Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Διδάσκοντας Στρατευμένη Τέχνη

Με τον όρο «στρατευμένη τέχνη» χαρακτηρίζουμε συνήθως τα έργα που έχουν ολοφάνερα στρατευθεί στην υπηρεσία ενός συγκεκριμένου πολιτικού στόχου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έργα που έχουν γραφεί με βάση έναν προκαθορισμένο στόχο και όλη τους η προσπάθεια συνίσταται στο να προπαγανδίσουν μια ορισμένη ιδεολογία. Όπως έχει δείξει η ιστορία, τις περισσότερες φορές που ο δημιουργός θέτει τον εαυτό του και το έργο του στην υπηρεσία στόχων εντελώς ξένων προς την τέχνη, το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών. Η εξήγηση είναι απλή: ο δημιουργός αυτός χάνει ουσιαστικά την ελευθερία του, που είναι μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει η τέχνη. Η στράτευση, είτε είναι εθελούσια είτε αναγκαστική, του επιβάλλει περιορισμούς και δεσμεύσεις που αναιρούν και ακυρώνουν την όλη καλλιτεχνική προσπάθεια.
Διευρύνοντας κάπως την έννοια της στρατευμένης λογοτεχνίας είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κάθε συγγραφέας έχει ορισμένες ιδέες για τους ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες συνειδητά ή ασυνείδητα προβάλλει μέσα από το έργο του. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Έτσι, κάθε σημαντικό έργο τέχνης μας δίνει μια νέα άποψη για τον κόσμο γύρω μας και αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί αρνητικό στοιχείο. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της στρατευμένης τέχνης ο δημιουργός υποτάσσει το έργο του στις ιδέες και αφήνεται να καθοδηγηθεί από αυτές, με αποτέλεσμα να προδίδει το βασικό στόχο του έργου τέχνης, που είναι πρώτα απ’ όλα αισθητικής και καλλιτεχνικής φύσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, που απλώς εκφράζει την εποχή του, οι ιδέες οι οποίες περνούν μέσα από το έργο του δεν είναι ο πρώτιστος στόχος. Το έργο, επομένως, λειτουργεί πρώτα ως καλλιτεχνικό προϊόν, δηλαδή ως έργο τέχνης, και έπειτα ως φορέας ιδεών. 
(αποσπάσματα από το ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ)

Ο “κυρ Μέντιος” του Κώστα Βάρναλη


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.


Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.


Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!


Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.


Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 


Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.


Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.


Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!


Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.


Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 


Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!


― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!


Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!


Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή), 


η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!… 


Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.


Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-”Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!


Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 


Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:


― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.


Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.


Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 


Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.


3 σχόλια:

  1. Πού ακριβώς στηρίζεις την άποψη ότι η στρατευμένη ποίηση τυχαίνει κατώτερη των προσδοκιών και ότι χάνεται η ελευθερία? Δεν το υποστηρίζεις με κανένα επιχείρημα. Εκτός από το να χρησιμοποιήσεις ένα ποίημα του Βαρναλη που δεν ανήκει στα πιο όμορφα ποιήματα του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πού ακριβώς στηρίζεις την άποψη ότι η στρατευμένη ποίηση τυχαίνει κατώτερη των προσδοκιών και ότι χάνεται η ελευθερία? Δεν το υποστηρίζεις με κανένα επιχείρημα. Εκτός από το να χρησιμοποιήσεις ένα ποίημα του Βαρναλη που δεν ανήκει στα πιο όμορφα ποιήματα του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο ορισμός δεν είναι δικός μου. Είναι το Οργανισμού Εκδόσεων, του Λεξικού Λογοτεχνικών Όρων. Ωστόσο αυτό είναι κατά βάση η στρατευμένη τέχνη εν γένει. Περαιτέρω, υπάρχει η παραδοχή πως στην ουσία δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κατά τη γνώμη μου υπάρχει ένα όριο το οποίο φυσικά και δεν μπορώ να το εντοπίσω, αλλά αποτελεί κομβικό σημείο στο οποίο το καλλιτεχνικό έργο δεν παράγεται πρωτίστως προς τέρψιν, αλλά πρωτωίστως για ιδεολογικούς σκοπούς. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι κακό. Μπορεί να είναι κακό ή καλό για χίλιους άλλους λόγους. Το δε ποίημα του Βάρναλη θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτικό και από τα πιο όμορφα ποιήματά του, του οποίου την κάθε αράδα τη νιώθω μέχρι το μεδούλι.
      Αυτά. Ελπίζω να σε κατατόπισα.

      Διαγραφή