Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ (2)

"Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια - δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς - έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα...όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει...όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ...και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου -  τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ..." (μετάφρ. Α.Κ. Χριστοδούλου).

Αυτές είναι οι πρώτες αράδες των Αμυδρών Γραμμών στον Θαλάσσιο Ορίζοντα, του πρώτου δηλαδή κεφαλαίου, που με κέρδισαν αμέσως, όχι μόνο γιατί ο αφηγητής μου δεν έκρυψε τίποτα από τα εσώψυχά του, όχι μόνο γιατί μου συστήθηκε λιτά και απέριττα χωρίς περιστροφές, αλλά κυρίως γιατί διάβασα με τον πιο όμορφο τρόπο - πράγμα που πρέπει να το οφείλω πρώτα στο συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι πως διαβάζω και μιαν εξαιρετική μετάφραση - τι ζητά ένας θαλασσινός άνθρωπος όταν μες στη ψυχή του είναι Νοέμβρης υγρός...Ο Ισμαήλ φτιάχνει έτσι τον Ταξιδιωτικό του Σάκο και σταθμεύει για λίγο στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, λίγο πριν μπαρκάρει. Το μοναδικό κρεβάτι που βρίσκει είναι μια θέση δίπλα σε έναν φοβερό καμακιστή, ένα τρομακτικό πλάσμα, ανθρωποφάγο και επικίνδυνο, που έτσι τον φαντάζεται ο Ισμαήλ πριν καν τον αντικρίσει. Τρέμει στην ιδέα να κοιμηθεί μαζί του, αλλά επειδή ήδη μου έχει δείξει - από αυτές τις πρώτες αράδες που σου παρέθεσα, φίλε αναγνώστη - ότι ξέρει πολύ καλά τι θέλει, κι αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι ένας καλός ύπνος, τίποτε δεν τον σταματά: ούτε όταν οι φόβοι του επιβεβαιώνονται για το ποιόν του καμακιστή, ούτε όταν ουρλιάζει από τρόμο να έρθει ο πανδοχέας να τον σώσει. Και πόσο όμορφα κωμικό γίνεται το σκοτεινό και φοβερό στοιχείο  που επικρατεί στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, όταν ο Ισμαήλ μετά το ευγενικό νόημα του τέρατος λέγει στο τέλος: "Καληνύχτα, πανδοχέα, είπα, μπορείς να φύγεις. Πλάγιασα και ποτέ μου δεν κοιμήθηκα πιο καλά".

2 σχόλια:

  1. σπλήνιασμα ή μελαγχολία, καλά τα λέω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. όρος του λιμανιού το σπλήνιασμα φαντάζομαι, αλλά μελαγχολία...την οποία ξέρει τι πως να την αντιμετωπίσει ο άτιμος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή