Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Βιλέτ της Σαρλότ Μπροντέ

Όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες της Βιλέτ, ένιωσα πως η αφηγήτρια δεν θα ήταν η πρωταγωνίστρια της ιστορίας που θα διάβαζα. Και συμβαίνει βέβαια το εξής μαγικό: είναι τελικά η αφανής ηρωίδα, εκείνη που παρατηρεί τη ζωή από "απόσταση ασφαλείας", εκείνη που περνά τον καιρό της εξ ολοκλήρου ζώντας μέσα από τις ζωές των άλλων, για να γίνει σιγά - σιγά η πρωταγωνίστρια της ζωής της. Μέσα από τις 711 σελίδες του βιβλίου της, η Μπροντέ παρουσιάζει αυτή τη μεταστροφή τόσο σταδιακά, τόσο (ψυχ)αναλυτικά, που είναι σχεδόν αδύνατον στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής της διαδικασίας. Αυτό που τελικά μένει είναι η εντύπωση που έχει κανείς στην αρχή της ιστορίας και αυτή που έχει στο τέλος της: "Όσα ένιωσα και ό,τι έκανα εκείνη τη βραδιά δεν περίμενα ποτέ πως θα τα νιώσω και θα τα κάνω, σαν να είχα πέσει σε έκσταση και να είχα ανέβει στον έβδομο ουρανό...την άλλη μέρα, όμως, όταν τα ξανασκέφτηκα, δεν την ενέκρινα πια εκείνη την ερασιτεχνική παράσταση...πήρα τη σταθερή απόφαση να μην αφήσω να παρασυρθώ ξανά σε παρόμοιες ιστορίες", λέει χαρακτηριστικά η Λούσι Σνόουι μετά τη συμμετοχή της σε θεατρικό έργο, συμμετοχή που την έβγαλε για λίγο από το περιθώριο και φυσικά αυτό την τρόμαξε. Έτσι, η Λούσι Σνόουι αντιδρά σε ό,τι της συμβαίνει τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι θέλει να ζήσει. 
Το βιβλίο ξεκινά με μια κατά τα φαινόμενα αναδρομή στο παρελθόν στο σπίτι της νονάς της Λούσι, στο σπίτι της οικογένειας Μπρίτον στην ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον γιο της οικογένειας, Τζον Γκράχαμ Μπρίτον και περιγράφει η ίδια διεισδυτικά και σκηνοθετικά τον συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και της μικρής Πόλυ που φιλοξενείται στο σπίτι. Η Λούσι Σνόουι, ενήλικη και πάμπτωχη στη συνέχεια, στιγματίζοντας συχνά τα παιδικά της χρόνια χωρίς όμως να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες, μεταναστεύει στη Βιλέτ της Λαμπασκούρ (πιθανόν στις Βρυξέλλες του Βελγίου). Εκεί εργάζεται ως δασκάλα στο παρθεναγωγείο της μαντάμ Μπεκ και έρχεται σε επαφή και πάλι με τον γιατρό πια Τζον Μπρίτον, αλλά και με τον ιδιότροπο καθηγητή Πολ Εμανιουέλ. 
Η πορεία της από τούδε και στο εξής χαρακτηρίζεται από τα συναισθήματα που γεννώνται μέσα της για τον νεαρό γιατρό, από τις απογοητεύσεις που δοκιμάζει γύρω από το ίδιο θέμα και από την απροσδόκητη τροπή (όχι απαραίτητα καλή, όχι απαραίτητα κακή)  που τελικά παίρνουν τα πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι το θέμα του βιβλίου δεν είναι ο έρωτας στον πρώιμο Βικτωριανό κόσμο, είναι η ψυχογράφηση όμως ενός ανθρώπου καθώς διαγράφει την πορεία του από την αφάνεια και τον συναισθηματικό θάνατο στη φωτεινή επιφάνεια, στη ζωή. Τούτο το βιβλίο είναι σαφέστατα ένα από τα πιο ώριμα βιβλία της Σαρλότ Μπροντέ ακριβώς επειδή προχωρά τη συγγραφή της ένα βήμα πιο πέρα από την απλή ιστορία, επειδή κερδίζει τον αναγνώστη με κάθε αράδα του, χωρίς υπερβολή με καθεμιά από τις 711 σελίδες του. Εν τέλει δεν είναι διόλου τυχαίο να συζητάμε για τις ταλαντούχες αδελφές Μπροντέ, σχεδόν 200 χρόνια μετά τη σύλληψη και τη συγγραφή των εξαιρετικών έργων τους.

3 σχόλια:

  1. Προσπαθώ εδώ και καιρό να το δανειστώ από την αδελφή μου και ενώ το έχει διαβάσει δεν μπορεί να το αποχωριστεί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα στο δώσει! Δώσε της χρόνο :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ωραίος ο πίνακας στη μέση της σελίδας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή