ζωή όπως τη γνώρισε και τη γεύτηκε. Όπως και να 'χει, το βιβλίο (βοηθάει πολύ που είναι μικρό) δεν το αφήνεις πριν το τελειώσεις. Ομολογώ πως βαθύτερα νοήματα δεν βρήκα, άλλωστε δεν ήταν αυτός ο λόγος για το οποίο το διάβασα. Ωστόσο, ποικίλα συναισθήματα με κατέκλυσαν τα οποία εξέφρασα με μικρά μειδιάματα, κάποιες στιγμές άνοιξα με έκπληξη τα μάτια μου και άλλους τέτοιους μορφασμούς πήρε το πρόσωπό μου, σωματικές δηλαδή και όχι πνευματικές αντιδράσεις· και η αλήθεια είναι πως "ψυχή τε και σώματι" είμαστε και το σώμα καμιά φορά επιζητά την ευχαριστησή του. Πάντως για να μην είμαι άδικη ως προς το πνευματικό κομμάτι, δεν θεωρώ ούτε κατά διάνοια ότι δικαιούμαι να μιλώ για τη συγγραφική προσφορά του εν γένει. "Οι Ήσυχες Μέρες στο Κλισί", όπως προανέφερα, είναι ένα μικρό δείγμα, σχεδόν πενιχρό.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Το αγαπημένο παιδικό βιβλίο

Το αγαπημένο παιδικό βιβλίο ήταν και το πρώτο που διάβασα, "Ο Θησαυρός της Βαγίας" της Ζωρζ Σαρή σε ηλικία έντεκα χρόνων. Έκτοτε το διάβασα πολλές φορές, επίμονα και επανειλημμένα. Νομίζω δε πως την τελεύταια φορά είχα ξεπεράσει τα είκοσι. Δεν ξέρω αν είναι το αγαπημένο επειδή ακριβώς ήταν το πρώτο, αλλά εδώ που τα λέμε δεν του έλειπε και τίποτε από αυτά που χρειάζεται το παιδικό μυαλό για να τροφοδοτηθεί. Όλα τα είχε: περιπέτεια, καλοκαίρι, θάλασσα και ήλιο, έρωτες και ένα νησί που μου φάνταζε μακρινό και αποκομμένο από την ταπεινή καθημερινότητα του σχολείου, την Αίγινα. Ο στόχος ήταν απλός· η ανεύρεση ενός πολυπόθητου θησαυρού που χάθηκε κατά την περίοδο της κατοχής και βρέθηκε τελικά σε έναν αρχαίο τόπο. Υπό αυτή την έννοια η αφήγηση κινείται διάπλατα στο χώρο και το χρόνο με διδακτική τάση (πράγμα θεμιτό, αφού προορίζεται σε μικρούς αναγνώστες), αλλά δεν χάνει ούτε στιγμή το ανέμελο στοιχείο που οφείλει να αισθάνεται ένα παιδί. Και επειδή σήμερα με έπιασαν νοσταλγίες, θυμήθηκα και την ομώνυμη σειρά της κρατικής τηλεόρασης...


Θυμάμαι λοιπόν τον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου, "Ο Πορτοκαλής Ήλιος" - πολλά υποσχόμενος - θυμάμαι τον ιδιότροπο Αλέξη και την μικρότερη αδερφή του, τη Λίνα, την ενήλικη Νικόλ που έρχεται ως μέντορας και καθοδηγητής της παρέας. Θυμάμαι τον Κλου από τη Γαλλία! Και το όνομα Χαλδαίος, το μοναδικό στοιχείο που είχαν στη διάθεσή τους οι νεαροί εξερευνητές. Και μέσα στο ταξίδι της περιπέτειας, οι σχέσεις των παιδιών δυναμώνουν, τα αισθήματα για αλληλεγγύη και προσφορά στον συνάνθρωπο είναι διάχυτα. Και όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερο κόπο, η Ζωρζ Σαρή πρέπει να θυμόταν πολύ καλά πως είναι να είσαι παιδί όταν έγραφε αυτό το βιβλίο.


Τελικά, μετά από καμποσο καιρό ανακάλυψα πως το όνομα Χαλδαίος ήταν πολύ συνηθισμένο στην Αίγινα, και πως η Αίγινα απείχε από την Αθήνα μόλις μία ώρα με το καράβι. Η συγκίνηση όμως και ο ενθουσιασμός περίσσευαν και όταν άκουσα το όνομα και όταν επισκέφτηκα το νησί. Στον ναό της Αφαίας όμως δεν έχω πάει ακόμη...

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(5) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Τι να πεις για κάποιον που ανεβαίνει σε ένα σανατόριο (ανεβαίνει στο βουνό κυριολεκτικά), για να επισκεφτεί τον άρρωστο ξάδερφό του που πάσχει από πνευμονοπάθεια, μόλις για τρεις εβδομάδες και μένει επτά συναπτά έτη; Οι τρεις εβδομάδες γίνονται επτά χρόνια και κρίνοντας από το πόσο δύσκολες είναι οι πρώτες τρεις ημέρες, είτε τα επτά χρόνια θα συνεπάγονται θάνατο είτε θα μοιάζουν απλώς με τρεις ημέρες πνιγμένες στο θάνατο. Ο χρόνος είναι σχετικός και ο Τόμας Μαν το επεξεργάζεται αυτό με απόλυτη αρτιότητα. Βεβαίως η εξέλιξη προοικονομείται διάχυτη σε όλες τις πρώτες 150 σελίδες των πρώτων ημερών (υπομονή ή χαίρε - αναλόγως - φίλε αναγνώστη, δύο τόμοι είναι αυτοί). Και εσύ το ξέρεις καλά. Βήχει ο Χανς και το ξέρεις καλά. Αισθάνεται ζεστός και περιμένεις τη στιγμή που οι Μίνως και Ραδάμανθυς (όπως καυστικά ονομάζονται από τον ασθενή Σεττεμπρίνι οι γιατροί) θα τον κρίνουν εδώ, ίσως και στον Άδη. Πρώτη φορά βιώνω τόση αγωνία σε κάτι τόσο αναμενόμενο...

*Μίνως και Ραδάμανθυς: αδέρφια, γιοι του Δία και της Ευρώπης, φημισμένοι για τη δίκαιη κρίση τους, τους ανατέθηκε η κρίση των νεκρών στον Άδη από τον Πλούτωνα...

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο αρχικός τίτλος που μου ήρθε φυσικά στο νου ήταν "Η Φόνισσα ή το Έγκλημα και η Τιμωρία". Μετά όμως σκέφτηκα πως αυτό μάλλον θα καθιστούσε αυτό το ευφυέστατο βιβλίο ένα είδος αντιγραφής του μεγάλου Ντοστογιέφσκι. Η ιδέα ίσως είναι παρόμοια. Οι δύο ήρωες, ο Ρασκόλνικοφ και η Φραγκογιαννού είναι άνθρωποι που ζουν στο περιθώριο. Ο πρώτος, νέος στην ηλικία, φεύγει από το σπίτι του προκειμένου να σπουδάσει, η οικονομική του εξαθλίωση όμως τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να ζει σε άθλιες συνθήκες. Η δεύτερη, στη δύση θα έλεγα της ζωής της, αντιλαμβάνεται πως οι ίδιες άθλιες συνθήκες την κατέστησαν δουλοπρεπή, να υπηρετεί τους άλλους δίχως να μπορεί να εξασφαλίσει η ίδια για τον εαυτό της καλή διαβίωση. Υπάρχουν επομένως εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν - τα παρόμοια ως προς την εξέλιξη - δύο  ψυχοσυνθέσεις που οδεύουν στην παράνοια και αυτή εκφράζεται με την εσχάτη των αμαρτιών, τον φόνο.
Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου διαφοροποιεί τη Φραγκογιαννού από τον Ρασκόλνικοφ είναι η φύση της δικής της μανίας. Δεν μπορείς να την αιτιολογήσεις, τουλάχιστον με τον τρόπο που πιθανώς δικαιολογείς εκείνη του Ρασκόλνικοφ. Εκείνος, νέος και έχοντας χάσει ήδη κάθε ελπίδα, ζει σε μία εποχή που οι κοινωνικές συνθήκες επιτρέπουν τον υπέρμετρο πλουτισμό ολίγων εις βάρος πολλών σε τέτοιο βαθμό που η πράξη του γίνεται γροθιά (τουλάχιστον στη δική του παράλογη λογική) στο σύστημα, αφού άλλωστε σκοτώνει μία γηραιά τοκογλύφο. Η Φραγκογιαννού έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες. Για ποιο λόγο επιθυμεί να τις αλλάξει τώρα που βρίσκεται στο τέλος της ζωής της; Δεν το επιθυμεί προφανώς για να βοηθήσει τις επόμενες γενεές, δεν είναι, επί παραδείγματι, αρωγός στη ζωή της κόρης της. Επιπλέον τα θύματά της είναι πολλά και νεογνά ή μικρά κορίτσια που κατ' εκείνη δεν έχει νόημα να ζουν, αφού θα επιβαρύνουν πάντοτε την οικονομικη κατάσταση της οικογένειάς τους ως μη πολύφερνες κορασίδες. Είναι επομένως μία παρανοϊκή κατά συρροήν δολοφόνος, σμιλευμένη σε ένα περιβάλλον που δεν ταιριάζει απόλυτα με αυτό το προφίλ, το προφίλ δηλαδή που έχει κανείς στο μυαλό του όταν σκέφτεται τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη...Αυτό είναι όμως που καθιστά την Φόνισσα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε επομένως ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά ένα βαθιά ψυχογραφικό, καθόλου ηθογραφικό. Ακόμη πιο συναρπαστική είναι η εναλλαγή της δημοτικής και αρχαϊζουσας στους διαλόγους και την αφήγηση αντίστοιχα. Και αυτό γιατί όταν περιγράφονται οι φόνοι δίνονται με λόγιο και τυπικό τρόπο βοηθώντας έτσι στην κατανόηση της ψυχρότητας της δολοφόνου.
Μέσα στο καλύβι η κανδήλα ετρεμόσβενεν εμπρός στα εικονίσματα. Η φωτιά είχε καλυφθή και πάλιν από την τέφραν. Το λυχνάρι σβηστόν εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. Ήτο σκότος. Έξω είχεν εξημερώσει, και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν. Ο άνθρωπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Την λεχώναν εις την στρώμνην της, ως αμαυρόν όγκον κατακειμένην, το βρέφος, το οποίον εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης ήτις εχρησίμευε ως λίκνον...και την Φραγκογιαννού καθήμενην ως φάντασμα και τείνουσαν την χείραν προς τον λίκνον...

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ο Μικρός Πρίγκηπας του Αντουάν ντε Σαιντ - Εξυπερύ

Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου μία νέα έκδοση που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία με κινούμενες εικόνες (τουλάχιστον εγώ δεν την είχα δει πρωτύτερα)! Κάτι τέτοιο καθιστά βεβαίως το παραμύθι διαδραστικό, δημιουργικό και πολύ χαρούμενο. Απορώ πως δεν το είχαν σκεφτεί πιο πριν... Παράδειγμα: στο πρώτο κεφάλαιο με την εικόνα του καπέλου, το σηκώνεις με το χέρι σου και από κάτω, στο πλαίσιό του, κρύβεται ο γνωστός ελέφαντας. Και παρόλο που έχω περάσει τα τριάντα καθόμουν σα το μικρό παιδί και έπαιζα με όλα τα τριαντάφυλλα και τους κινούμενους πλανήτες, με τη μέρα και τη νύχτα. 

Βέβαια το παραμύθι του Μικρού Πρίγκηπα δεν πίστευα ποτέ ότι είναι μόνο για μικρά παιδιά. Είναι μία αλληγορία, μία συνεχόμενη μεταφορά για την ανθρώπινη μοναξιά και την ανάγκη για ολοκλήρωση μέσω μίας σχέσης αγάπης, όποια και αν είναι αυτή, δεν έχει σημασία. Αυτό που αγαπούσα πάντα ως παιδί και ως ενήλικη είναι η σκηνή του ημερώματος της αλεπούς και ο πλανήτης στον οποίο η μέρα και η νύχτα διαδέχονται η μία την άλλη τόσο γρήγορα που ο καημένος ο φανοκόρος αναγκάζεται να δουλεύει αδιάλειπτα σβήνοντας ή ανάβοντας τον φανό, σαν να του έχει δοθεί εντολή από κάποιον ανώτερο. Επιδρούσαν πάντα μέσα μου τόσο καταλυτικά όσο δύο αντίθετα εντελώς συναισθήματα, της ηρεμίας και της απελπισίας που φέρνει μια δίχως προηγούμενο ταραχή (παρόλο που ο Μικρός Πρίγκηπας βρίσκει τη λύση για τον ακάματο φανοκόρο).

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Διδάσκοντας Στρατευμένη Τέχνη

Με τον όρο «στρατευμένη τέχνη» χαρακτηρίζουμε συνήθως τα έργα που έχουν ολοφάνερα στρατευθεί στην υπηρεσία ενός συγκεκριμένου πολιτικού στόχου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έργα που έχουν γραφεί με βάση έναν προκαθορισμένο στόχο και όλη τους η προσπάθεια συνίσταται στο να προπαγανδίσουν μια ορισμένη ιδεολογία. Όπως έχει δείξει η ιστορία, τις περισσότερες φορές που ο δημιουργός θέτει τον εαυτό του και το έργο του στην υπηρεσία στόχων εντελώς ξένων προς την τέχνη, το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών. Η εξήγηση είναι απλή: ο δημιουργός αυτός χάνει ουσιαστικά την ελευθερία του, που είναι μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει η τέχνη. Η στράτευση, είτε είναι εθελούσια είτε αναγκαστική, του επιβάλλει περιορισμούς και δεσμεύσεις που αναιρούν και ακυρώνουν την όλη καλλιτεχνική προσπάθεια.
Διευρύνοντας κάπως την έννοια της στρατευμένης λογοτεχνίας είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κάθε συγγραφέας έχει ορισμένες ιδέες για τους ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες συνειδητά ή ασυνείδητα προβάλλει μέσα από το έργο του. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Έτσι, κάθε σημαντικό έργο τέχνης μας δίνει μια νέα άποψη για τον κόσμο γύρω μας και αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί αρνητικό στοιχείο. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της στρατευμένης τέχνης ο δημιουργός υποτάσσει το έργο του στις ιδέες και αφήνεται να καθοδηγηθεί από αυτές, με αποτέλεσμα να προδίδει το βασικό στόχο του έργου τέχνης, που είναι πρώτα απ’ όλα αισθητικής και καλλιτεχνικής φύσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, που απλώς εκφράζει την εποχή του, οι ιδέες οι οποίες περνούν μέσα από το έργο του δεν είναι ο πρώτιστος στόχος. Το έργο, επομένως, λειτουργεί πρώτα ως καλλιτεχνικό προϊόν, δηλαδή ως έργο τέχνης, και έπειτα ως φορέας ιδεών. 
(αποσπάσματα από το ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ)

Ο “κυρ Μέντιος” του Κώστα Βάρναλη


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.


Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.


Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!


Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.


Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 


Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.


Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.


Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!


Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.


Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 


Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!


― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!


Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!


Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή), 


η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!… 


Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.


Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-”Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!


Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 


Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:


― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.


Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.


Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 


Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Για ταινίες που έγιναν από βιβλία (η πεντάδα της εβδομάδας)

No1 Δάφνη Ντι Μωριέ - Ρεβέκκα

Νο2 Έμιλυ Μπροντέ - Ανεμοδαρμένα ύψη

Νο3 Τζορτζ Όργουελ - 1984

Νο4 Πατρίκ Ζίσκιντ - Το Άρωμα

Νο5 Άρθουρ Κλαρκ - 2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος


Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(4) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Ο Δρ Φάουστους είναι απόπειρα που πολυπόθητα θέλει να βρει το στόχο της, αλλά μάταια. Σκοντάφτει σε σοβαρές δυσκολίες κατανόησης, τέτοιες που αρχίζω να πιστεύω ότι είναι σοβαρό το πρόβλημά μου. Ευτυχώς, ο συγγραφέας έρχεται να με απαλλάξει ο ίδιος από τις τύψεις μιλώντας για το Μαγικό Βουνό:
     "Τι μπορώ τώρα να σας πω για το βιβλίο και για το πως μπορεί καλύτερα να το διαβάσει κανείς; Θα αρχίσω με την αλαζονική απαίτηση να μην το διαβάσετε μία φορά, αλλά δύο. Μια απαίτηση που δεν χρειάζεται βέβαια να ικανοποιηθεί, αν κάποιος έχει ήδη βαρεθεί με την πρώτη ανάγνωση. Ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να το αναλαμβάνει κανείς παρά τη θέλησή του. Ο στόχος του είναι να παρέχει ευχαρίστηση, να ψυχαγωγεί και να αναζωογονεί. Αν δεν έχει αυτά τα αποτελέσματα σε κάποιον αναγνώστη, αυτός πρέπει να το παρατήσει και να στραφεί σε κάτι άλλο. Αν όμως έχετε διαβάσει το βιβλίο μία φορά, σας συνιστώ να το διαβάσετε και μία δεύτερη...."
       Και επικροτώ τον αγαπητό συγγραφέα και χαίρομαι που δεν είναι από αυτούς τους δήθεν, και δεν αισθάνομαι πια τύψεις για τον δυσανάγνωστο Δρ Φάουστους και μάλιστα με την έγκριση του ίδιου του Τόμας Μαν. Συνεχίζει λοιπόν εξηγώντας για το Μαγικό Βουνό (που παρεμπιπτόντως τρέχει σα νεράκι):
        "Ο τρόπος με τον οποίο έχει συντεθεί το βιβλίο έχει αποτέλεσμα η απόλαυση του αναγνώστη από τη δεύτερη ανάγνωση να είναι βαθύτερη. Ακριβώς όπως και στη μουσική χρειάζεται κανείς να γνωρίζει ένα κομμάτι για να το ευχαριστηθεί όπως πρέπει, χρησιμοποίησα τη λέξη συντεθεί αναφερόμενος στη συγγραφή ενός βιβλίου. Το εννοώ με την έννοια με την οποία συνηθέστερα τη χρησιμοποιούμε προκειμένου για τη μουσική. Διότι η μουσική είχε ανέκαθεν μια ισχυρή διαπλασματική επίδραση στο συγγραφικό μου ύφος. Οι συγγραφείς πολύ συχνά είναι πραγματικά κάτι άλλο...είναι μετεμφυτευμένοι ζωγράφοι ή γλύπτες  ή αρχιτέκτονες ή οτιδήποτε. Για μένα το μυθιστόρημα ήταν πάντα σαν μία συμφωνία, ένα έργο αντίστιξης, ένα θεματικό οικοδόμημα, η ιδέα του μουσικού μοτίβου παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό.... 
...Διάφοροι έχουν επισημάνει την επιρροή της μουσικής του Βάγκνερ στο έργο μου. Οπωσδήποτε δεν αρνούμαι την επιρροή αυτή. Συγκεκριμένα ακολούθησα τον Βάγκνερ στη χρήση του Leitmotiv, το οποίο μετέφερα στο χώρο της γλώσσας. Όχι όπως το μεταχειρίστηκαν ο Τολστόι και ο Ζολά, ή όπως το χρησιμοποίησα και εγώ ο ίδιος στους Μπούντενμπρουκς, νατουραλιστικά και ως μέσο χαρακτηρισμού - σαν να λέμε μηχανικά. Προσπάθησα να το χρησιμοποιήσω με τη μουσική του έννοια. Οι πρώτες μου τέτοιες απόπειρες ήταν στον Τόνιο Κρέγκερ. Αλλά η τεχνική που χρησιμοποίησα εκεί εμφανίζεται πολύ πιο ανεπτυγμένη στο Μαγικό Βουνό, χρησιμοποιείται με έναν πολύ περισσότερο πολυπλοκο τρόπο, που διαποτίζει τα πάντα."
* αντίστιξη: η ταυτόχρονη συνήχηση πολλών διαφορετικών μελωδιών, οι οποίες συνδυάζονται με βάση ένα αυστηρό συνήθως πρόγραμμα κανόνων
* Leitmotiv: είναι το μουσικό θέμα που συνοδεύει την επανεμφάνιση ενός ήρωα ή ενός τοπίου ή μίας κατάστασης κλπ.
Το βίντεο είναι διαφωτιστικότατο περί Leitmotiv, εκπληκτικός είναι βέβαια ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στο βιβλίο, κάτι που γίνεται ήδη φανερό με την επαναφορά του ήρωα στην αρχική  αφήγηση μετά από μία σύντομη αναδρομή στο παρελθόν. Νομίζω όμως ότι γι' αυτό το λόγο ο συγγραφέας επιμένει στη δεύτερη ανάγνωση, για να είναι πια γνώριμα τα Leitmotivs...εξαιρετική ιδέα.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Μερσώ, ο άνθρωπος μυρμήγκι και η υποβόσκουσα λογική του

Ομολογώ ότι ο "Ξένος" του Αλμπέρ Καμύ με έχει αφήσει με ένα αίσθημα ανακατωσούρας στο στομάχι, το οποίο μάλλον προέκυψε από το γεγονός ότι μου έφερε λυγμούς που κατέπνιξα γιατί ένιωθα πως δε θα ταίριαζε να αφήσω ανεξέλεγκτους. Ειλικρινά δεν μπορώ να πω τίποτε σχετικά με το θέμα του βιβλίου, ένα google search ή ένα wikipedia θα βοηθήσει τους περίεργους, θέλω όμως να εκφράσω όσο μπορώ καλύτερα γιατί μου προκάλεσε λυγμούς που δεν ήθελα να εξωτερικεύσω.
Ο ήρωάς του (και δεν θα τον πω αντιήρωα) είναι ένα φυσικότατο πλάσμα που ζει σε μία κοινωνία με συμβατικούς θεσμούς. Είναι μία ατάραχη προσωπικότητα απέναντι σε ό,τι τεκταίνεται, απλώς επειδή η ικανοποίηση των βασικών του αναγκών (φαγητό, ποτό, έρωτας) είναι πολύ, μα πολύ σημαντική για να αισθάνεται καλά το σώμα του όσο και η ψυχή του, και ας τίθεται η τελευταία εν αμφιβόλω. Είναι ένα μυρμήγκι που δουλεύει ακατάπαυστα με απίστευτη ευσυνειδησία και με αυτόν τον τρόπο έχει μάθει προφανώς να επιβιώνει. Τον φαντάζομαι να περπατά πίσω ή μπρος από τα άλλα μυρμήγκια κουβαλώντας το παραπεταμένο σουσάμι από το ψωμί ενός γίγαντα χωρίς να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα αν θα τον πατήσει. Με την ίδια απάθεια κάνει και όλα τα υπόλοιπα. Συνάπτει επιφανειακές φιλίες, ευθείς έρωτες προς ικανοποίηση της τακτής ανάγκης για εκσπερμάτιση και προφανώς όχι για συντροφικότητα, βολτάρει στη φύση για να γευτεί τις χαρές και τις μυρωδιές της. Και αν δεχτούμε αυτή την εγωιστική άποψη του ανθρώπου ότι τα ζώα δεν διαθέτουν λόγο (λογική και ομιλία), αυτό το μυρμήγκι έχει μιαν υποβόσκουσα δική του λογική που είναι τόσο φυσική και απλή, ώστε δε μπορεί να δώσει εξηγήσεις στα πολύπλοκα: το θάνατο τον φυσικό, τον θάνατο τον βίαιο, το κακό που μπορεί  το ίδιο να προκαλέσει. Και επειδή δε μπορεί να δώσει εξηγήσεις τιμωρείται με τον σκληρότερο τρόπο, τον χυδαιότερο, τον πιο παράλογο και μάλιστα από μία κοινωνία που αποστρέφεται το παράλογο. Είναι τόσο εκπληκτικό αυτό που κατάφερε ο Καμύ, δημιούργησε έναν άνθρωπο που μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει βδελυρό, που ο αναγνώστης τον φοβάται, που η φυσική του προβολή στην πραγματική ζωή θα κατέστρεφε πραγματικά τις ιδεατές κοινωνίες που είχαν κάποτε  στο μυαλό τους ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, έναν άνθρωπο "άδειο", έναν εκνευριστικό τύπο που στο τέλος όμως τον αγαπάς, γιατί τώρα τον έμαθες και τον έχεις συνηθίσει. Όροσημα σε όλην αυτή την ψυχανάλυτική πορεία του Μερσώ ήταν ο ήλιος (που δεν είναι η γνώση, ο Χριστός που σώζει ή το Αγαθόν του Πλάτωνα, αλλά το χέρι στη σκανδάλη) και η επίκληση της μητέρας με τον όρο "μαμά" (γιατί είναι μία λέξη που μπορεί να ειπωθεί και από το πιο απεχθές πλάσμα στη γη).
Νομίζω λοιπόν ότι τα κλάματα δεν ταιριάζουν στον Μερσώ ούτε στον αναγνώστη, διότι η φυσικότητα των πραγμάτων αλλοιώνεται και η φυσική εξέλιξη τους παρακωλύεται. Τέλειο έργο. Όπως είναι.


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(3)

Αυτή η ανάρτηση έχει διπλό σκοπό και διττή ουσία. Θα μπορούσε να ονομάζεται "Τελειώνοντας τον Τριστάνο και την Ιζόλδη και αρχίζοντας τον Ξένο". Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 
Ο Ζοζέφ Μπεντιέ φαντάζομαι ότι ξεκίνησε να γράφει την περίφημη ερωτική ιστορία με τις καλύτερες προθέσεις. Αυτό που ελπίζω είναι να μην είχε την πίστη ότι θα έγραφε το αριστούργημα. Διότι αριστούργημα δεν ήταν...Το ίδιο το στόρυ προσφερόταν, νομίζω, για να γίνει ένα εξαίρετο αφήγημα, αφού άλλωστε όλα τα διαθέτει, αγάπη, πάθος αδήριτο (κι ας με εκνεύρισε πολύ), πολύν ηρωϊσμό, όλα εκείνα τα στοιχεία τελοσπάντων που συνθέτουν ένα πολλά υποσχόμενο έπος. Ο Μπεντιέ όμως δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Πήρε μία καθαρά ραψωδική ιστορία, την επεξεργάστηκε ταχύτατα και τη διηγήθηκε επίσης ταχύτατα, τόσο που δεν προλαβαίνει κανείς να διαχωρίσει τις σκηνές, να ψάξει τις αιτίες και τα αποτελέσματα κάθε πράξης, να συναισθανθεί την πάσχουσα κατάσταση των πρωταγωνιστών και να τους συγχωρέσει για τα σφάλματά τους. Αυτό δε που μου έκανε εντύπωση ήταν μία σκηνή αναγνωρισμού του Τριστάνου και της Ιζόλδης, σε αυτήν ο Μπεντιέ είχε αντιμετώπιση παντελώς παιδιαρώδη...ένιωσα πως άκουγα ένα σχοινοτενές ανέκδοτο από άτομο που στερείται το χιούμορ, που χάνεις τα νοήματα, τα πρόσωπα, τα γεγονότα και στο τέλος γελάς από τακτ ή παγώνεις από απελπισία. Και να ήταν ανέκδοτο πάει καλώς. Εδώ είδα την κλασική περίπτωση ανθρώπου που ήθελε να μιμηθεί ομηρικές τεχνικές και απέτυχε παταγωδώς. Το τέλος μάλιστα έρχεται τόσο αδιάφορα, ώστε το έργο χάνει κάθε πτυχή τραγικότητας και λύτρωσης, στοιχεία που όφειλε να διαθέτει στο έπακρο.
Και έτσι πήγα στο άλλο άκρο, στον "Ξένο" του Αλμπέρ Καμύ. Ομολογώ ότι το πρώτο κεφάλαιο που πρόλαβα να διαβάσω ως τώρα είναι σοκαριστικό. Μετά την "Πανούκλα", καταρχήν, δεν περίμενα να διαβάσω ένα τέτοιο αφήγημα από τον συγγραφέα. Απλούστατο στο λόγο, μεστό όμως στις περιγραφές, εξαιρετικά και απαράμιλλα στοχευμένο στην ψυχοσύνθεση του αφηγητή -  πρωταγωνιστή. Αισθάνεται κανείς ότι αυτό που διαβάζει παρουσιάζει στην ίδια του την ουσία αντιθέσεις, είναι ένα τραγικό διήγημα ειπωμένο τόσο φυσικά που σχεδόν τρομάζει. 
Αναμένοντας εναγωνίως τη συνέχεια...
Αλμπέρ Καμύ




Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Το βιβλίο ή την ταινία;

Νομίζω ότι όλοι έχουν σκοντάψει στο ερώτημα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Νομίζω όμως ότι για το συγκεκριμένο βιβλίο δεν θα πω το προφανές. Και η ταινία καμιά φορά μπορεί, αν όχι να υπερβεί το βιβλίο, να σώσει τον πολύτιμο χρόνο του δόλιου αναγνώστη από ένα εύπεπτο ανάγνωσμα μεγάλου μεγέθους, από μία best seller υποκουλτούρα. Τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι κάθε φορά που μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη ο Dan Brown..Όταν τελικά υποκύπτει κανείς στην ταινία, γιατί πράγματι είναι περιέργο τι στο καλό βρίσκουν όλοι στο τάδε ή το δείνα βιβλίο, καταλαβαίνεις και γιατί είναι best seller και γιατί αρέσει. Γιατί ο κόσμος θέλει, επιθυμεί βαθύτατα την πλεκτάνη, το μυστήριο, την παγκόσμια σκευωρία που πιθανότατα αισθάνεται ότι θα τον ξυπνήσει από το λήθαργο στον οποίο έχει υποκύψει εδώ και χιλιάδες χρόνια...Πολύ βέβαια αμφιβάλλω αν έχει καταλάβει σε τι είδους λήθαργο έχει υποκύψει και αν όντως o Dan Brown είναι το άτομο που θα τον ξυπνήσει. Βεβαίως δεν δικαιούμαι να μιλώ, έχω δει μόνο την ταινία και έχω ξεφυλλίσει ελάχιστα το βιβλίο. Τα λίγα που πρόλαβα να δω μου θύμισαν Λιακόπουλο και άρλεκιν (μόνο που δεν έχει έρωτες). Δεν έχω βεβαίως κάτι εναντίον των άρλεκιν (όσο κρατούν συντροφιά σε ανικανοποίητες γυναίκες που βρίσκουν δύσκολη τη Σαρλότ ή την Έμιλυ Μπροντε -  γιατί είναι δύσκολες, όπως και να το κάνουμε, και η ανάγκη είναι επιτακτική για ψυχική ολοκλήρωση, που καιρός για γραμματική και συντακτικό;), έχω όμως πολλά εναντίον της λιακοπουλικής προσέγγισης των πραγμάτων. Το κακό βέβαια είναι ότι αυτού του είδους η προσέγγιση βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο συγκεκριμένο κοινό. Οπότε: αφήστε! έχω πρόβλημα και με τα άρλεκιν.
Όπως και να 'χει, ο λήθαργος δεν έχει άλλοθι και σίγουρα δε θα φταίει η πιθανότητα ο Χριστός να τεκνοποίησε με τη Μαγδαληνή για να προκαλέσει τελικά αυτόν τον λήθαργο. Με λίγα λόγια είτε έχει είτε δεν έχει απογόνους, ο λήθαργος ξεκίνησε όταν ο κόσμος λησμόνησε αυτά που διακήρυξε, καμία σημασία δε θα έπρεπε να είχε για τον πραγματικό πιστό. Φυσικά δε θεωρώ τον εαυτό μου πιστό χριστιανό, απλά δε με απασχολεί το σενάριο. Διόλου. Μπορώ να πω μάλιστα πως, όπως αγγίχτηκε η ανθρώπινη φύση του Χριστού από τον Καζαντζάκη, δεν αποτυπώθηκε ποτέ με την ίδια τόλμη από κανέναν άλλο συγγραφέα, είναι και πραγματική λογοτεχνία και καθόλου υποκουλτούρα δεν είναι και γι' αυτό φόβισε πολύ το ιερατείο.
Και ο λόγος γίνεται φυσικά για το πασίγνωστο:
Το βιβλίο;
 ή
Την ταινία;
Κατά τα άλλα βεβαίως, όποτε έχουμε να κάνουμε με πραγματική λογοτεχνία, το βιβλίο είναι αξεπέραστο, διότι η σύλληψη του αναγνώστη του δίνει σάρκα και οστά και όχι ο οιοσδήποτε σκηνοθέτης. Ενιοτε εκτιμητέα η προσπάθειά του, ενίοτε μπορεί να συμπίπτει και με τη δίκη του σύλληψη. Δεν είναι κρίμα λοιπόν να παρακολουθήσει πρώτα την ταινία;

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(2)

...Έφτασα αισίως στο κεφάλαιο VII και τώρα δεν έχω να πω τίποτα για την τεχνική του συγγραφέα, έχω να πω αντιθέτως για το ίδιο το στόρυ: πόσο εγωϊστικός μπορεί να είναι ο έρωτας των δύο πρωταγωνιστών; γιατί τέτοια μανία για ολοκλήρωση; Και εμείς που ζήσαμε και πλατωνικούς έρωτες στη ζωή μας τι πάθαμε; Και τι είδους έρωτας είναι αυτός που σου επιτρέπει να ψεύδεσαι, να μισείς, ακόμα και να σχεδιάσεις (με δόλο και όχι εν βρασμώ) τη δολοφονία των φίλων σου (σε αυτό το τελευταίο κάνει και παρέμβαση ο ίδιος ο συγγραφέας προσπαθώντας να αιτιολογήσει την αναίτια πράξη!); Άλλωστε δεν είναι καν αληθινός έρωτας, είναι το πλασματικό απότοκο ενός μεσαιωνικού ματζουνιού, που μπήκε τυχαία στα στομάχια τους! Έχω εκνευριστεί! Και όταν εκνευρίζομαι με τους πρωταγωνιστές δεν αρκούμαι στους δευτεραγωνιστές για να πιαστώ από κάπου και να συνεχίσω. Έτσι είχα αισθανθεί και με τη Δάφνη ή  Ελένη ή  αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, σταμάτησα το βιβλίο στα 15 και το ξανάρχισα στα 17(αυτή είναι άλλη ανάρτηση όμως).
Τριστάνος και Ιζόλδη

Και δεν ξέρω αν έπεται συνέχεια...

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...

Και ξεκίνησε για μένα ένας κόσμος - παραμύθι. Ξετυλίγοντας το μυστήριο ενός έρωτα που γεννήθηκε από ένα μαγικό φίλτρο, γνώρισα την τύχη και το ριζικό, τα μαγικά φίλτρα που ενσταλάζουν τις νεανικές ψυχές με περίσσειες ελπίδες, τις μονομαχίες με τον μυθικό και τερατώδη Μόρχολτ, την τραγική εξέλιξη που διαφαίνεται ήδη από το κεφάλαιο III και τις μάχες των λαών να κερδίσουν αυτοδιάθεση και να σταματήσουν τα μίση. Μα πιο πολύ με συγκίνησε τούτη εδώ η φράση: "Γιε μου, από καιρό πεθύμησα να σε δώ..αντικρίζω το πιο όμορφο δημιούργημα που 'φερε ποτέ γυναίκα στον κόσμο. Γεννάω λυπημένη και έτσι σου κάνω την πρώτη γιορτή. Εξαιτίας σου είμαι λυπημένη μέχρι θανάτου. Και επειδή ήρθες στη γη απ' τη λύπη, θα ονομαστείς Τριστάνος".

Και όλα αυτά βέβαια στο περίφημο "Τριστάνος και Ιζόλδη", όπως το φαντάστηκε ή το απέδωσε ο Ζοζέφ Μπεντιέ, γάλλος συγγραφέας και μελετητής του γαλλικού μεσαίωνα που έζησε τον προπερασμένο και τον περασμένο αιώνα, τόλμησε όμως να γράψει έναν θρύλο που γνωρίζει χρόνια ζωής μέχρι τη γέννησή του. Μέχρι το κεφάλαιο III λοιπόν φαίνεται πως σέβεται απολύτως τις τεχνικές της μυθικής ιστορίας, θαρρείς πολλές φορές πως "πάσχει" από έντονη προφορικότητα, ωστόσο το μεγαλείο του γραπτού λόγου σε προκαλεί να φαντασιώνεσαι τις εικόνες που εσύ επιλέγεις ελεύθερα στο χωροχρόνο του. Νομίζω πάντως πως πρέπει να συνοδευτεί και από το ομώνυμο λιμπρέτο του Βάγκνερ, για να μεστώσει η φαντασίωση..

Και έπεται συνέχεια.....

Τα δανεικά βιβλία...(ή "Το Σπίτι του Ύπνου - Τζόναθαν Κόου)

...είναι τα καλύτερα, γιατί θέλεις πολύ να τα έχεις, αλλά για κάποιο περιέργο λόγο έχεις αμελήσει. Έχεις αφήσει τον φίλο, τον αδερφό, τον γνωστό να προνοήσει και κάνεις (!) οικονομία. Είναι και τα χειρότερα, γιατί αν σε αγγίξει κάποιο πάρα πολύ, ξεχνάς ότι θα έρθει εκείνη η στιγμή που πρέπει να το δώσεις πίσω. Ακόμη και αν πας να το αγοράσεις κατόπιν εορτής, θα ξέρεις πως δεν είναι αυτό που διάβασες, αυτό που τσαλάκωσες λίγο στη σελίδα 136, 155, 207...Κάπως έτσι θυμήθηκα "Το Σπίτι του Ύπνου" του Τζόναθαν Κόου, δανεισμένο από κοντινό συγγενή, στον οποίο το έκανα δώρο! Ο Τζόναθαν Κόου είναι οπωσδήποτε ο κατεξοχήν κινηματογραφικός συγγραφέας, τα κείμενα του είναι πολύπλοκα, αποτελούν μάλιστα σχεδόν πάντα την επανένωση ενός κατακερματισμένου σεναρίου με χαρακτηριστικό τέλος την έκπληξη. Περίπου με τον ίδιο τρόπο διαρθρώνεται και "Το Σπίτι του Ύπνου" αγγίζοντας το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις αλλαγές που υπέστη η Αγγλία κατά τη δεκαετία του 80. Αυτό που πραγματικά είναι ευρηματικό είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Κόου χρησιμοποίησε τον ύπνο για τη διάρθρωση του κειμένου του, αλλά και το κατά πόσον κατέστησε τη χρήση του αλληγορική. Η ναρκοληψία ή η αϋπνία είναι οι αντίθετες καταστάσεις που λογικά συνιστούν αυτό που λέμε παθολογική συμπεριφορά, όμως εδώ χρησιμοποιούνται ως προβολή μίας μετάβασης από τη μία στην άλλη κατάσταση, από το υπαρκτό στο υπαρκτό μέσω της ονειρικής οδού. Θα ήταν βεβαίως ανόητο να αποκαλυφθεί η έκπληξη για αυτόν που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, ωστόσο δε νομίζω ότι είναι αυτό που έχει τελικά τη μεγίστη σημασία. Ο Κόου είναι ο συγγραφέας πάντως που μπορεί κάποιος να διαβάσει παντού και συνεχώς, καθώς συναισθάνεται την επικείμενη αυτή έκπληξη να πλησιάζει. Μπορείς λοιπόν από τη στιγμή που θα ξεκινήσεις το βιβλίο του να μην το αφήνεις ούτε στιγμή, να το παίρνεις μαζί σου στη δουλειά, στο μεσημεριανό, στην τουαλέτα. Και όταν με το καλό το τελειώσεις, θα έχεις μία λαχτάρα ικανοποιημένη και αν σκεφτείς κάτι αρνητικό, θα είναι ίσως το γεγονός ότι αυτό το βιβλίο μπορεί να γίνει σενάριο στο Χόλυγουντ και να εξευτελιστεί αυτοστιγμή. Ωστόσο, εφόσον το δανείστηκες, αφού το επιστρέψεις, θα πας να το αγοράσεις και θα καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που το νέο σου απόκτημα δεν θα είναι αυτό που διάβασες.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Τα βιβλία που βαριέμαι να διαβάσω, αλλά θέλω να διαβάσω...

Και πόσες φορές ξεκίνησα το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Προυστ και δεν μπόρεσα..και το άλλο του Τόμας Μαν, τον περιβόητο "Δρ. Φάουστους"! Συνήθως διαβάζω τη νύχτα. Μάλλον πως δεν βοηθάει αυτό. Αλλά είναι απελπιστικό. Ο Προυστ φτάνει μέχρι τη 10η σελίδα μόλις! Εκεί που ο ήρωας κάνει λόγο για το τι αισθάνεται ή σκέφτεται όταν είναι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου (και αναρωτιέμαι πόσες σελίδες μπορεί να αφιερώσει κάποιος σε αυτό;). Ο Δρ. Φάουστους έχει φτάσει μέχρι τη μέση! Αλλά παρόλο που έχω λίγες γνώσεις μουσικής χάθηκα κάπου μεταξύ δεσπόζουσας και υποδεσπόζουσας σε όποια μουσική κλίμακα..δε θυμάμαι πια. Το χειρότερο φυσικά είναι πως αφήνω να περνά αρκετός καιρός, λησμονώ πολλά και αναγκάζομαι να ξεκινώ από την αρχή...και η απελπισία μεγαλώνει! Με παρηγορεί το γεγονός ότι διάβασα (κατάφερα να διαβάσω) την "Πανουκλα" του Αλμπέρ Καμύ. Ή πρέπει να αποδεχτώ ότι δεν μπορώ ή ότι πρέπει να γίνω πολυπράγμων για να μπορώ ή πρέπει κάποιος να μου δώσει μία λύση που δεν έχει σκεφτεί ακόμη το "ανώριμο" μυαλό μου.

Υπερηφάνεια και Προκατάληψη - Τζέιν Ώστεν

Πρωτοδημοσιευμένο στα 1813, το "Υπερηφάνεια και Προκατάληψη" έμελλε να δημιουργήσει τον γυναικείο ύμνο περί έρωτος. Γραμμένο με εξαιρετική απλότητα - με τέτοιο τρόπο που να γίνεται απόλυτα κατανοητό στη μέση γυναίκα - διαθέτει ωστόσο μιαν απίστευτη δυναμική στις περιγραφές όχι τόσο του υπαρκτού χώρου όσο του έσω θηλυκού κόσμου. Εδώ νομίζω ότι έγκειται και η τεράστια επιτυχία του, που κατέστησε δυνατή την επανέκδοση του σε πολλές γλώσσες, αλλά και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο και την τηλεόραση (διότι και οι γυναίκες είναι περισσότερες από τους άντρες σε τούτον τον κόσμο, και δεν παύουν - πράγμα περίεργο - να ονειρεύονται την τέλεια αποκατάσταση εξανεμίζοντας κάθε προσπάθεια μιας ταπεινής σουφραζέτας να χειραφετηθεί). Από την παρένθεση ορμώμενη λοιπόν συνεχίζω γράφοντας πως η τέλεια αποκατάσταση είναι και το θέμα του βιβλίου που συνεπάγεται προφανώς τον τέλειο άνδρα: τον γοητευτικότατο, αν και όχι πανέμορφο, αλλά το αρρενωπό, αγέρωχο πρότυπο που, όταν λυγίζει, είναι μόνο για τα μάτια της αγαπημένης του.
Τον άνδρα που κουβαλά χρόνια μία τεράστια κληρονομιά, της υψηλής καταγωγής και της αμύθητης περιουσίας (10,000 λίρες τον χρόνο παρακαλώ), ταυτόχρονα όμως τη σέβεται, είναι δίκαιος και σίγουρα δεν έχει το προφίλ του καπιταλιστή - δυνάστη που επιθυμεί όλο και περισσότερα εις βάρος του μικρού εργάτη ή του αγρότη. Το αντίθετο θα καθιστούσε μάλλον αδύνατη την πιθανότητα να ερωτευτεί ο κος Φιτζγουίλιαμ Ντάρσυ την κακό - μοιρη Ελίζαμπεθ Μπένετ! Το ζήτημα της καταγωγής και της κοινωνικής θέσης εν γένει είναι που δημιουργεί ουσιαστικά και την πλοκή του βιβλίου, καθώς ο αναγνώστης πολλές φορές μαρτυρεί την αδυναμία των πρωταγωνιστών να βρεθούν μαζί μέχρι το τέλος του. Και όχι μόνο των πρωταγωνιστών βέβαια, αλλά και οι επίδοξοι έρωτες των υπόλοιπων ηρώων σκοντάφτουν στο ίδιο ζήτημα ή καταστρέφονται από το ίδιο ζήτημα. Η αποδεκτή άποψη είναι ότι το βιβλίο γράφτηκε σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής, λίγο πριν λήξει ο 18ος αιώνας, και η άποψη αυτή θα με βρει απολύτως σύμφωνη. Το ζήτημα και ερώτημα τελικά είναι: "Τί είναι αυτό το ρομαντικό κατάλοιπο που καθηλώνει εκατομύρια αναγνώστες (ή μάλλον αναγνώστριες) σε αυτό το σενάριο σήμερα;" Αυτά τα μοιρολατρικά περί της γυναικείας φύσεως αδυνατώ να τα δεχτώ. Μήπως κυρίες μου δεν έχουμε χειραφετηθεί ακόμη; Δεν γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι το βιβλίο της Τζέιν 'Ωστεν είναι περισσότερο ηθογραφικό - ρεαλιστικό παρά ρομαντικό και μόνο γι' αυτό αξίζει να βρίσκεται σε οποιαδήποτε βιβλιοθήκη...γυναικεία ή αντρική.