Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Ομήρου "Οδύσσεια"

Το δεύτερο κατά χρονολογική σειρά σωσμένο έπος στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - ή καλύτερα το δεύτερο λογοτεχνικό κείμενο (το σωσμένο πάντα) στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - δεν είναι τυχερό, ακριβώς επειδή φέρει αυτόν τον τίτλο. Είναι αριστούργημα. Ας υποθέσουμε ότι ο πραγματικός συντάκτης του είναι ο Όμηρος (δε θα αναλύσω εδώ το ομηρικό ζήτημα), ας υποθέσουμε ακόμα ότι ήταν και τυφλός. Δεν έχει καμία σημασία. Τον ονομάζω πάντως συντάκτη, διότι πήρε τα κομμάτια των θρυλικών παραδόσεων και τους έδωσε μία ενιαία μορφή με αρχή, μέση και τέλος, περιπλεγμένα με αριστοτεχνική έκφραση και ύφος. Πάντως το έργο μού είναι ιδιαίτερα αγαπητό για τρεις λόγους:
Πρώτα, γιατί ξεκινάει σχεδόν από το τέλος και έτσι ένα μεγάλο κομμάτι του έργου στηρίζεται στην αφήγηση του πρωταγωνιστή. Αυτό από μόνο του δημιουργεί την αίσθηση ενός μεγάλου εγκιβωτισμού, που όμως δεν είναι ασήμαντος, δεν θέλει απλώς να δώσει ένα δίδαγμα ή να προωθήσει την υπόλοιπη ιστορία. Είναι η ίδια η ιστορία του πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεται ίσως αδύναμος στο νησί της Καλυψώς και στη σχεδία του, ύστερα όμως και εξαιτίας του παρελθόντος ανακτά την πολυμήχανη φήμη του, για να προοικονομήσει έτσι την επάνοδο στο βασίλειό του.


Έπειτα, γιατί καταφέρνει να μου δημιουργήσει ανάμεικτα συναισθήματα με το μακελειό της μνηστηροφονίας. Ο Οδυσσέας δεν είναι τέλειος. Διαπράττει ύβρη στο παρελθόν απέναντι στους θεούς λόγω της έπαρσης που τον διακατέχει. Γιατί λοιπόν να μην είναι και εκδικητικός; Και μάλιστα παρασύρει σε αυτή την ανόσια πράξη και τον ίδιο του το γιο, που είκοσι χρόνια είχε να τον δει.  Κάποιος θα έλεγε πως η πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανόσια, εφόσον ο Οδυσσέας δεν θα μπορούσε διαφορετικά να ανακτήσει το σεβασμό της οικογένειας και του λαού του. Ωστόσο, όσες φορές και αν το διαβάσει, δε μπορεί να μην δει τον δόλο, τη μανία και την εκδικητικότητα  που χαρακτηρίζουν τη μνηστηροφονία (Ίσως πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι όλοι είμαστε σύγχρονοι αναγνώστες και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει χτιστεί μέσα μας κάποιο είδος ηθικής, χριστιανικής ή άλλης).


Τέλος, για τον αναγνωρισμό του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αγαπημένη ερωτική σκηνή που κορυφώνεται με εξαιρετικό τρόπο, ενώ αρχίζει με περίσσεια αγωνία:
Μ’ αυτά τα λόγια πήρε να κατεβαίνει από το ανώγι,
μέσα της αμφιβάλλοντας αν έπρεπε, κρατώντας
την απόσταση, τον άντρα της να δοκιμάσει με ερωτήματα
ή να βρεθεί στο πλάι του, να πιάσει
το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα.
Στο μεταξύ προχώρησε πατώντας το πέτρινο κατώφλι,
ύστερα κάθισε στον Οδυσσέα αντίκρυ, στον άλλον τοίχο
απέναντι, στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς.
Εκείνος σε ψηλή κολόνα ακουμπισμένος, με το κεφάλι του
σκυφτό, περίμενε αν η ομόκλινη γυναίκα του κάτι θα πει,
τώρα που τον αντίκριζαν τα μάτια της.
Άφωνη όμως έμεινε η Πηνελόπη για πολύ,
λες κι είχε παραλύσει· μόνο τα μάτια της, τη μια κοιτούσαν
 καταπρόσωπο, την άλλη δεν τον αναγνώριζαν,
με τ’ άθλια ρούχα που φορούσε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου