Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Η Βάρδια του Νίκου Καββαδία

Σε ερώτηση παλαιάς γνώριμης, συμφοιτήτριας (που τελείωσε το κλασικό τμήμα, εγώ τελείωσα τη Φιλοσοφία - Παιδαγωγική), που αφορούσε τη σχέση του φιλολόγου με την ποίηση, "τι προτιμούσα; το Ρίτσο ή τον Καββαδία;", αφελώς και ταχύτατα απάντησα τον πρώτο με τη "φιλολογίστικη" ιδέα πως εκείνος συνιστούσε πραγματική ποίηση, ενώ ο δεύτερος ήταν μάλλον περισσότερο στιχουργός. Με τα χρόνια αποποιήθηκα τη συνήθεια να τοποθετώ "ταμπέλες" στα πράγματα, στους ανθρώπους κλπ. Στην περίπτωση του Καββαδία, έχω την άποψη τελικά ότι διέθετε την ικανότητα να γράφει ποίηση αφηγηματική σε μικρή έκταση, αλλά με μια απαράμιλλη μεστότητα. Το αν αυτό είναι πραγματική ποίηση ή όχι τελικά δε με ενδιαφέρει, γιατί πολύ απλά με συγκινεί και πολλές φορές με αφήνει έκπληκτη.
Η αφηγηματική τάση του Καββαδία γίνεται μυθιστορηματική σε ένα μόνο έργο του, τη Βάρδια που εκδίδεται για πρώτη φορά το 1954. Εδώ διάβασα μαζεμένες όλες εκείνες τις μοιραίες ιστορίες που τις βρήκα διάσπαρτες στο Μαραμπού ή το Πούσι. Η αφήγηση κινείται σε τριπλό επίπεδο: Το πρώτο επίπεδο αφορά την προφανή ιστορία που συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο. Σε ένα ταξίδι στον Ειρηνικό με ένα σαπιοκάραβο, οι άνθρωποι του πληρώματος, ο καπετάνιος, ο ασυρματιστής, ο θερμαστής εργάζονται μέρα και νύχτα σε ατέλειωτες βάρδιες, ενώ παράλληλα επιδίδονται σε συζητήσεις για όσα έχουν ζήσει στο παρελθόν. Και έτσι περνάμε στο δεύτερο επίπεδο: οι ιστορίες που διηγούνται είτε είναι αυτοτελείς είτε παρουσιάζονται σε συνέχειες. Οι περισσότερες ζοφερές, στενάχωρες ή σοκαριστικές αφήνουν μια πικρή γεύση απαισιοδοξίας σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ο αναγνώστης δέχεται ως μοιρολατρική την τοποθέτηση των πρωταγωνιστών αποκλειστικά στη θάλασσα και ποτέ στη στεριά, αφού η ζωή του ναυτικού δε μπορεί να συμβιβαστεί με τα επίγεια. Στο τρίτο επίπεδο αφήγησης, που είναι ιδιαίτερα διακριτό στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας επιχειρεί να γράψει με μεγαλύτερη εσωστρέφεια μέσω της παραληρηματικής γραφής, όπως την ονομάζουν οι ειδικοί. Ο πραγματικός χρόνος και οι ιστορίες εμπλέκονται στο μυαλό του αφηγητή, που είναι πράγματι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς πότε τελειώνει το ένα και πότε αρχίζει το άλλο. Φυσικά δεν είναι διόλου παράλογο να ταυτίσουμε τον ασυρματιστή με τον συγγραφέα, τόσο εξαιτίας των εξόφθαλμων ενδείξεων που έχουμε για να οδηγηθούμε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα (όνομα, επάγγελμα) όσο και για τις έμμεσες ενδείξεις που προκύπτουν από την ιδιοσυγκρασία, τη ψυχοσύνθεση ή ακόμη και τις ιστορίες που αφορούν τον ασυρματιστή.
Η Βάρδια λοιπόν είναι ένα μεγάλο Μαραμπού, ένα γνήσιο ναυτικό ανάγνωσμα που ίσως απευθύνεται στους λάτρεις του είδους, και αφήνει τον αναγνώστη με ένα συναίσθημα θλίψης, αφού πάντα υπακούει σε αυτό τον μοιραίο στίχο που είναι η αλήθεια του θαλασσινού: "...αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου". Είναι αλήθεια γλυκιά και πικρή. Γλυκιά, γιατί ο θαλασσινός, αν και ξένος με τον γήινο άνθρωπο,
είναι φιλάνθρωπος, πικρή γιατί η επιθυμία του να λέγεται θαλασσινός τον καταστρέφει.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Προπαγάνδα ή ύμνος στη δημοκρατία η "Φάρμα των Ζώων";

Και κατ' επέκτασιν, το επόμενο ερώτημα είναι: "μπορούν να αποσχιστούν τα βιογραφικά στοιχεία της ζωής του Τζόρτζ Όργουελ από το έργο του;" Ομολογώ πως το ερώτημα τριβέλισε ουκ ολίγες φορές το μυαλό μου, καθώς διάβασα τη σχεδόν "παιδική" αλληγορία της Φάρμας των Ζώων. Τα εν λόγω διλήμματα, θαρρώ πως μου επιτρέπουν να εξετάσω το βιβλίο του από δύο οπτικές γωνίες:
Στην πρώτη (που μάλλον θα βρει θερμούς υποστηρικτές τους μπλογκόφιλους και λοιπούς που κερδίζουν αισθητική και ψυχαγωγική απόλαυση από την ανάγνωση του βιβλίου, μέχρι του σημείου που μπορεί να τους προβληματίσει με την ιδέα ότι ο συγγραφέας είναι ένα απρόσωπο ον;) ταιριάζει μάλλον να κάνω λόγο και για την ίδια την ιστορία. Η φάρμα των Αφεντάδων που κατέχει και διευθύνει ο κος Τζόουνς πέφτει στα χέρια των ίδιων των ζώων, αφού εκείνα αποφασίζουν να επαναστατήσουν κατά της καταπίεσης και της δρομολογημένης ζωής που ζουν προς εξυπηρέτηση του ανθρώπινου είδους σε συνδυασμό μάλιστα με το άδοξο τέλος που καλείται να ζήσει το καθένα από αυτά. Στη νέα τους ζωή γίνεται λόγος για ισότητα, για απουσία συνεργασίας με τους ανθρώπους, για εργασία σχεδόν εθελοντική και όχι δουλεία...υπό την επίβλεψη ωστόσο των γουρουνιών που αποκτούν αρχηγική θέση στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται: ο Χιονής (Σνόουμπολ), ως πρωτεργάτης της επανάστασης, φροντίζει για τα πρώτα προνόμια που απολαμβάνουν τα γουρούνια σε βάρος των άλλων ζώων. Όμως αυτά δεν είναι πραγματικά τίποτε μπροστά σε αυτά που επιβάλλει πλέον το νέο γουρούνι - αρχηγός Ναπολέων, το οποίο μάλιστα αναλαμβάνει την εξουσία με διόλου δημοκρατικές διαδικασίες. Η αλληγορία ξεδιπλώνεται με απλούστατο τρόπο σε σημείο που θα μπορούσε να διαβαστεί από ένα μικρό παιδί και πολύ σωστά να το προβληματίσει ως προς την εκμετάλλευση που ασκεί κανείς σε βάρος των άλλων όταν κατέχει εξουσιαστική θέση. Αυτό βεβαίως είναι προτέρημα συναρτήσει της τεχνικής της αφήγησης που σταδιακά κάνει φανερές τις προθέσεις των αυταρχικών γουρουνιών και κυρίως του Ναπολέοντα. Το τέλος βέβαια του βιβλίου παραλληλίζει ευθέως τα γουρούνια με ανθρώπους και μας αφήνει με την εντύπωση πως ο αυταρχισμός και η επιβολή είναι στο αίμα μας.
Στην δεύτερη περίπτωση δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο Όργουελ γράφει τη Φάρμα των Ζώων με αφορμή τη Ρωσική Επανάσταση και αργότερα τη σταλινική πολιτική. Αυτή θέλει να σατιρίσει και ας εναντιώνεται τελικά σε κάθε παρόμοια κατάσταση. Η στάση του συγγραφέα απέναντι σε σημαντικά γεγονότα ενισχύουν ίσως την άποψη ότι έδειξε και εκείνος με τη σειρά του αυταρχισμό απέναντι σε όσους ασπάζονταν τον κομμουνισμό. Ενώ λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας συγγραφέας υπέρμαχος της αριστεράς, κατά την περιβόητη συμμετοχή του στον Ισπανικό Εμφύλιο τάχθηκε με το μέρος των κυβερνητικών. Επιπλέον, ο Όργουελ θρυλείται πως επιδόθηκε στην καταγραφή λίστας φιλοκομμουνιστών που έπειτα παρέδωσε στη Βρετανική κυβέρνηση. Λέγω "θρυλείται", διότι προσωπικά πρόκειται για μία περίπτωση που δεν γνωρίζω η ίδια αν αποτελεί γεγονός, ωστόσο η Guardian κάνει λόγο για αυτή τη λίστα. Χωρίς να με απασχολεί για το ποια ιδεολογία υποστηρίζεται ή βάλλεται σε πάσα περίπτωση κατά την οποία θίγεται η ελευθερία του ανθρώπου, αυτό και μόνο αυτό με ενδιαφέρει. Επομένως, δεν παύω να βλέπω με καχυποψία τις προθέσεις του συγγραφέα που ενώ πολύ εύστοχα έγραψε στη Φάρμα των Ζώων: "Όλα τα ζώα είναι ίσα...", συνεχώς αναρωτιέμαι μήπως τελικά ασπάστηκε τη συνέχεια του αποφθέγματος "...αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα".

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Η Μεταμόρφωση του Φράντς Κάφκα

Γνωρίζοντας πως μάλλον δε θα πρωτοτυπήσω για τη Μεταμόρφωση, πέρα από όσα γνωρίζω εξ άλλων πηγών, απέφυγα να διαβάσω στο διαδίκτυο απόψεις κριτικών και άλλων μπλόγκερς. Αν είναι λοιπόν να μην πρωτοτυπήσω, ας το κάνω εν αγνοία μου: Πρώτα - πρώτα, γνωρίζω πως η ζωή και η ψυχοσύνθεση του Κάφκα έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο συγγραφικό του έργο, γνωρίζω ακόμη πως η σχέση του με τον πατέρα του - βλ. "Επιστολή προς στον Πατέρα" -  ήταν τόσο προβληματική, ώστε αναπόφευκτα ψάχνουμε αυτοβιογραφικές αναφορές όχι μόνο σε αυτό, αλλά σε όλα τα έργα του (όπως και να το κάνουμε η φιλολογίστικη προσέγγιση του πάει του Κάφκα). Στο μυαλό μου είναι συνδυασμένη λοιπόν αυτή η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, που ο ίδιος επιρρίπτει την ευθύνη της διαμόρφωσής της στην αδιαφορία του πατέρα του, με το ζοφερό και μυστικιστικό περιβάλλον της γενέτειράς του, της Πράγας. Όταν σκέφτομαι τον Πύργο, μόνο εκεί μπορώ να τον φανταστώ. Όταν ακόμη συνθέτω στο νου μου τη μουσική που θα έντυνε το έργο του, μόνο μινόρε μπορώ να ακούσω. Όταν μαντεύω το τέλος στα βιβλία του, μόνο το κακό μπορώ να περιμένω. Λυτρωμός δεν υπάρχει ούτε στη Μεταμόρφωση, σ' αυτή την τόσο απλή ιστορία που φέρει τίτλο που "κυριολεκτεί", μια και ο ήρωάς μας μετατρέπεται δίχως καμία εξήγηση σε ένα ευμεγέθες μαμούνι.
Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα πρωί μετά από ταραγμένο ύπνο έχοντας χάσει την ανθρώπινη υπόστασή του ή, για να γίνω πιο σαφής, την ανθρώπινη σύστασή του: η πλάτη του στηρίζεται σε ένα σκληρό κέλυφος, η κοιλιά του έχει μεγαλώσει υπερβολικά και η υφή της έχει αλλάξει, ενώ τα δυο του πόδια έχουν πολλαπλασιαστεί σε πολλά "ποδαράκια", όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κάφκα, τα οποία μάλιστα, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, αδυνατούν να κρατήσουν το κορμί του. Η νέα πραγματικότητα γίνεται γρήγορα φανερή σε πατέρα, μητέρα και αδερφή που καραδοκούν έξω από τις κλειδωμένες πόρτες του δωματίου του Γκρέγκορ, όταν τον αναζητούν από τη δουλειά του στην οποία έχει αργοπορήσει πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια.  Σταδιακά εκτυλίσσεται η ιστορία του καταπιεσμένου γιου της οικογένειας , που συντηρεί τα υπόλοιπα μέλη και τώρα καλούνται αυτά να τον συντηρήσουν. Αυτή η αντιστροφή ρόλων φανερώνει και την προβληματική σχέση που έχει ο ήρωας με τους γονείς του, η οποία όμως σχέση περιγράφεται από τον ίδιο όσο εκείνος έχει ακόμη  ακμαία την ανθρώπινη σκέψη του. Κάποια στιγμή αυτή η ανθρώπινη πλευρά του παραγκωνίζεται από τη νέα του ζωή. Ο ήρωάς μας σιγά - σιγά σταματά να σκέφτεται ή να μιλά, στο βαθμό τουλάχιστον που το έκανε στην αρχή και όσο συμβαίνει αυτό, τόσο παγιώνονται οι νέοι ρόλοι: Πατέρας, μητέρα και αδερφή λέγονται πια με τα ονόματά τους, εργάζονται και τέλος αρνούνται να βοηθήσουν το τεράστιο ζωύφιο, να επιβιώσει, άλλωστε "αν είχε μείνει κάτι από τον Γκρέγκορ μέσα του, θα τους είχε αφήσει ήσυχους", λόγια που εκστομίζει η αδερφή του, παρόλο που στην αρχή έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαχείριση της νέας κατάστασης. 
Η Μεταμόρφωση εκτυλίσσεται μόλις σε λίγο περισσότερες από 100 σελίδες. Η τεράστια ιδιοφυΐα του συγγραφέα έγκειται στο γεγονός πως συνέλαβε μια πρωτότυπη ιστορία, και μέσα σε λίγες αράδες μας την παρέδωσε τόσο μεστή και ολοκληρωμένη, που είναι πραγματικά λογικότατο να έχει γίνει τόσος λόγος και ανάλυση γι' αυτή. Ομολογώ πως οι δευτεραγωνιστές δεν είναι απολύτως ξεκάθαροι ως προς το ήθος τους, αισθάνομαι όμως πως αυτό αναδεικνύει και φωτίζει τις πτυχές του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Κάθε φράση του κειμένου, τέλος, δε γράφτηκε τυχαία, ειδικά η τελευταία αράδα του βιβλίου - την οποία φυσικά προτιμώ να μην αποκαλύψω - φαντάζει παντελώς άσχετη με όλο το υπόλοιπο έργο. Θεωρώ ωστόσο πως δεν είναι, είναι απολύτως σχετική, γιατί έχει να κάνει με νέα ανάληψη ρόλων, με επανάληψη του αρχικού μοτίβου που υιοθέτησαν οι γονείς σε βάρος του άτυχου Γκρέγκορ. Σε αυτήν την αράδα, με το αθώο και απλοϊκό νόημα, δε μπορείς να τους συγχωρέσεις, ενώ ίσως προσπαθούσες νωρίτερα, φίλε αναγνώστη, να τους συγχωρήσεις για άλλες φανερές τους αδικίες.

Σημ. Η ανθρωπόμορφη εικόνα του ζωυφίου - Γκρέγκορ, όπως αυτή αποδίδεται στο θέατρο ή τον κινηματογράφο ή τη ζωγραφική, θεωρώ ότι απέχει μακράν από την ουσία της Μεταμόρφωσης. Παραπέμπει σε κάτι άλλο, σε αποκλεισμό λόγω ασχήμιας ( σε έναν "Άνθρωπο Ελέφαντα" ίσως), όμως αυτό δεν είναι το πρωτεύον θέμα του έργου, άλλωστε φαίνεται ότι ο Γκρέγκορ ήταν αποκλεισμένος πριν από τη Μεταμόρφωση. Η εικόνα που έχω επισυνάψει πιστεύω ότι είναι πιο κοντά σε αυτό που περιγράφει το βιβλίο.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Μικρές Τραγωδίες του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

Ο λόγος για τον οποίο πήρα ως δώρο αυτό το βιβλίο δεν ήταν τόσο ο γνωστός Ρώσος συγγραφέας του - ελπίζω δε αυτό να μην εκληφθεί ως υποτιμητικό προς εκείνον - όσο ο τίτλος της πρώτης μικρής τραγωδίας "Μότσαρτ και Σαλιέρι". Η ιστορία του απίθανου Αμαντέους, ή καλύτερα η ιστορία του πιθανού μίσους που αισθανόταν ο Σαλιέρι για τον Μότσαρτ έγινε σε εμένα γνωστή κατά την παιδική μου ηλικία από δύο πηγές: πρώτον, από τον τόμο "Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ" από τη σειρά "οι Μεγάλοι όλων των Eποχών" (από τις κλασικές πια εκδόσεις Mondadori)  που κοσμούσε τη βιβλιοθήκη των γονιών μου. Εκεί γινόταν μια απλή αναφορά για το ρόλο που πιθανώς έπαιξε ο Αντόνιο Σαλιέρι, μουσικός της αυλής του βασιλιά Ιωσήφ της Αυστρίας, στο τέλος του μεγάλου μουσουργού. Αν θυμάμαι καλά, παρατίθεται και πίνακας που αναπαριστά τον Σαλιέρι να κρατά σημειώσεις για λογαριασμό του Μότσαρτ και κατόπιν εντολής του για τη σύνθεση του τελευταίου έργου του, του Ρέκβιεμ. Η δεύτερη πηγή δεν είναι άλλη από την ταινία Amadeus (1984) του Μίλος Φόρμαν, που ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέμα και άγγιξε τόσο την παιδική μου ψυχή όσο τίποτε άλλο, όχι μόνο για τη μουσική εν γένει, αλλά και για τις θετικές και αρνητικές όψεις που μπορεί να λάβει η ανθρώπινη ψυχή, για τις επιρροές που δέχεται από τη θρησκεία, για την εσωτερική σύγκρουση που συναισθάνεται ο άνθρωπος όταν δεν είναι ευτυχισμένος με το "εγώ" του.
Ο Αλεξάντρ Πούσκιν παίρνει τη περίπλοκη ψυχοσύνθεση του προβληματικού Αντόνιο και την τοποθετεί απέναντι στον Μότσαρτ και φτιάχνει δραματική ποίηση. Το Μότσαρτ και Σαλιέρι είναι φαινομενικά μια μελέτη του φθόνου, περιγραφή ενός ανθρώπου που σπαράζεται από την αδυναμία να καταλάβει πως μπορεί "θεϊκό ταλέντο" και "ιδιοφυία αθάνατη" να στολίζουν έναν "αργόσχολο ακαμάτη", γράφει ο Λεωνίδας Καρατζάς στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ύμνος στην ανθρώπινη - καλλιτεχνική δημιουργία. Πολλοί μάλιστα θεωρούν πως ο συγγραφέας ταυτίζεται αναπόφευκτα με τον μεγάλο κλασικό. Όπως είναι αναμενόμενο, ωστόσο, όσοι το διαβάσουν θα δουν πολλές φορές τον Ιταλό μουσικό να παραδέχεται τη ζήλεια που του τρώει τα σωθικά, να αναθεματίζει Θεό και Ουρανούς που τον ανάγκασαν να ζει σε μια κατώτερη θέση από αυτή ενός προικισμένου με σαλεμένο νου. Κατά τα άλλα, η σχέση των δύο είναι μάλλον καθ' ολοκληρία φανταστική, όσο και το μίσος του ενός προς τον άλλο. Ακόμη και φανταστική όμως, δεν παύει να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, γεμάτη έντονα συναισθήματα, μου θυμίζει πάντα κάτι από την Ισμήνη του Ρίτσου.

Η σύνθεση του Confutatis, από το Ρέκβιεμ στην ταινία του 1984:

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Για όσους πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους

Είναι μάλλον παγκοσμίως σύνηθες ότι οι περίοδοι κρίσεων φέρουν στην επιφάνεια τον χειρότερο εαυτό του ανθρώπινου είδους. Την ίδια στιγμή που γράφω, χτυπιέται στο έδρανο της Βουλής ένας πρώην ακροδεξιός φασίστας (δεν ξέρω αν αυτό περνάει, μου κάνει και λίγο ανίατη ασθένεια), που τώρα ανήκει με δόξα και τιμή στην κεντροδεξιά και είναι φυσικά ένας από αυτούς που με τη ψήφο τους σύρουν όλο και πιο βαθιά τη χώρα σε τούτη στην καταστροφή. Και νομίζω ότι η παράλογη αυτή εικόνα περιγράφει σε όλο της το μεγαλείο την παράνοια στην οποία ζούμε εδώ και πολλά χρόνια, και που επιδεινώνει τελικά αυτή την κρίση. 

Και όταν λέω παράνοια, αν και δε ξέρω από που να ξεκινήσω, εννοώ τα εξής: Μέσα σε διάστημα δύο ετών έχουμε αλλάξει δυόμισι κυβερνήσεις (η μισή είναι του τεχνοκράτη που κανείς δεν ψήφισε), οι οποίες έκαναν μπαμ βρε άνθρωπε ότι δε θα σε στήριζαν στη δύσκολη στιγμή και παρά τις καταφανείς τους προθέσεις, εσύ τους ψήφισες! Και ας υποθέσουμε ότι γίνεσαι έρμαιο των ΜΜΕ και ότι τελικά η ευθύνη δεν είναι όλη δική σου, πως είναι δυνατόν να δίνεις πάντα προβάδισμα πωλήσεων στον Τύπο που κατεξοχήν καταστρατηγείται από τις δυόμισι κυβερνήσεις και από άλλους έχοντες και κατέχοντες;  Και έστω ότι κυβερνήσεις και ΜΜΕ διαθέτουν πονηριά και εξυπνάδα, στοιχεία που σε σένα μάλλον παρουσιάζουν έλλειψη, πόσο ατελέσφορη είναι η παιδεία που σου χάρισε αυτό το κράτος για να καταντήσεις ένα άβουλο ον, δίχως κριτική ικανότητα και σκέψη; 

Το αποτέλεσμα φυσικά είναι ένα: ο κόσμος αυτός, ο δικός μας μικρός κόσμος, έχει χωριστεί σε πολλά κομμάτια. Δημόσιοι και ιδιωτικοί, πλούσιοι και φτωχοί, εργαζόμενοι και άνεργοι, ξένοι και Έλληνες, υπάλληλοι της Βουλής και λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι. Σε έχουν διαιρέσει καλέ μου άνθρωπε και βασιλεύουν, και όσο γράφω τούτες τις αράδες ακούω τα αδίστακτα "ναι" τους που κάνουν το μέλλον των παιδιών σου δυσοίωνο και ζοφερό. Γιατί λοιπόν δε δείχνεις αλληλεγγύη; Γιατί δε στρέφεσαι σε φιλολαϊκές πολιτικές; Μήπως την έχεις ψωνίσει και νομίζεις ότι ζεις σε κοινωνία που την ευνοεί ο καπιταλισμός; Μήπως έχεις την εσφαλμένη εντύπωση ότι θα "αγκαλιάσει" ποτέ το κεφάλαιο τον απλό πολίτη; Γελιέσαι, γιατί σου έδωσαν την εντύπωση ότι εσύ μπορείς να αντιπροσωπεύσεις το κεφάλαιο. Σου φούσκωσαν τα μυαλά με χρηματιστήρια και πιστωτικές κάρτες και τώρα ούτε και εσύ δε ξέρεις που χρωστάς. 

Θα σου συγχωρήσω την άνεση με την οποία οικειοποιήθηκες αυτόν τον ρόλο, γιατί κακά τα ψέματα όταν με την πρώτη ευκαιρία επιλέγει κανείς τη θέση ισχύος, έχει και μπόλικο εγωισμό και η ηθική του χωλαίνει. Τώρα λοιπόν που θίχτηκε και η τσέπη σου και ο εγωισμός σου, αντί να τρέχεις να κρύβεις τα λεφτά σου σε κάλτσες, βιβλία και ντουλάπες, με την ιδέα, ανθρωπάκο, ότι η δική σου επιβίωση είναι ανώτερη από του διπλανού σου, τώρα που επιστρατεύεις περισσότερο από ποτέ το γλείψιμο και την κολακεία για να κρατήσεις μια θεσούλα στο ουτοπικό σου πάνθεον, τώρα δε νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να αποκτήσεις ιδεολογία; Δε νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να αγωνιστείς; Όχι μόνο στο δρόμο, αλλά με όλο σου το είναι, με την ίδια σου τη ζωή καθημερινά. Κάνε κάτι επιτέλους με τις δικές σου τις δυνάμεις, το χρωστάς στον εαυτό σου και στα παιδιά σου.


Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Βιλέτ της Σαρλότ Μπροντέ

Όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες της Βιλέτ, ένιωσα πως η αφηγήτρια δεν θα ήταν η πρωταγωνίστρια της ιστορίας που θα διάβαζα. Και συμβαίνει βέβαια το εξής μαγικό: είναι τελικά η αφανής ηρωίδα, εκείνη που παρατηρεί τη ζωή από "απόσταση ασφαλείας", εκείνη που περνά τον καιρό της εξ ολοκλήρου ζώντας μέσα από τις ζωές των άλλων, για να γίνει σιγά - σιγά η πρωταγωνίστρια της ζωής της. Μέσα από τις 711 σελίδες του βιβλίου της, η Μπροντέ παρουσιάζει αυτή τη μεταστροφή τόσο σταδιακά, τόσο (ψυχ)αναλυτικά, που είναι σχεδόν αδύνατον στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής της διαδικασίας. Αυτό που τελικά μένει είναι η εντύπωση που έχει κανείς στην αρχή της ιστορίας και αυτή που έχει στο τέλος της: "Όσα ένιωσα και ό,τι έκανα εκείνη τη βραδιά δεν περίμενα ποτέ πως θα τα νιώσω και θα τα κάνω, σαν να είχα πέσει σε έκσταση και να είχα ανέβει στον έβδομο ουρανό...την άλλη μέρα, όμως, όταν τα ξανασκέφτηκα, δεν την ενέκρινα πια εκείνη την ερασιτεχνική παράσταση...πήρα τη σταθερή απόφαση να μην αφήσω να παρασυρθώ ξανά σε παρόμοιες ιστορίες", λέει χαρακτηριστικά η Λούσι Σνόουι μετά τη συμμετοχή της σε θεατρικό έργο, συμμετοχή που την έβγαλε για λίγο από το περιθώριο και φυσικά αυτό την τρόμαξε. Έτσι, η Λούσι Σνόουι αντιδρά σε ό,τι της συμβαίνει τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι θέλει να ζήσει. 
Το βιβλίο ξεκινά με μια κατά τα φαινόμενα αναδρομή στο παρελθόν στο σπίτι της νονάς της Λούσι, στο σπίτι της οικογένειας Μπρίτον στην ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον γιο της οικογένειας, Τζον Γκράχαμ Μπρίτον και περιγράφει η ίδια διεισδυτικά και σκηνοθετικά τον συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και της μικρής Πόλυ που φιλοξενείται στο σπίτι. Η Λούσι Σνόουι, ενήλικη και πάμπτωχη στη συνέχεια, στιγματίζοντας συχνά τα παιδικά της χρόνια χωρίς όμως να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες, μεταναστεύει στη Βιλέτ της Λαμπασκούρ (πιθανόν στις Βρυξέλλες του Βελγίου). Εκεί εργάζεται ως δασκάλα στο παρθεναγωγείο της μαντάμ Μπεκ και έρχεται σε επαφή και πάλι με τον γιατρό πια Τζον Μπρίτον, αλλά και με τον ιδιότροπο καθηγητή Πολ Εμανιουέλ. 
Η πορεία της από τούδε και στο εξής χαρακτηρίζεται από τα συναισθήματα που γεννώνται μέσα της για τον νεαρό γιατρό, από τις απογοητεύσεις που δοκιμάζει γύρω από το ίδιο θέμα και από την απροσδόκητη τροπή (όχι απαραίτητα καλή, όχι απαραίτητα κακή)  που τελικά παίρνουν τα πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι το θέμα του βιβλίου δεν είναι ο έρωτας στον πρώιμο Βικτωριανό κόσμο, είναι η ψυχογράφηση όμως ενός ανθρώπου καθώς διαγράφει την πορεία του από την αφάνεια και τον συναισθηματικό θάνατο στη φωτεινή επιφάνεια, στη ζωή. Τούτο το βιβλίο είναι σαφέστατα ένα από τα πιο ώριμα βιβλία της Σαρλότ Μπροντέ ακριβώς επειδή προχωρά τη συγγραφή της ένα βήμα πιο πέρα από την απλή ιστορία, επειδή κερδίζει τον αναγνώστη με κάθε αράδα του, χωρίς υπερβολή με καθεμιά από τις 711 σελίδες του. Εν τέλει δεν είναι διόλου τυχαίο να συζητάμε για τις ταλαντούχες αδελφές Μπροντέ, σχεδόν 200 χρόνια μετά τη σύλληψη και τη συγγραφή των εξαιρετικών έργων τους.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ο Μόμπι Ντικ βάζει τα γιορτινά του

Σε ένα από τα κλασικά αφιερώματα της google ανήκει το σημερινό, με το οποίο καταπιάνομαι μάλιστα αυτήν την περίοδο. Περιττό είναι να πω πόσο χάρηκα όταν αντίκρισα στη γνωστή ιστοσελίδα το σκίτσο που απεικονίζει την περιβόητη φάλαινα όταν αυτή εκτοξεύει νερό από το φυσητήρα της για να σχηματίσει έτσι, χωρίς κόπο, το γράμμα L από τη λέξη google...και να μου θυμίσει πόσο εκνευρίζομαι όταν ο υπολογιστής μου αποφασίζει αυθαίρετα (ή μάλλον εγώ κάτι θα έχω πατήσει) να μου εμφανίζει επίμονα άλλη μηχανή αναζήτησης που ούτε αφιερώματα κάνει ούτε είναι τόσο ενημερωμένη....
Ο Μόμπι Ντικ λοιπόν εκδίδεται σαν σήμερα, 161 χρόνια πριν, στις 18 Οκτωβρίου στα 1851 στην Αγγλία. Η θαλασσινή περιπέτεια του Μέλβιλ είναι πολλά περισσότερα από μια ναυτική ιστορία κυνηγιού μιας φάλαινας. Είναι ένα έργο επικό, συμβολικό σε όλη του την έκταση, εξαιρετικό στη ροή του λόγου, απόλυτα ταιριαστό στην θαλασσινή ελευθερία που διακατέχει όλους τους "σκληροπυρηνικούς" ναυτικούς. Είναι τέλος γνωστό πως το έργο τούτο κατατάσσεται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πράγμα δικαιότατο και διόλου τυχαίο. Ελπίζω δε πολλοί να το διαβάσουν με αφορμή αυτό το κλικ που πιθανόν κάνουν πάνω στην υπέροχη εικόνα...

υγ. Αγαπημένε μου αναγνώστη, συγχώρεσέ μου που δεν εμφανίζομαι τόσο τακτά όσο παλαιότερα, αλλά βρίσκομαι σε ενδιαφέρουσα και μάλλον πως αυτή η κατάσταση μονοπωλεί το ενδιαφέρον μου...

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το Όνειρο της Κλάρας του Κωσταντίνου Χατζόπουλου


Ο σπουδαίος μεταφραστής του Φάουστ, ο συγγραφέας της Τάσως, της Αννιώς και του Σπιτιού του Δασκάλου, ενώ γράφει σε μια εποχή που οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν μια διάθεση λόγια - από την οποία δε μπορούν εύκολα να ξεφύγουν - τόσο στο γλωσσικό τους ιδίωμα όσο και στο ύφος τους εν γένει, γράφει από καρδιάς. Και επειδή η καρδιά του συγγραφέα, φαντάζομαι, πως στην ουσία δεν καταπιέζεται από γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, εκφράζεται όπως "μιλά" στην καθημερινότητά της και καταπιάνεται με θέματα που σκιαγραφούν ήρωες που άλλοι θα πίστευαν ίσως ότι δεν αξίζουν τέτοια προσοχή...Το όνειρο της Κλάρας, δίχως το πολυτονικό σύστημα (τυπολογικός εξαναγκασμός των αρχών του 20ου αιώνα), μοιάζει να γράφτηκε σήμερα...

Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Κλά­ρας


ΗΝ ΚΛΑΡΑ, δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς. Πὼς ἦ­ταν τό­σο ἄ­σχη­μη δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ πι­στέ­ψει, κι ἂς τὸ φο­βό­τα­νε. Ὅ­μως δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς, καὶ στὶς συν­τρό­φισ­σές της ποὺ φλυ­α­ροῦ­σαν γιὰ τοὺς ἔ­ρω­τές τους, ἔ­πρε­πε νὰ κά­θε­ται νὰ πλά­θει καὶ νὰ δι­η­γεῖ­ται κι αὐ­τὴ φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ νέ­ους ποὺ τὴν ἀ­γά­πη­σαν μιὰ φο­ρὰ καὶ γι’ ἄλ­λους ποὺ τὴν κυ­νη­γοῦν ἀ­κό­μα. Πό­τε δι­η­γό­τα­νε ρο­μαν­τι­κοὺς πε­ρί­πα­τους μέ­σα στὰ δά­ση μὲ τὸν ἕ­ναν, πό­τε τα­ξί­δια μὲ τὶς βάρ­κες καὶ τὰ βα­πο­ρά­κια στὸ πο­τά­μι καὶ στὶς λί­μνες μὲ τὸν ἄλ­λον. Αὐ­τὰ ὅ­λα γι­νό­τα­νε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ἡ Κλά­ρα ἔ­με­νε στὸ σπί­τι καὶ συν­τρό­φευ­ε τὴν ἄρ­ρω­στη μη­τέ­ρα της, ἢ ἔ­βγαι­νε τὸ ἀ­πο­βρα­δὶς στ’ ἀ­πό­με­ρα γιὰ ν’ ἀ­να­σά­νει καὶ νὰ πλά­σει κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω στὸν ἀ­έ­ρα τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ θὰ ἱ­στο­ροῦ­σε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα στὶς συν­τρό­φισ­σές της. Ὁ φί­λος ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος μὲ με­λα­ψὴ θω­ριά, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ μα­κρυ­σμέ­νον τό­πο, ἀ­πὸ μιὰ χώ­ρα ὅ­που δὲν πέ­φτει πο­τὲ χι­ό­νι, ὅ­που οἱ κάμ­ποι χά­νον­ται στὸ ἄ­πει­ρο μά­κρος σὲ πυ­ρὴ ἄ­χνα, τὰ δέν­τρα κρε­μοῦ­νε πρὸς τὰ κά­τω τα κλα­διά, μέ­σα στὰ δά­ση ζοῦν που­λιὰ πα­ρά­ξε­να καὶ τὰ λευ­κὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ πα­λά­τια κα­θρε­φτί­ζουν τὶς κο­λό­νες τους καὶ τὶς κορ­φὲς στ’ ἀ­κί­νη­τα κί­τρι­να νε­ρὰ τῶν πο­τα­μι­ῶν. Οἱ συν­τρό­φισ­σές της ἀ­νοί­γα­νε πλα­τιὰ τὰ μά­τια, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα δι­η­γό­ταν πὼς ἔ­χει κι ὁ φί­λος της ἕ­να πα­λά­τι καὶ θὰ τὴν πά­ρει νὰ πᾶν ἐ­κεῖ νὰ ζή­σου­νε μα­ζί.
       Κι ἡ Κλά­ρα τὸν πε­ρί­με­νε νὰ ‘ρ­θεῖ, ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­μείνει καὶ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν ἦρ­θαν. Κι ἕ­να βρά­δι, ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι κι ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν σι­γὰ κι ἀρ­γὰ σὰν τὰ δι­κά της κά­ποι­α πα­τή­μα­τα, ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸς ἀ­λη­θι­νά. Μὰ σὰ νὰ τῆς στα­μά­τη­σε με­μιᾶς τὸ αἷ­μα, ἡ καρ­διά της χτυ­ποῦ­σε τό­σο ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ στρέ­ψει πί­σω νὰ τὸν δεῖ. Μό­νο ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα της καὶ μπῆ­κε μέ­σα, γύ­ρι­σε κι ἔ­ρι­ξε πί­σω γλή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ εἶ­δε ἀν­τί­κρυ τὰ μά­τια του ποὺ λάμ­παν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ. Ἀ­νέ­βη­κε βι­α­στι­κὴ τὴ σκά­λα κι ἔ­τρε­ξε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος κον­τὰ στὸ στύ­λο τοῦ φα­να­ριοῦ κι εἶ­χε τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να στὸ πα­ρά­θυ­ρό της.
       Ἡ Κλά­ρα δὲν κοι­μή­θη­κε οὔ­τε κεί­νη τὴ νύ­χτα οὔ­τε τὴν ἄλ­λη. Για­τί τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου τὴν ξα­να­πή­ρα­νε κον­τὰ καὶ τὸ ἄλ­λο βρά­δι· κι ὅ­ταν ἀ­νέ­βη­κε στὸ σπί­τι, ἐ­κεῖ­νος ξα­να­στή­θη­κε σὰ στύ­λος ἀν­τί­κρυ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ μά­τια γυ­ρι­σμέ­να ἐ­κεῖ. Τὸ τρί­το βρά­δι δὲ βα­στοῦ­σε ἄλ­λο ἡ Κλά­ρα. Φό­ρε­σε πά­λι τὸ κα­πέ­λο της καὶ ξα­να­κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ πά­ει ἴ­σια στὸν ἄ­γνω­στο, ἀ­θέ­λη­τα ὅ­μως τρά­βη­ξε ἴ­σια στὸ δρό­μο χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει ποῦ τρα­βᾶ. Ὁ ἕ­νας δρό­μος ἔ­βγα­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ κεῖ­νος ἔ­ξω στὸ με­γά­λο πάρ­κο. Ἡ Κλά­ρα πέ­ρα­σε τὸ μέ­ρος ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­το φῶς καὶ κό­σμο καὶ μπῆ­κε σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ μο­νο­πά­τια, ποὺ φι­δω­τὰ καὶ μι­σο­φω­τι­σμέ­να χά­νον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τοὺς μαύ­ρους θό­λους τῶν κλα­ρι­ῶν. Χώ­θη­κε μέ­σα σὲ αὐ­τοὺς καὶ προ­χω­ροῦ­σε. Πί­σω της ἔ­νι­ω­θε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου ἀρ­γά, σι­γὰ σὰν τὰ δι­κά της πάν­τα. Καὶ προ­χω­ροῦ­σε ὅ­σο ποὺ ἔ­φτα­σε στὸ μέ­ρος ὅ­που μιὰ λί­μνη μι­σο­κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα ἔ­κο­βε τὸ πάρ­κο. Ἅ­μα στα­μά­τη­σε, στα­μά­τη­σαν καὶ τὰ βή­μα­τα κον­τά της· κι ὅ­ταν κά­θι­σε στὸ κά­θι­σμα ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νος σι­μά της κι ὁ ἄ­γνω­στος. Ἕ­να φα­νά­ρι κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα, τῆς ἔ­φε­ξε καὶ κεῖ νὰ ξα­να­δεῖ τὴν ὄ­ψη του. Ἦ­ταν με­λα­ψή, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαῦ­ρα μα­κριὰ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος.
       Ἡ Κλά­ρα τὸν κοί­τα­ζε ἀ­μί­λη­τη κι ἀ­σά­λευ­τη, σὰ βυ­θι­σμέ­νη σὲ ὅ­ρα­μα. Δέν­τρα κον­τά, λι­γνά, σκυ­φτά, γυρ­τό­κλω­να, δέν­τρα μὲ φύλ­λα ἀ­ριά, μα­κριά, λε­πι­δω­τά, πο­λύ­χρω­μα, πα­ρά­ξε­να χρυ­σο­φεγ­γί­ζα­νε σὰ γνώ­ρι­μα, σὰν ἄ­γνω­ρα στὴ ρό­δι­νη ἀν­τη­λιά, ἡ ἔκ­στα­ση τῶν πλα­τι­ῶν κάμ­πων ποὺ χά­νον­ται πέ­ρα μα­κριὰ σὲ πυ­ρὰ βά­θη ἀ­νοι­γό­ταν γλαυ­κό­λαμ­πη μπρο­στά της. Εἶ­χε δι­α­βά­σει στὰ βι­βλί­α γιὰ τὰ μέ­σα μά­τια ποὺ κά­πο­τε βλέ­πουν πρω­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­ξω μά­τια, καὶ κοί­τα­ζε πάν­τα τὸν ἄ­γνω­στο καὶ πε­ρί­με­νε νὰ τῆς μι­λή­σει κι ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ λα­χτά­ρι­ζε νὰ τῆς μι­λή­σει γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τό­πο του, γιὰ τὰ πα­ρά­ξε­να που­λιὰ ποὺ ζοῦν στὰ δά­ση, γιὰ τὰ κί­τρι­να ἀ­κί­νη­τα νε­ρὰ ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὰ λευ­κὰ πα­λά­τια. Μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἄ­νοι­γε τὰ χεί­λη, πα­ρὰ τὴν κοί­τα­ζε καὶ κεῖ­νος σι­ω­πη­λὸς κι ἀ­σά­λευ­τος. Ἔ­τσι σι­ω­πη­λὸς ὅ­λο το βρά­δι ἐ­κεῖ­νο, ἔ­τσι ἀ­σά­λευ­τος καὶ σι­ω­πη­λὸς καὶ τ’ ἄλ­λα βρά­δια στὴ σει­ρά, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα τὸν ἔ­σερ­νε κα­τό­πι της κι ἔρ­χον­ταν καὶ κα­θί­ζα­νε κον­τὰ-κον­τὰ στὸ ἴ­διο κά­θι­σμα ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ.
       Ἡ Κλά­ρα τώ­ρα δὲ μι­λοῦ­σε λό­γο στὶς συν­τρό­φισ­σές της γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Ἔ­με­νε σι­ω­πη­λή, συλ­λο­γι­σμέ­νη ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, σὰ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ νὰ πε­ρί­με­νε μό­νο νὰ ‘ρ­θεῖ τὸ βρά­δι.
       Τέ­λος ἕ­να βρά­δι σι­ω­πη­λὸ καὶ σκο­τει­νὸ σὰν ὅ­λα τ’ ἄλ­λα, ἕ­να βρά­δι ποὺ σὰν πάν­τα το φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ ἔ­πε­φτε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γνώ­στου καὶ σερ­νό­τα­νε στὰ πό­δια του σὰ φί­δι καὶ τρε­μό­παι­ζε κι­τρι­νω­πὸ ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, ἡ Κλά­ρα σί­μω­σε πιὸ κον­τὰ τὸν ἄ­γνω­στο καὶ τοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι.
       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κου­νή­θη­κε. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ τὸ κρα­τᾶ, τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια καὶ τὴ ρώ­τη­σε:
       «Πῶς σὲ λέ­νε;»
       Ἡ Κλά­ρα εἶ­πε τὸ ὄ­νο­μά της.
       Κι ὁ ἄ­γνω­στος κοι­τά­ζον­τάς την πάν­τα ψι­θύ­ρι­σε:
       «Δὲν εἶ­σαι σύ–»
       Ἡ Κλά­ρα τέν­τω­σε τὰ μά­τια.
       «δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο· τῆς μοιά­ζεις στὴν ἀ­σχη­μιά–»
       Ἡ Κλά­ρα ἔ­κα­με νὰ τρα­βή­ξει τὸ χέ­ρι της, μὰ ἐ­κεῖ­νος τὸ κρά­τη­σε:
       «τὰ ἴ­δια κρε­μα­σμέ­να χεί­λη, τὰ ἴ­δια τ’ ἀ­χα­μνά, τὰ κο­κα­λι­ά­ρι­κα τὰ μά­γου­λα, τὰ πε­ταγ­μέ­να ἔ­ξω· τὰ ἴ­δια τὰ μι­κρά, τ’ ἄ­χρω­μα, τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια, τὸ ἴ­διο το καμ­που­ρι­α­σμέ­νο τὸ κορ­μί. Ἦ­ταν ἡ πιὸ ἄ­σχη­μη καὶ κεί­νη ἀ­π’ ὅ­λες. Κα­νεὶς δὲν τὴν κοί­τα­ζε, κα­νεὶς δὲν τῆς μι­λοῦ­σε, κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­νε νὰ δοῦ­νε τὴν ψυ­χή. Καὶ κεί­νη εἶ­χε κα­λὴ ψυ­χή. Δὲ μί­λη­σε πο­τέ· δὲ γέ­λα­σε πο­τὲ μὲ μέ­να ἐ­κεί­νη. Κα­θό­τα­νε μό­νη στὴν ἄ­κρη, μα­ζε­μέ­νη, καὶ κοί­τα­ζε ἄ­φω­νη, σὰν πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸ κλου­βί, τὶς ἄλ­λες ποὺ γε­λού­σα­νε μὲ μέ­να. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ αὐ­τές, δὲν ταί­ρια­ζε στὸν κό­σμο. Γι’ αὐ­τὸ τὴ σκό­τω­σα.»
       Ἡ Κλά­ρα τι­νά­χτη­κε, μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι.
       «Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα καὶ τὴ σκό­τω­σα», ξα­κο­λού­θη­σε, «μὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, ἐ­σὲ δὲ σ’ ἀ­γα­πῶ. Ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη, ὅ­πως φαν­τά­στη­κα ὅ­ταν σὲ εἶ­δα πρώ­τη φο­ρά. Νό­μι­σα πὼς πέ­ρα­σε ἡ ψυ­χή της σὲ σέ­να, πὼς ἀ­να­στή­θη­κε σὲ σέ­να, πὼς ξα­να­ῆρ­θε στὴ ζω­ὴ μὲ σέ­να. Μὰ ὄ­χι, ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη. Ἐ­σὺ τρέ­μεις. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­τρε­με. Ξέ­πλε­ξε μό­νη τὰ μαλ­λιὰ καὶ μοῦ τὰ ἔ­δω­σε στὸ χέ­ρι. Μοῦ τὰ ἔ­δω­σε καὶ τῆς τὰ πέ­ρα­σα γύ­ρω στὸ λαι­μὸ θη­λιά, τρά­βη­ξα, ἔ­σφι­ξα τὴ θη­λιὰ γε­ρά, καὶ τὰ μά­τια της, τὰ μι­κρὰ τὰ μά­τια της ἀ­νοί­ξα­νε πλα­τιὰ στὸ χά­ος, τεν­τω­θή­κα­νε πόρ­τες ὀρ­θά­νοι­χτες στὴν ἄ­βυσ­σο· σὰν πλά­κες σμάλ­το ἀ­σπρο­φεγ­γί­σαν τ’ ἄ­χρω­μα τὰ μά­τια, σὰν αἱ­μο­στά­λα­χτα ρουμ­πί­νια ἄ­στρα­ψαν τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια. Τρό­μα­ξα καὶ τῆς σκέ­πα­σα τὸ πρό­σω­πο. Ἔ­βλε­πα μό­νο τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Παί­ζα­νε φέγ­γη χλω­μο­κί­τρι­να, ἀ­χνο­ρό­δι­να κι αὐ­τοῦ, πνι­γό­ταν ἀ­σπρο­γά­λα­ζες, πρα­σι­νω­πές, θαμ­πό­χρυ­σες ἀ­να­λαμ­πές. Πῶς πνί­γον­ται μουν­τὰ μιὰ μέ­ρα θαμ­πε­ρὴ τὰ χρώ­μα­τα στὸ φίλ­δι­σι, πῶς τρε­μο­φέγ­γει στὰ νε­ρὰ ἐ­κεῖ τὸ λει­ψὸ φεγ­γά­ρι ποὺ τρυ­πᾶ τοὺς κλά­δους – ἔ­τσι ἔ­φεγ­γε μπρο­στά μου τὸ γυ­μνὸ κορ­μί.»
       Ἡ Κλά­ρα κοί­τα­ξε στὴ λί­μνη ὅ­που ἔ­δει­χνε τὸ χέ­ρι του. Τὰ νε­ρὰ ἦ­ταν σκο­τει­νά, φεγ­γά­ρι δὲ φαι­νό­ταν· μό­νο στὴν ἄ­κρη, ἐ­κεῖ μπρο­στὰ θαμ­πό­τρε­με ἡ λάμ­ψη τοῦ φα­να­ριοῦ κι­τρι­νω­πή.
       «Για­τὶ τὴ σκό­τω­σα γυ­μνή», ξα­κο­λού­θη­σε ὁ ἄ­γνω­στος· «γυ­μνώ­θη­κε ὅ­ταν εἶ­δε πὼς τὴν ἤ­θε­λα γυ­μνή, κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις, ἐ­σὺ δὲ λύ­νεις μό­νη τὰ μαλ­λιά–»
       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ λαι­μό της, σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­σει τὴν τρα­χη­λιά.
       Ἡ Κλά­ρα ξα­να­τι­νά­χτη­κε.
       «Μὴν τρο­μά­ζεις· δὲν σὲ θέ­λω ἐ­σέ­να», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος καὶ κα­τέ­βα­σε τὸ χέ­ρι. «Ἐ­κεί­νη ἄ­φη­σε καὶ τὴ γύ­μνω­σα, κι ἔ­πε­σε ἔ­τσι στὸ κρε­βά­τι. Δὲν τὸ μό­λυ­να. Σκέ­πα­σα τὸ γυ­μνὸ κορ­μὶ για­τί μὲ φό­βι­σε κι αὐ­τὸ ὅ­πως ἔ­φεγ­γε. Τῆς φί­λη­σα μό­νο το χέ­ρι ποὺ κρε­μό­ταν κά­τω ἀ­σκέ­πα­στο. Ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, τό­σο ἁ­πα­λὸ τὸ χέ­ρι της. Τὸ δι­κό σου εἶ­ναι ἄ­σχη­μο, δὲν τὸ φι­λῶ. Τρα­χύ, πλα­τύ, κα­κο­πλα­σμένο. Δὲν εἶ­σαι κεί­νη ἐ­σύ, δὲν ξα­να­βγῆ­κες ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο νε­ρὸ ποὺ πῆ­γα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξα γιὰ νὰ μὴν τῆς δεῖ κα­νέ­νας ἄλ­λος τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις, δὲ θέ­λεις ν’ ἀ­γα­πή­σεις, δὲν μπο­ρεῖς – ἢ θέ­λεις; Λέ­γε!»
       Ἔ­μει­νε κρα­τών­τας, σφίγ­γον­τας δυ­να­τὰ τὸ χέ­ρι της.
       Ἡ Κλά­ρα ἔ­σκυ­ψε τὸ πρό­σω­πο. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­κρύ­ζει τὸ δι­κό του, δὲ βα­στοῦ­σε νὰ βλέ­πει τὰ μά­τια του ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε με­γά­λα, μαῦ­ρα, κρύ­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο τὸ φῶς.
       Σὲ λί­γο ἔ­νι­ω­σε πὼς τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι, κι ὅ­ταν τόλ­μη­σε καὶ ξα­να­σή­κω­σε τὸ πρό­σω­πο, ὁ ἄ­γνω­στος εἶ­χε χα­θεῖ.
       Τὸ ἄλ­λο βρά­δι, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, δὲν ἄ­κου­σε πί­σω της τὸ βῆ­μα του. Κι ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο, δὲν εἶ­δε νὰ στέ­κει ἀν­τί­κρυ, νὰ πε­ρι­μέ­νει. Πε­ρί­με­νε, πε­ρί­με­νε κι αὐ­τή – δὲ φά­νη­κε. Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο καὶ δί­χως νὰ τὸ νι­ώ­σει βρέ­θη­κε στὸ πάρ­κο κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ. Ἔ­μει­νε ὧ­ρες μό­νη, ἀ­σά­λευ­τη, σκυ­φτή. Ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἦρ­θε. Ὅ­ταν ὅ­μως ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει καὶ μπῆ­κε στὸ στε­νὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι, τό­τε τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε νὰ σβή­νει σὰν ἀ­πο­πί­σω της, σὰν ἀ­πὸ μα­κριὰ ἢ κον­τά, ἢ σὰν ἀ­πο­μέ­σα της μο­νά­χα ἕ­να μα­κρύ, τρι­κυ­μι­στό, χα­χα­νι­στὸ ἄ­γριο γέ­λιο.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή στο Ζάππειο

Η στάση πληρωμών θέλει καλοπέραση και έτσι τα εναπομείναντα χρήματα πριν από το δανεισμό τα ξοδέψα με πολύ καλή παρέα στο Ζάππειο...
Το ξόδεμα άρχισε λίγο πιο πριν με καφεδάκι και lemon pie ωραιότατη σε επίσης ωραιότατο μαγαζάκι στο Παγκράτι. Φτάνοντας λίγο αργότερα στο βροχερό και μουντό χώρο του Ζαππείου αντίκρυσα μια σχετικά μικρή έκθεση και αναπόλησα για λίγο τις τεράστιες εκθέσεις του Πεδίου του Άρεως, που έφευγες φορτωμένος με άπειρα προγράμματα και χωρίς την αίσθηση ότι έχεις μέση και πλάτη από την ορθοστασία και το περπάτημα (ωραίες εποχές). Και, όπως μάλλον το συνηθίζω, στράφηκα στο κλασικό βιβλίο και αγόρασα: Φάουστ του Γκαίτε (από τα παιδικά βιβλία που έχασα στη μοιρασιά με την αδερφή μου) από τις εκδόσεις γράμματα, δερματόδετο σκληρό έντυπο, εικονογραφημένο από τον Ευγένιο Ντελακρουά και φυσικά σε μετάφραση του αγαπημένου μου Κωσταντίνου Χατζόπουλου, που θα μου επιτρέψετε να παραλείψω το "ν" από την πρώτη συλλαβή του ονόματός του, γιατί ο ίδιος συνήθιζε να υπογράφει έτσι. Ο Φάουστ ή Γεώργιος και Γιόχαν Φάουστους ή ακόμη και Ιωάννης είναι ο κατεξοχήν θεατρικός ήρωας που ενέπνευσε συγγραφείς και άλλους καλλιτέχνες, ακριβώς γιατί αγγίζει τη σκοτεινή πλευρά του με την προβολή ενός Μεφιστοφελή που αποτελεί καθώς φαίνεται, το alter ego του.
Αγόρασα ακόμα Βιλέτ της Σαρλότ Μπροντέ, εκδόσεις Σμίλη, βιβλίο για το οποίο γνώριζα πως ήταν το τελευταίο που εκδόθηκε λίγο πριν το θάνατό της. Ήδη όμως από τις πρώτες σελίδες συνειδητοποιώ πως η Σαρλότ Μπροντέ αφήνει να διαφανεί και εδώ το συγγραφικό της μεγαλείο, όπως και στη Τζέιν Έιρ, σίγουρα πιο ώριμη και πιο βαθιά ηθογραφική και ψυχογραφική. Επιπλέον, παρόλο που η αφηγήτριά της δε φαίνεται να είναι και η πρωταγωνίστριά της, βρίσκεται σε έναν συνεχή διάλογο με τον αναγνώστη, σαν να υφαίνει εκείνη, η αφηγήτρια, την ιστορία.
Τέλος, αυτό που δεν έτυχε ποτέ μέχρι τώρα να δω σε ελληνική έκδοση, παρά μόνο σε αγγλική και αυτή σε ηλεκτρονικό έντυπο, βρέθηκε μπροστά μου σχεδόν στο τέλος της έκθεσης και είναι το παγκοσμίου φήμης (ευπώλητο;) της εποχής του, τον περιβόητο Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ, εκδόσεις Στοχαστής.
Η ιστορία του αιμοδιψή παλουκωτή, του ανασκολοπιστή που τρεφόταν με ανθρώπινο αίμα γίνεται στα χέρια του Στόουκερ ιστορία βαθιάς αγάπης και εμπνέει ζωγράφους, θεατρανθρώπους και κινηματογραφιστές από τον θρυλικό Νοσφεράτου μέχρι το αριστούργημα του Κόπολα. Αυτό το βιβλίο το ήθελα, εξ αιτίας της παιδιαρώδους επιθυμίας μου να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου, ακριβώς επειδή είναι εξαιρετικά κλασικό. Δεν περίμενα βέβαια να ανακαλύψω ήδη από χθες το βράδυ και μέσα σε λίγες σελίδες τη γλωσσική ευφράδεια του συγγραφέα, που διαφαίνεται με εξαιρετικό τρόπο και δεν υποσκελίζεται διόλου από την υπέροχη μετάφραση της Αννέτας Καπόν (με κάνει δε να πιστεύω πως δύσκολα θα βρω Άγγλο -αν και γεννημένος ο συγκεκριμένος στην Ιρλανδία - συγγραφέα του 19ου αιώνα που να μη διαθέτει αυτό το προτέρημα) και την εκπληκτική ατμόσφαιρα και την αγωνία που δημιουργεί στον αναγνώστη, ακόμη και αν η επόμενη σκηνή είναι πασίγνωστη...
Το βράδυ έπεσε πάνω από τη μουντάδα, το ξόδεμα πήρε το τέλος του στα  45 ευρώ, ταπί και ψυχραιμία, διότι είχα μετά μια χαρά για τον Δράκουλά μου, που δε περιγράφεται...


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη του 1969 - Ελλάδα του 2012

Γιατί αισθάνομαι ότι  ο Μανόλης Αναγνωστάκης πάλι μεγάλη απογοήτευση θα αισθανότανε με το 2012, όπως τότε, με το 1969, ψάχνοντας ανθρώπους να αγωνιστούν για τούτη την ανελευθερία που ζούμε; Γιατί αισθάνομαι τον τόπο μας να βουλιάζει μέρα με τη μέρα στην εξαθλίωση, να βρίσκει να κατηγορήσει ανθρώπους που δε φταίνε, να γίνεται έρμαιο του φασισμού, να στέκεται με απάθεια μπροστά στη βία που ασκείται σε κάποιον, μόνο επειδή έχει μελαψό χρώμα; Γιατί αισθάνομαι πως βρίσκει άπειρες δικαιολογίες να μην αντιταχθεί σε ό,τι πραγματικά τον εκμεταλλεύεται; Γιατί αισθάνομαι πως το δικαίωμα της ψήφου του το έχει μετατρέψει σε πιστοποιητικό κολακείας απέναντι σε ανθρώπους που στρογγυλοκαθίζουν τα οπίσθιά τους σε θέσεις εξουσιαστικές υποσχόμενοι ευημερία; Γιατί αισθάνομαι πως η αδικία έχει γίνει συνήθεια; Γιατί τα παιδιά να απογοητεύονται όταν θα έχουν πιστέψει τα λόγια του πατέρα: "εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες";

Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.
Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
            τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε 
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε 
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες, 
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες 
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
            οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
            τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
            ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
            τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ (2)

"Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια - δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς - έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα...όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει...όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ...και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου -  τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ..." (μετάφρ. Α.Κ. Χριστοδούλου).

Αυτές είναι οι πρώτες αράδες των Αμυδρών Γραμμών στον Θαλάσσιο Ορίζοντα, του πρώτου δηλαδή κεφαλαίου, που με κέρδισαν αμέσως, όχι μόνο γιατί ο αφηγητής μου δεν έκρυψε τίποτα από τα εσώψυχά του, όχι μόνο γιατί μου συστήθηκε λιτά και απέριττα χωρίς περιστροφές, αλλά κυρίως γιατί διάβασα με τον πιο όμορφο τρόπο - πράγμα που πρέπει να το οφείλω πρώτα στο συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι πως διαβάζω και μιαν εξαιρετική μετάφραση - τι ζητά ένας θαλασσινός άνθρωπος όταν μες στη ψυχή του είναι Νοέμβρης υγρός...Ο Ισμαήλ φτιάχνει έτσι τον Ταξιδιωτικό του Σάκο και σταθμεύει για λίγο στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, λίγο πριν μπαρκάρει. Το μοναδικό κρεβάτι που βρίσκει είναι μια θέση δίπλα σε έναν φοβερό καμακιστή, ένα τρομακτικό πλάσμα, ανθρωποφάγο και επικίνδυνο, που έτσι τον φαντάζεται ο Ισμαήλ πριν καν τον αντικρίσει. Τρέμει στην ιδέα να κοιμηθεί μαζί του, αλλά επειδή ήδη μου έχει δείξει - από αυτές τις πρώτες αράδες που σου παρέθεσα, φίλε αναγνώστη - ότι ξέρει πολύ καλά τι θέλει, κι αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι ένας καλός ύπνος, τίποτε δεν τον σταματά: ούτε όταν οι φόβοι του επιβεβαιώνονται για το ποιόν του καμακιστή, ούτε όταν ουρλιάζει από τρόμο να έρθει ο πανδοχέας να τον σώσει. Και πόσο όμορφα κωμικό γίνεται το σκοτεινό και φοβερό στοιχείο  που επικρατεί στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, όταν ο Ισμαήλ μετά το ευγενικό νόημα του τέρατος λέγει στο τέλος: "Καληνύχτα, πανδοχέα, είπα, μπορείς να φύγεις. Πλάγιασα και ποτέ μου δεν κοιμήθηκα πιο καλά".

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση

Ομολογώ πως έχω πολύν Καραγάτση στη βιβλιοθήκη μου, αλλά κάθε φορά που αποπειρώμαι να τον διαβάσω με πιάνει μια ακατανίκητη πλήξη, μια απίστευτη βαρεμάρα, φίλε αναγνώστη, την οποία έχω την ατυχία να τη βιώνω κιόλας από τις πρώτες σελίδες και φυσικά κάνω το διόλου καταπιεστικό να ξαναβάζω το τάδε ή το δείνα βιβλίο στη θέση του: σε εκείνη τη θέση που μπαίνει ένα βιβλίο για να διακοσμήσει και όχι να διαβαστεί...δηλαδή μιλάμε για κατάντια...Τον έχω δε συνδυάσει τον δόλιο με εκείνες τις σειρές της κρατικής τηλεόρασης που σε συνδυασμό με τους βαρύγδουπους τίτλους και τα βαριά ξενικά ονόματα, τους ηθοποιούς και τη σκηνοθεσία, με απωθούσαν τόσο, που ανυπομονούσα για μιαν ελαφρότητα τύπου "Καπλάνι της Βιτρίνας" ή "Θησαυρός της Βαγίας" και όχι λόγω ηλικίας, διότι μια χαρά παρακολουθούσα π.χ. τον Χριστό να ξανασταυρώνεται...
Όπως και να 'χει το πράγμα, τον Λιάπκιν τον άρχισα (με προκατάληψη), διότι είναι ένα μικρό βιβλιαράκι 270 σελίδων. Είπα, ας του δώσω μια ευκαιρία, και μάλλον επειδή η τύχη δε θέλει εμένα και τον Καραγάτση να μονιάσουμε, ξεκίνησα ίσως από το λάθος βιβλίο. Πρόκειται για νουβέλα της πρώιμης λογοτεχνικής του παραγωγής, στην οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατά το πρόσωπο που φέρει και τον τίτλο. Ο Ρώσος συνταγματάρχης Λιάπκιν, υπέρμαχος της πάλιάς τσαρικής Ρωσίας, πέφτει θύμα της ρωσικής επανάστασης του '17, χάνει οικογένεια, σπίτι και βιος και περιπλανιέται ανά τον κόσμο για να καταλήξει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Γεωργική Σχολή της Λάρισας, όπου και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του επιστάτη των ζώων της Σχολής. Από τούδε και στο εξής ο Λιάπκιν αντιπροσωπεύει πολλαπλά πρότυπα: αυτό του Άντρα, του εραστή, του στυγνού δολοφόνου, του μέθυσου, και όλα αυτά τα πρότυπα ξεδιπλώνονται σε μία προσπάθεια του ήρωα να ξαναφτιάξει τη ζωή του, να δημιουργήσει και πάλι οικογένεια.
Το ίδιο το στόρυ δεν έχει ιδιαίτερα προβλήματα, στα πλαίσια μάλιστα του νατουραλισμού, θα έλεγα ότι ο Καραγάτσης κατορθώνει να επικεντρωθεί στον ήρωά του χωρίς να τον ωραιοποιεί, δίνοντάς του ενίοτε την ταυτότητα του αντι -ήρωα, πράγμα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τώρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο ρυθμός της αφήγησης είναι αρκετά γρήγορος και ναι, παραδέχομαι ότι δε μου προκάλεσε καθόλου πλήξη. Τα όποια προβλήματα παρουσιάζει ο Λιάπκιν σχετίζονται μάλλον με το γεγονός ότι είναι έργο πρώιμης φάσης: ο κορμός της ιστορίας χάνεται συχνά, σε σημείο που να δίνεται η εντύπωση ότι τα κεφάλαια αποτελούν αυτοτελή επεισόδια. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, πέρα από τον Λιάπκιν, ενώ έχουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ζωές και χαρακτήρες, εξετάζονται εντελώς επιφανειακά. Μέχρι τα μισά του βιβλίου αναρωτιέσαι "Και; για ποιο λόγο να διαβάσω τον Λιάπκιν;", ωστόσο δεν τον αφήνεις γιατί περνάς καλά. Το να μη βρίσκεις λόγο να συνεχίσεις ένα βιβλίο είναι πολύ ανησυχητικό, το να περνάς καλά είναι σίγουρα καθησυχαστικό...Πάντως, ο Καραγάτσης με απωθούσε για λάθος λόγους, και τώρα, παρόλο που δεν είμαι ολωσδιόλου ευχαριστημένη από τον Λιάπκιν, μάλλον θα δώσω την ευκαιρία που αρμόζει στον Γιούγκερμαν, στη Χίμαιρα, στο 10...

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Να δούμε ποιος θα φαγωθεί...


Είμαι εδώ στη ζεστή Αθήνα, με  την ανιψιά μου (δεν έχει χρονίσει ακόμη) και ψάχνω παιδικά τραγουδάκια.   Και για άλλη μια φορά  διαπιστώνω πόσο καλό θρίλερ θα μπορούσε να γίνει το καράβι το αταξίδευτο...στίχοι και ιστορία ανατριχιαστική,  απορώ ποιος πρωτοσκέφτηκε να το κάνει παιδικό τραγουδάκι...

Ήταν ένα μικρό καράβι 


Ήταν ένα μικρό καράβι
ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν αταξίδευτο
που ήταν αταξίδευτο
οεοέ οε οε

Κι έκαν' ένα μακρύ ταξίδι
κι έκαν' ένα μικρό ταξίδι
μέσα εις την Μεσόγειο
μέσα εις την Μεσόγειο
οεοέ οε οε

Και σε πεντέξι εβδομάδες
και σε πεντέξι εβδομάδες
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
οεοέ οε οε

Και τότε ρίξανε τον κλήρο
και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
οεοέ οε οε


Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
που ήταν α - α - αταξίδευτος
που ήταν α - α - αταξίδευτος
οεοέ οε οε

Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
οεοέ οε οε

Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες 
οεοέ οε οε

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Χαιρετίσματα από τη Σερβία του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ

Σήμερα αποφάσισα να ξεσκονίσω εις βάθος τη βιβλιοθήκη. Όχι έτσι απλά με το φτερό...να βγάλω ένα - ένα τα βιβλία, να τα αναταξινομήσω. Δεν το έκανα, η τύχη με βοήθησε. Το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα ράφια με τη ξενόγλωσση λογοτεχνία και σε τούτο το πορτοκαλί βιβλιαράκι που είχα λησμονήσει την ύπαρξή του! Ομολογώ πως δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, αλλά - αφού το άνοιξα και διάβασα ήδη τα δύο πρώτα κεφάλαια και συνεχίζω - μπορώ να πω ότι είναι καλλιτέχνημα, που εκτός από την εικόνα, το γνωστό κόμικ, προκύπτει ευφυέστατα και από την τέχνη του λόγου. Οι εκδόσεις ΚΨΜ παρουσιάζουν μία σειρά ιστοριών του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ που διαδραματίζονται την εποχή του εμφυλίου στη γειτονική σε μας πρώην Γιουγκοσλαβία και λίγο μετά στις νατοϊκές επιθέσεις στη Σερβία. Οι ιστορίες πλαισιώνονται από μηνύματα που έστελνε ο δημιουργός μέσω διαδικτύου σε φίλους του περιγράφοντας τη μανία του πολέμου και τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς που σκότωναν, και κατέστρεφαν την πόλη που ζούσε, το Πάντσεβο, ένα βιομηχανικό αστικό κέντρο λίγο έξω από το Βελιγράδι. 
Η αισθητική και η γραφή του μου θύμισαν αρχικά την αγαπημένη μου Μαργιάν Σατραπί και το δικό της Περσέπολις. Και τα δύο σαφώς προκύπτουν από ένα σημαντικό κοινωνικό (με την έννοια του μαζικού περισσότερο) φαινόμενο, αυτό του πολέμου. Και τα δύο βιβλία έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και ανάγουν το μαζικό αυτό γεγονός στο ατομικό προβάλλοντας τις συνέπειες που δέχεται τελικά ο καθένας εις βάρος της ύπαρξής του. Ο Ζόγκραφ όμως κινείται από το μαζικό στο ατομικό καθ' όλη τη διάρκεια του έργου του (πράγμα ίσως που βοηθείται από την αποσπασματικότητα με την οποία μας έχει παραδοθεί), από την άλλη όμως αυτό καθιστά αυτού του είδους την αντιμετώπιση ξεχωριστή ως προς το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον εαυτό του, άλλα όλους τους ανθρώπους, ακόμη και έναν Κροάτη. Μια φυσική ροπή προς τη Σερβία είναι απολύτως θεμιτή, ωστόσο οι αντιθέσεις  μεταξύ των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας ευτελίζονται με την κάθε ευκαιρία είτε είναι πολιτικής είτε θρησκευτικής φύσεως. Στιγματίζονται περισσότερο οι μεγάλες δυνάμεις και ο ρόλος τους στην εξέλιξη των γεγονότων. Για τους λάτρεις του σκίτσου και του κόμικ εν γένει διαβάζω και διαπιστώνω ότι οι φιγούρες του ομοιάζουν πολύ με τις αρχαίες και βυζαντινές βαλκανικές φιγούρες της ζωγραφικής, ασπρόμαυρες, λεπτές και ψηλές, λίγο θλιβερές. Εξαιρετικό ανάγνωσμα και πολύ διαφωτιστικό για μια περίοδο που την έζησα έφηβη, έντρομη μπροστά σε ένα από τα πρώτα live βομβαρδισμών που εκατομμύρια ανθρώπων παρακολουθούσαν στην τηλεόραση και είναι τελικά ένα από τα πράγματα για τα οποία δεν υπερηφανεύομαι ούτε για μένα, ούτε για το ανθρώπινο είδος ούτε για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Υγ. Κάτι που μόνο το σκίτσο μπορεί να εκφράσει ταχύτατα μεν, μεστά δε: Η εικόνα ενός Σέρβου και ενός Κροάτη στρατηγού που φωνάζουν επιτακτικά στις παρατάξεις τους "Πήγαινε να σκοτώσεις!" Ο ένας τοποθετημένος απέναντι από τον άλλον, ίδιοι και απαράλλαχτοι και τα λόγια του δεύτερου γραμμένα ανάποδα. Το πλήρες είδωλό του.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ (1)

Μηδενίζοντας το "Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό..." ξεκινώ και πάλι από την αρχή, για να ριχτώ με κέφι (θέλω να πιστεύω), αλλά και σύνεση στις 909 σελίδες τούτου του θαλασσινού έπους. Την περίοπτη αυτή θέση λαμβάνει στο ιστολόγιό μου ο Χέρμαν Μέλβιλ για δύο λόγους: α) γιατί αγαπώ τα σύγχρονα έπη ("σύγχρονα" υπό την έννοια και μόνον ότι έχουν γραφτεί στην σύγχρονη εποχή, δε γνωρίζω πολλά ακόμη για τον χωροχρόνο του βιβλίου), ειδικά όταν αυτά έχουν το θαλασσινό στοιχείο και β) γιατί θέλω σταδιακά να δω αν και κατά πόσον πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Με μία πρώτη ματιά βλέπω ένα κείμενο ναυτικό και λυρικά γραμμένο, με έντονη την ποιητική λειτουργία της γλώσσας, ίσως γι' αυτό συγκρίνεται με τα αρχαία κλασικά έργα και τον Σαίξπηρ. Ο ναύτης Ισμαήλ αφηγείται τη διαμάχη του καπετάν - Αχαάβ και της διαβόητης λευκής φάλαινας Μόμπι Ντικ, που μετά τη σύγκρουσή τους ο καπετάνιος χάνει το πόδι του και τώρα έχει μανιωδώς βαλθεί να την κυνηγήσει και να τη σκοτώσει. Το βιβλίο ξεκινά με πληροφορίες και απόψεις για το επιβλητικό θηλαστικό ή ακόμη και λήμματα για την προέλευση και τη σημασία της λέξης "φάλαινα" σε πολλές γλώσσες. Τα αποσπάσματα αυτά επικεντρώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη στη φάλαινα, σε εκείνη δηλαδή την πλευρά της σύγκρουσης που αφορά τη φύση και όχι τον άνθρωπο. Σαφώς ο άνθρωπος δεν είναι ξεκομμένος από αυτά τα αποσπάσματα, αυτός άλλωστε είναι ο συντάκτης τους, ωστόσο με αυτόν τον τρόπο η μοιραία σύγκρουση αποκτά αμέσως την ανάλογη και προαιώνια, θα έλεγα, βαρύτητα προς την πλευρά που πρέπει:

"Αυτό το θαλασσινό ζώο, ο Λεβιάθαν, που ο Θεός από όλα τα πλάσματά του το έπλασε πιο μεγάλο για να κολυμπάει στον ωκεανό"   Χαμένος Παράδεισος
"Στο δρόμο τους είδαν πολλές φάλαινες να παίζουν στον ωκεανό και να ξεφυσούν παιχνιδιάρικα το νερό από τα αναπνευστικά όργανα και τους φυσητήρες τους, που η φύση τους έβαλε στην πλάτη τους"  Ταξίδια στην Αφρική και την Ασία του Σερ-Τ. Χέρμπερτ Χάρις Κολ
"Το απόγεμα είδαμε αυτό που το περάσαμε για βράχο, αλλά βρέθηκε να είναι νερκή φάλαινα, που την είχαν σκοτώσει μερικοί Ασιάτες και τη στιγμή εκείνη τη ρυμουλκούσαν στη στεριά. Φαίνονταν να προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από τη φάλαινα, για να αποφύγουν να τους δούμε"  Ταξίδια του Κουκ

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

"Η Ιστορία ενός Αιχμαλώτου" του Στρατή Δούκα

Μάλλον κλασικό παράδειγμα της τάσης του ανθρώπου να δίνει χροιά λογοτεχνική στο προσωπικό του πάθημα που προκύπτει από ένα ευρύτερο κοινωνικό και ιστορικό γεγονός είναι η Ιστορία του Αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. Η δραματοποίηση του εγώ είναι αναπόφευκτη σε αυτή την περίπτωση, δεδομένου ότι η δραματοποίηση αυτή δεν είναι ουσιαστικά κάτι που προκαλεί κανείς με τις δικές του συνειδητές πράξεις, αντίθετα είναι ίσως ήδη δραματική η εξέλιξη της ζωής που διαγράφεται. Επομένως η δραματοποίηση ως επιλογή λέξης στην παρούσα ανάρτηση, αλλά και ως τεχνική στο εν λόγω βιβλίο αισθάνομαι πως είναι κάτι που προέκυψε αυθόρμητα, εγγενώς, ένεκα των συνθηκών.
Και οι συνθήκες είναι φυσικά γνωστές σε όσους γαλουχήθηκαν με ό,τι δημιουργεί και συντηρεί αυτό που ονομάζουμε τελικά ελληνική ταυτότητα. Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 είναι το κατεξοχήν γεγονός που σημάδεψε την εθνική συνείδηση, την πλήγωσε ανεπανόρθωτα και μέχρι τις μέρες μας αποτελεί πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις, για τις ευθύνες, για τις συνέπειες ή ακόμη και για την αναζήτηση ενός "υποτιθέμενου σήμερα" στην περίπτωση που είχε αποφευχθεί. Η Ιστορία του Στρατή Δούκα καθόλου δεν ασχολείται με την εθνική αυτή πληγή... και πολύ καλά κάνει, γιατί ο συγγραφέας έχει όλο το δικαίωμα να αφορμάται από ένα τόσο σημαντικό γεγονός, για να μιλήσει για ένα επίσης σημαντικό: την αγωνία ενός ανθρώπου να επιζήσει, να σώσει ό,τι πολυτιμότερο έχει (το μόνο πράγμα που ξέρει ότι έχει με βεβαιότητα), την ίδια του τη ζωή.  Ο ήρωας Νικόλας Κοζάκογλου πέφτει αιχμάλωτος στα χέρια των Τούρκων, ενώ βρισκόταν στην Πούντα της Σμύρνης μαζί με τους δικούς του και ενώ όλοι μαζί ήταν έτοιμοι να δραπετεύσουν προς τον κυρίως ελληνικό χώρο.
Ο Νικόλας τοποθετείται σε ομάδες που μεταφέρονται από τον έναν τόπο στον άλλο προς κάλυψη των τούρκικων αναγκών, όπου αυτές προκύπτουν. Όλη του η διαδρομή καθίσταται εξαιρετικά δυσμενής από την κακομεταχείριση, τη βία, την πείνα και κυρίως τη δίψα. Ειδικά η έλλειψη του νερού γονατίζει τον αφηγητή, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνηέντως σε όλες του τις μορφές επιτείνοντας τη δίψα: στη βροχή, στις λάσπες, στα ποτάμια...Η δραστική του απόφαση να αποδράσει και να δοκιμάσει την τύχη του στην τουρκική ύπαιθρο, στην αρχή με τη συντροφιά ενός ακόμη αιχμαλώτου, στη συνέχεια μόνος ως Τούρκος με το όνομα Μπεχτσέτ θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας πορείας από την ανελευθερία στην ελευθερία. Ο Στρατής Δούκας καταγράφει στην ουσία (πράγμα που προσδιορίζεται κυρίως από την αποστασιοποίηση του συγγραφέα από τον ήρωα στο τέλος του βιβλίου...) μία μαρτυρία, μία ρεαλιστική μαρτυρία ενός απλού και λιτού ανθρώπου που φοβάται και παλεύει για τη ζωή του. Όλα άλλωστε συνάδουν με αυτόν τον χαρακτήρα, η χρήση της γλώσσας που προσπαθεί να πείσει για τη λαϊκή καταγωγή του έργου, η προσωπική τραγωδία που προβάλλεται εις βάρος της συνολικής, η προφορικότητα του λόγου και η παραστατικότητα της αφήγησης. Βέβαια, η λογοτεχνική τεχνική του συγγραφέα δε μπορεί να μείνει εξ ολοκλήρου στο περιθώριο: ο συγγραφέας κλείνει κάθε (ημερήσια ή θεματική) ενότητα φτάνοντας πάντα στο ζητούμενο, στο να προβάλλει μια αλήθεια ή στο να βοηθά τον αναγνώστη να εξάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα. Η εσκεμμένη αυτή αφήγηση δεν μπορεί να είναι έργο μόνο ενός απλού και λιτού ανθρώπου. Γι' αυτό τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της Ιστορίας του Αιχμαλώτου είναι ότι αυτή φαίνεται σαν να πηγάζει από δύο πρόσωπα.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

"I Sit and Think" του Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν


I sit beside the fire and think
of all that I have seen,
of meadow-flowers and butterflies
in summers that have been;

Of yellow leaves and gossamer
in autumns that there were,
with morning mist and silver sun
and wind upon my hair.

I sit beside the fire and think
of how the world will be
when winter comes without a spring
that I shall never see.

For still there are so many things
that I have never seen:
in every wood in every spring
there is a different green.

I sit beside the fire and think
of people long ago,
and people who will see a world
that I shall never know.

But all the while I sit and think
of times there were before,
 I listen for returning feet
and voices at the door.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

"Ο Μελαγχολικός Θάνατος του Στρειδάκη και άλλες ιστορίες" του Τίμ Μπάρτον

Προσθήκη λεζάντας
Ο Τιμ Μπάρτον είναι μάλλον ένα πολυτάλαντο ον. Σκηνοθέτης και παραγωγός, ζωγράφος (ή καλύτερα σκιτσογράφος) και συγγραφέας παράγει συνεχώς εξαιρετικά ενδιαφέρουσες δουλειές. Για όσους παρακολουθούν έστω και λίγο σινεμά, ο Τιμ Μπάρτον είναι γνωστός για τα σκοτεινά έργα του, για τις παράξενες ιστορίες που επιλέγει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, ενίοτε animation ταινίες, για τις οποίες ο ίδιος υπογράφει τις φιγούρες των ηρώων του. Είναι ακόμη γνωστό ότι συνεργάζεται κυρίως με τον φίλο του και ηθοποιό Johnny Depp και την αγαπημένη του Helena Bonham Carter, ενώ τη μουσική στα έργα του υπογράφει συνήθως ο Danny Elfman. Τα βασικά στοιχεία της κάθε ιστορίας με την οποία καταπιάνεται είναι το παράξενο, ίσως και τρομακτικό. Οι ήρωές του είναι συνήθως ελαττωματικοί (σωματικά ή ψυχικά). Μπορεί να θυμίζουν freak show, μπορεί να είναι φαντάσματα, καταραμένοι, δολοφόνοι, κακότροποι, πονεμένοι, δυστυχισμένοι, άμοιρα πλάσματα του κόσμου και του υποκόσμου που κυνηγούν την ευτυχία.
Στα 1997 εκδίδει τον Μελαγχολικό Θάνατο του Στρειδάκη, πλαισιωμένο από πολλές ιστορίες με πρωταγωνιστές τους προαναφερθέντες ήρωες. Πρόκειται για μία ποιητική συλλογή, για την οποία δε θα μιλήσω τόσο φυσικά ως προς το μορφολογικό κομμάτι, αλλά ως προς το θεματικό κυρίως.  Το μορφολογικό περιορίζεται εν γένει σε απλές τεχνικές ρίμας, σε αναδιπλώσεις και επαναλήψεις, σαν να διαβάζουμε δηλαδή παιδικά στιχάκια. Ο συνδυασμός του στίχου με τα αντίστοιχα σκίτσα του συγγραφέα παράγουν τελικά στο μυαλό του αναγνώστη ταινίες μικρού μήκους που συνάδουν με το ύφος του Sweeney Todd ή του Ψαλιδοχέρη. Ο Στρειδάκης, που τιτλοφορεί τη συγκεκριμένη έκδοση, δεν είναι τίποτε άλλο από μία τερατογένεση, ένας ανώμαλος καρπός που προκύπτει από έναν έρωτα που ξεκινά με τις καλύτερες προδιαγραφές και στο ναδίρ του, για να σωθεί, θυσιάζει το μελανό του αποκύημα με τον πιο τραγικό και απάνθρωπο τρόπο.
Υπάρχουν και άλλοι ήρωες ακόμη που ζουν μονήρεις ή που χάνουν κάτι από τον εαυτό τους στην προσπάθεια να σμίξουν με άλλα πλάσματα. Είναι ο Κλαδάκης που κάνει το λάθος να ερωτευτεί ένα σπίρτο...είναι ο Καρπουζοκέφαλος που εύχεται να πεθάνει, είναι η Πολυματούσα που σκέφτεται πόσα χρήματα θα χαλάσει αν αποκτήσει μυωπία, είναι ο Κάπτεν Λίγδας και άλλοι πολλοί που πάσχουν, ώσπου συμβαίνει το μοιραίο τις περισσότερες φορές. Όλα αυτά περιγράφονται με αρκετή δόση μαύρου χιούμορ,  ενώ ο απλός, παιδικός και αφελής στίχος ενισχύει το ζητούμενο, που εδώ θαρρώ ότι είναι η ειρωνεία της τύχης, της ζωής. Τέλος, ο Βασίλης Μπαμπούρης, που υπογράφει τη μετάφραση του βιβλίου (εκδόσεις ΟΞΥ), σεβάστηκε στο έπακρο την υφολογία του Μπάρτον, ενώ παράλληλα επέδειξε σημαντική εφευρετικότητα, κυρίως ως προς την μετάφραση των ονομάτων. Το πρωτότυπο κείμενο μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ


Ο ΣΤΡΕΙΔΑΚΗΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΕΞΩ

Και στις Απόκριες,
ο Στρειδάκης αποφάσισε 
να ντυθεί άνθρωπος

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

"Το Ημερολόγιο ενός Τρελού" του Νικολάι Γκόγκολ

Το άκουγα συχνά στο παρελθόν και δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία. Ρώσος συγγραφέας σκεφτόμουν, πολύ βαρύς μου έκανε, και ο τίτλος...μου έδινε την εντύπωση ενός παρεξηγημένου τρελού, αυτού δηλαδή που είναι στα καλά του και καταθέτει τη μία και μοναδική αλήθεια που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν (ή μήπως είναι και έτσι τελικά;). Εν ολίγοις δε μου είχε περάσει από το νου ότι επρόκειτο για έναν πραγματικά τρελό. Μικρό στην έκταση του (μάλλον θα το έλεγα διήγημα), με ταχύτατους ρυθμούς στην αφήγηση, με αστείρευτο χιούμορ, φεύγει μέσα σε μία ώρα, άντε δύο το πολύ. Ο Τρελός του Γκόγκολ, ο Αυξέντιος Ποπρίτσιν, είναι γραφιάς σε υπουργείο, κατώτατο στέλεχος, ένας ταπεινός δημόσιος υπάλληλος που ζει έναν συναισθηματικό εγκλεισμό, ο οποίος στην αρχή διαγράφεται μάλλον αθόρυβα, στη συνέχεια εκφράζεται ηχηρά μέσα από την παράνοια και τη μεγαλομανία. Βασικές αφορμές για την ηχηρή έκφραση αυτού του συναισθηματικού εγκλεισμού αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, η τάση του να πιστεύει ότι ο τμηματάρχης του υπουργείου τον ζηλεύει και ο έρωτας που τρέφει για την κόρη του διευθυντή, τη Σοφή. Και τα δύο προδίδουν έναν εξαιρετικά ανασφαλή άνθρωπο που χρησιμοποιεί το ένα ως αντιστάθμισμα του άλλου. Ο Ποπρίτσιν φαντασιώνεται εχθρούς, ενώ για να ανέλθει στην κοινωνική βαθμίδα και να κατακτήσει ή έστω να εξευτελίσει τη Σοφή, αναλαμβάνει εντελώς αυθαίρετα τη θέση του βασιλέως της Ισπανίας που χηρεύει...Η αρχή της τρέλας σηματοδοτείται επιπλέον από την άριστη επικοινωνία του με σκυλιά τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, ενώ η πραγματικότητα γίνεται επίπλαστη όταν πια ο ήρωας γράφει αλλόκοτες ημερομηνίες στο ημερολόγιό του. Είναι ένας άνθρωπος που ζει τελικά εκτός τόπου και χρόνου. 
Το κείμενο βέβαια μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Είτε κατά κυριολεξία, ίσως για να διαφανεί ο απάνθρωπος τρόπος ίασης τέτοιων ασθενών στις αρχές του 19ου αιώνα που έζησε ο συγγραφέας, πράγμα που διαφαίνεται κυρίως προς το τέλος του βιβλίου. Είτε συμβολιστικά, μεταφορικά, γιατί η τρέλα για τον Γκόγκολ αποτελεί την ενσάρκωση μιας εσωτερικής ελευθερίας που δύσκολα μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει με οιονδήποτε άλλον τρόπο. Όπως και να ΄χει παρουσιάζεται ένας άλλος τρόπος σκέψης, ίσως απόλυτα φυσιολογικός, αφού υπάρχει: Το πιο διασκεδαστικό για μένα ήταν όταν έβαλα μπρος μου έγγραφα να υπογράψω. Οι κύριοι νόμιζαν ότι θα βάλω στην άκρη του χαρτιού "γραφεύς τάδε". Αμ! Δε σφάξανε! Στο κύριο μέρος του εγγράφου που βάζει τη τζίφρα του ο διευθυντής τράβηξα ένα "Φερδινάνδος ο Α'". Άξιζε να βλέπει κανείς τη νεκρική σιωπή που επικράτησε. Αλλά εγώ μόνον έκανα νεύμα με το χέρι, λέγοντας: "Δε θέλω εκδηλώσεις υποταγής" και έφυγα.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Το βιβλίο έχει τη δική του ιστορία

Δευτέρα βράδυ στο κέντρο, ξεκινήσαμε από το Μοναστηράκι, μπήκαμε στην Πλάκα, περπατήσαμε τη Διονυσίου Αεροπαγίτου και ξαναβρεθήκαμε στο Μοναστηράκι για να καταλήξουμε κάπου εκεί μέσα, στα στενά σοκάκια, όπου ξεπρόβαλε σαν όαση ένα βιβλιοπωλείο με σπάνιες παλιές εκδόσεις κάνοντας λίγο πιο υποφερτή την υγρασία και τη ζέστη. Ένας πάγκος έξω από το βιβλιοπωλείο διέθετε κυριολεκτικά πάμφθηνα βιβλία στις τιμές του ενός και των πέντε ευρώ... Δε μπορώ να κρύψω το γεγονός ότι έπεσα με τα μούτρα στους πάγκους (έχω και το άλλοθι της νεοεισαχθείσας στους απολυμένους αυτού του τόπου, στους μη έχοντες εργασία - το γράφω με όλους τους τρόπους, φίλε αναγνώστη, μήπως και το συνειδητοποιήσω τελικά). Αγόρασα τέσσερα βιβλία: το θεατρικό έργο του Ντιέγκο Φάμπρι, τη Δίκη του Χριστού, τη Βασιλίσσα της Αφρικής του Σ.Σ. Φόρεστερ, την Αυλή των Θαυμάτων του Σερζάν Γκολόν και τον Τύραννο του Τζόζεφ Άρτσιμπαλντ Κρόνιν (τον οποίο απέφευγα υποσυνείδητα τόσα χρόνια).
Η αγορά βιβλίων και δη φθηνών και παλιών ανέκαθεν ήταν για μένα συγκλονιστική διαδικασία, ακόμη και αν δεν είναι τίτλοι που εποφθαλμιώ κατά καιρούς, ακόμη και αν είναι βιβλία που δεν είχα την επιθυμία να αποκτήσω ή ακόμη και αν δεν τα γνωρίζω από πριν. Η μυρωδιά του παλιού μου ξυπνάει αναμνήσεις που δεν κατέχω, ξετυλίγει την ιστορία του προκατόχου του, τον τρόπο με τον οποίο έδωσε ή αναγκάστηκε να δώσει τα βιβλία του, εν γένει το ταξίδι που έκανε το βιβλίο μέχρι να φτάσει στα χέρια μου (περιττό να πω βεβαίως πως λόγω της προσωπικής μου τωρινής κατάστασης, έπλασα κυρίως ιστορίες φτώχειας, κάτι που εκ των υστέρων μου φάνηκε μάλλον κουτό, δεδομένου ότι σε άλλη περίπτωση μπορεί να φανταζόμουν ανθρώπους που δεν εκτιμούν τη βιβλιοθήκη τους ή που ξεφορτώθηκαν το τάδε ή το δείνα βιβλίο γιατί τους θύμιζε κάποιον που ήθελαν να ξεχάσουν - άπειρες είναι οι ιστορίες που μπορεί να σκεφτεί κανείς).
Βοηθά το γεγονός ότι οι εκδόσεις είναι παλιές ως επί το πλείστον, βοηθά ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι πολλοί προκάτοχοι έχουν κρατήσει σημειώσεις, έχουν υπογράψει υπερήφανα με το όνομά τους στην πρώτη σελίδα, έχουν κρατήσει στοιχεία από τη ζωή τους με ημερομηνίες και χρονολογίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Τύραννος που αποτελεί έκδοση του 1956, ενώ διαβάζω παράλληλα το όνομα ενός άντρα με πνεύματα και περισπωμένες και επιπλέον τη μέρα που μάλλον αγόρασε το συγκεκριμένο βιβλίο: 30 - 9 - 59. Στο θεατρικό του Φάμπρι (έκδοση του 1977), ο προκάτοχος έχει κρατήσει σημειώσεις σκηνοθετικές παρακαλώ, ενώ δίπλα από τους πρωταγωνιστές έχει σημειώσει ονόματα γνωστών Ελλήνων ηθοποιών της δεκαετίας του '80...