Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ (1)

Μηδενίζοντας το "Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό..." ξεκινώ και πάλι από την αρχή, για να ριχτώ με κέφι (θέλω να πιστεύω), αλλά και σύνεση στις 909 σελίδες τούτου του θαλασσινού έπους. Την περίοπτη αυτή θέση λαμβάνει στο ιστολόγιό μου ο Χέρμαν Μέλβιλ για δύο λόγους: α) γιατί αγαπώ τα σύγχρονα έπη ("σύγχρονα" υπό την έννοια και μόνον ότι έχουν γραφτεί στην σύγχρονη εποχή, δε γνωρίζω πολλά ακόμη για τον χωροχρόνο του βιβλίου), ειδικά όταν αυτά έχουν το θαλασσινό στοιχείο και β) γιατί θέλω σταδιακά να δω αν και κατά πόσον πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Με μία πρώτη ματιά βλέπω ένα κείμενο ναυτικό και λυρικά γραμμένο, με έντονη την ποιητική λειτουργία της γλώσσας, ίσως γι' αυτό συγκρίνεται με τα αρχαία κλασικά έργα και τον Σαίξπηρ. Ο ναύτης Ισμαήλ αφηγείται τη διαμάχη του καπετάν - Αχαάβ και της διαβόητης λευκής φάλαινας Μόμπι Ντικ, που μετά τη σύγκρουσή τους ο καπετάνιος χάνει το πόδι του και τώρα έχει μανιωδώς βαλθεί να την κυνηγήσει και να τη σκοτώσει. Το βιβλίο ξεκινά με πληροφορίες και απόψεις για το επιβλητικό θηλαστικό ή ακόμη και λήμματα για την προέλευση και τη σημασία της λέξης "φάλαινα" σε πολλές γλώσσες. Τα αποσπάσματα αυτά επικεντρώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη στη φάλαινα, σε εκείνη δηλαδή την πλευρά της σύγκρουσης που αφορά τη φύση και όχι τον άνθρωπο. Σαφώς ο άνθρωπος δεν είναι ξεκομμένος από αυτά τα αποσπάσματα, αυτός άλλωστε είναι ο συντάκτης τους, ωστόσο με αυτόν τον τρόπο η μοιραία σύγκρουση αποκτά αμέσως την ανάλογη και προαιώνια, θα έλεγα, βαρύτητα προς την πλευρά που πρέπει:

"Αυτό το θαλασσινό ζώο, ο Λεβιάθαν, που ο Θεός από όλα τα πλάσματά του το έπλασε πιο μεγάλο για να κολυμπάει στον ωκεανό"   Χαμένος Παράδεισος
"Στο δρόμο τους είδαν πολλές φάλαινες να παίζουν στον ωκεανό και να ξεφυσούν παιχνιδιάρικα το νερό από τα αναπνευστικά όργανα και τους φυσητήρες τους, που η φύση τους έβαλε στην πλάτη τους"  Ταξίδια στην Αφρική και την Ασία του Σερ-Τ. Χέρμπερτ Χάρις Κολ
"Το απόγεμα είδαμε αυτό που το περάσαμε για βράχο, αλλά βρέθηκε να είναι νερκή φάλαινα, που την είχαν σκοτώσει μερικοί Ασιάτες και τη στιγμή εκείνη τη ρυμουλκούσαν στη στεριά. Φαίνονταν να προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από τη φάλαινα, για να αποφύγουν να τους δούμε"  Ταξίδια του Κουκ

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

"Η Ιστορία ενός Αιχμαλώτου" του Στρατή Δούκα

Μάλλον κλασικό παράδειγμα της τάσης του ανθρώπου να δίνει χροιά λογοτεχνική στο προσωπικό του πάθημα που προκύπτει από ένα ευρύτερο κοινωνικό και ιστορικό γεγονός είναι η Ιστορία του Αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. Η δραματοποίηση του εγώ είναι αναπόφευκτη σε αυτή την περίπτωση, δεδομένου ότι η δραματοποίηση αυτή δεν είναι ουσιαστικά κάτι που προκαλεί κανείς με τις δικές του συνειδητές πράξεις, αντίθετα είναι ίσως ήδη δραματική η εξέλιξη της ζωής που διαγράφεται. Επομένως η δραματοποίηση ως επιλογή λέξης στην παρούσα ανάρτηση, αλλά και ως τεχνική στο εν λόγω βιβλίο αισθάνομαι πως είναι κάτι που προέκυψε αυθόρμητα, εγγενώς, ένεκα των συνθηκών.
Και οι συνθήκες είναι φυσικά γνωστές σε όσους γαλουχήθηκαν με ό,τι δημιουργεί και συντηρεί αυτό που ονομάζουμε τελικά ελληνική ταυτότητα. Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 είναι το κατεξοχήν γεγονός που σημάδεψε την εθνική συνείδηση, την πλήγωσε ανεπανόρθωτα και μέχρι τις μέρες μας αποτελεί πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις, για τις ευθύνες, για τις συνέπειες ή ακόμη και για την αναζήτηση ενός "υποτιθέμενου σήμερα" στην περίπτωση που είχε αποφευχθεί. Η Ιστορία του Στρατή Δούκα καθόλου δεν ασχολείται με την εθνική αυτή πληγή... και πολύ καλά κάνει, γιατί ο συγγραφέας έχει όλο το δικαίωμα να αφορμάται από ένα τόσο σημαντικό γεγονός, για να μιλήσει για ένα επίσης σημαντικό: την αγωνία ενός ανθρώπου να επιζήσει, να σώσει ό,τι πολυτιμότερο έχει (το μόνο πράγμα που ξέρει ότι έχει με βεβαιότητα), την ίδια του τη ζωή.  Ο ήρωας Νικόλας Κοζάκογλου πέφτει αιχμάλωτος στα χέρια των Τούρκων, ενώ βρισκόταν στην Πούντα της Σμύρνης μαζί με τους δικούς του και ενώ όλοι μαζί ήταν έτοιμοι να δραπετεύσουν προς τον κυρίως ελληνικό χώρο.
Ο Νικόλας τοποθετείται σε ομάδες που μεταφέρονται από τον έναν τόπο στον άλλο προς κάλυψη των τούρκικων αναγκών, όπου αυτές προκύπτουν. Όλη του η διαδρομή καθίσταται εξαιρετικά δυσμενής από την κακομεταχείριση, τη βία, την πείνα και κυρίως τη δίψα. Ειδικά η έλλειψη του νερού γονατίζει τον αφηγητή, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνηέντως σε όλες του τις μορφές επιτείνοντας τη δίψα: στη βροχή, στις λάσπες, στα ποτάμια...Η δραστική του απόφαση να αποδράσει και να δοκιμάσει την τύχη του στην τουρκική ύπαιθρο, στην αρχή με τη συντροφιά ενός ακόμη αιχμαλώτου, στη συνέχεια μόνος ως Τούρκος με το όνομα Μπεχτσέτ θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας πορείας από την ανελευθερία στην ελευθερία. Ο Στρατής Δούκας καταγράφει στην ουσία (πράγμα που προσδιορίζεται κυρίως από την αποστασιοποίηση του συγγραφέα από τον ήρωα στο τέλος του βιβλίου...) μία μαρτυρία, μία ρεαλιστική μαρτυρία ενός απλού και λιτού ανθρώπου που φοβάται και παλεύει για τη ζωή του. Όλα άλλωστε συνάδουν με αυτόν τον χαρακτήρα, η χρήση της γλώσσας που προσπαθεί να πείσει για τη λαϊκή καταγωγή του έργου, η προσωπική τραγωδία που προβάλλεται εις βάρος της συνολικής, η προφορικότητα του λόγου και η παραστατικότητα της αφήγησης. Βέβαια, η λογοτεχνική τεχνική του συγγραφέα δε μπορεί να μείνει εξ ολοκλήρου στο περιθώριο: ο συγγραφέας κλείνει κάθε (ημερήσια ή θεματική) ενότητα φτάνοντας πάντα στο ζητούμενο, στο να προβάλλει μια αλήθεια ή στο να βοηθά τον αναγνώστη να εξάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα. Η εσκεμμένη αυτή αφήγηση δεν μπορεί να είναι έργο μόνο ενός απλού και λιτού ανθρώπου. Γι' αυτό τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της Ιστορίας του Αιχμαλώτου είναι ότι αυτή φαίνεται σαν να πηγάζει από δύο πρόσωπα.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

"I Sit and Think" του Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν


I sit beside the fire and think
of all that I have seen,
of meadow-flowers and butterflies
in summers that have been;

Of yellow leaves and gossamer
in autumns that there were,
with morning mist and silver sun
and wind upon my hair.

I sit beside the fire and think
of how the world will be
when winter comes without a spring
that I shall never see.

For still there are so many things
that I have never seen:
in every wood in every spring
there is a different green.

I sit beside the fire and think
of people long ago,
and people who will see a world
that I shall never know.

But all the while I sit and think
of times there were before,
 I listen for returning feet
and voices at the door.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

"Ο Μελαγχολικός Θάνατος του Στρειδάκη και άλλες ιστορίες" του Τίμ Μπάρτον

Προσθήκη λεζάντας
Ο Τιμ Μπάρτον είναι μάλλον ένα πολυτάλαντο ον. Σκηνοθέτης και παραγωγός, ζωγράφος (ή καλύτερα σκιτσογράφος) και συγγραφέας παράγει συνεχώς εξαιρετικά ενδιαφέρουσες δουλειές. Για όσους παρακολουθούν έστω και λίγο σινεμά, ο Τιμ Μπάρτον είναι γνωστός για τα σκοτεινά έργα του, για τις παράξενες ιστορίες που επιλέγει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, ενίοτε animation ταινίες, για τις οποίες ο ίδιος υπογράφει τις φιγούρες των ηρώων του. Είναι ακόμη γνωστό ότι συνεργάζεται κυρίως με τον φίλο του και ηθοποιό Johnny Depp και την αγαπημένη του Helena Bonham Carter, ενώ τη μουσική στα έργα του υπογράφει συνήθως ο Danny Elfman. Τα βασικά στοιχεία της κάθε ιστορίας με την οποία καταπιάνεται είναι το παράξενο, ίσως και τρομακτικό. Οι ήρωές του είναι συνήθως ελαττωματικοί (σωματικά ή ψυχικά). Μπορεί να θυμίζουν freak show, μπορεί να είναι φαντάσματα, καταραμένοι, δολοφόνοι, κακότροποι, πονεμένοι, δυστυχισμένοι, άμοιρα πλάσματα του κόσμου και του υποκόσμου που κυνηγούν την ευτυχία.
Στα 1997 εκδίδει τον Μελαγχολικό Θάνατο του Στρειδάκη, πλαισιωμένο από πολλές ιστορίες με πρωταγωνιστές τους προαναφερθέντες ήρωες. Πρόκειται για μία ποιητική συλλογή, για την οποία δε θα μιλήσω τόσο φυσικά ως προς το μορφολογικό κομμάτι, αλλά ως προς το θεματικό κυρίως.  Το μορφολογικό περιορίζεται εν γένει σε απλές τεχνικές ρίμας, σε αναδιπλώσεις και επαναλήψεις, σαν να διαβάζουμε δηλαδή παιδικά στιχάκια. Ο συνδυασμός του στίχου με τα αντίστοιχα σκίτσα του συγγραφέα παράγουν τελικά στο μυαλό του αναγνώστη ταινίες μικρού μήκους που συνάδουν με το ύφος του Sweeney Todd ή του Ψαλιδοχέρη. Ο Στρειδάκης, που τιτλοφορεί τη συγκεκριμένη έκδοση, δεν είναι τίποτε άλλο από μία τερατογένεση, ένας ανώμαλος καρπός που προκύπτει από έναν έρωτα που ξεκινά με τις καλύτερες προδιαγραφές και στο ναδίρ του, για να σωθεί, θυσιάζει το μελανό του αποκύημα με τον πιο τραγικό και απάνθρωπο τρόπο.
Υπάρχουν και άλλοι ήρωες ακόμη που ζουν μονήρεις ή που χάνουν κάτι από τον εαυτό τους στην προσπάθεια να σμίξουν με άλλα πλάσματα. Είναι ο Κλαδάκης που κάνει το λάθος να ερωτευτεί ένα σπίρτο...είναι ο Καρπουζοκέφαλος που εύχεται να πεθάνει, είναι η Πολυματούσα που σκέφτεται πόσα χρήματα θα χαλάσει αν αποκτήσει μυωπία, είναι ο Κάπτεν Λίγδας και άλλοι πολλοί που πάσχουν, ώσπου συμβαίνει το μοιραίο τις περισσότερες φορές. Όλα αυτά περιγράφονται με αρκετή δόση μαύρου χιούμορ,  ενώ ο απλός, παιδικός και αφελής στίχος ενισχύει το ζητούμενο, που εδώ θαρρώ ότι είναι η ειρωνεία της τύχης, της ζωής. Τέλος, ο Βασίλης Μπαμπούρης, που υπογράφει τη μετάφραση του βιβλίου (εκδόσεις ΟΞΥ), σεβάστηκε στο έπακρο την υφολογία του Μπάρτον, ενώ παράλληλα επέδειξε σημαντική εφευρετικότητα, κυρίως ως προς την μετάφραση των ονομάτων. Το πρωτότυπο κείμενο μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ


Ο ΣΤΡΕΙΔΑΚΗΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΕΞΩ

Και στις Απόκριες,
ο Στρειδάκης αποφάσισε 
να ντυθεί άνθρωπος

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

"Το Ημερολόγιο ενός Τρελού" του Νικολάι Γκόγκολ

Το άκουγα συχνά στο παρελθόν και δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία. Ρώσος συγγραφέας σκεφτόμουν, πολύ βαρύς μου έκανε, και ο τίτλος...μου έδινε την εντύπωση ενός παρεξηγημένου τρελού, αυτού δηλαδή που είναι στα καλά του και καταθέτει τη μία και μοναδική αλήθεια που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν (ή μήπως είναι και έτσι τελικά;). Εν ολίγοις δε μου είχε περάσει από το νου ότι επρόκειτο για έναν πραγματικά τρελό. Μικρό στην έκταση του (μάλλον θα το έλεγα διήγημα), με ταχύτατους ρυθμούς στην αφήγηση, με αστείρευτο χιούμορ, φεύγει μέσα σε μία ώρα, άντε δύο το πολύ. Ο Τρελός του Γκόγκολ, ο Αυξέντιος Ποπρίτσιν, είναι γραφιάς σε υπουργείο, κατώτατο στέλεχος, ένας ταπεινός δημόσιος υπάλληλος που ζει έναν συναισθηματικό εγκλεισμό, ο οποίος στην αρχή διαγράφεται μάλλον αθόρυβα, στη συνέχεια εκφράζεται ηχηρά μέσα από την παράνοια και τη μεγαλομανία. Βασικές αφορμές για την ηχηρή έκφραση αυτού του συναισθηματικού εγκλεισμού αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, η τάση του να πιστεύει ότι ο τμηματάρχης του υπουργείου τον ζηλεύει και ο έρωτας που τρέφει για την κόρη του διευθυντή, τη Σοφή. Και τα δύο προδίδουν έναν εξαιρετικά ανασφαλή άνθρωπο που χρησιμοποιεί το ένα ως αντιστάθμισμα του άλλου. Ο Ποπρίτσιν φαντασιώνεται εχθρούς, ενώ για να ανέλθει στην κοινωνική βαθμίδα και να κατακτήσει ή έστω να εξευτελίσει τη Σοφή, αναλαμβάνει εντελώς αυθαίρετα τη θέση του βασιλέως της Ισπανίας που χηρεύει...Η αρχή της τρέλας σηματοδοτείται επιπλέον από την άριστη επικοινωνία του με σκυλιά τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, ενώ η πραγματικότητα γίνεται επίπλαστη όταν πια ο ήρωας γράφει αλλόκοτες ημερομηνίες στο ημερολόγιό του. Είναι ένας άνθρωπος που ζει τελικά εκτός τόπου και χρόνου. 
Το κείμενο βέβαια μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Είτε κατά κυριολεξία, ίσως για να διαφανεί ο απάνθρωπος τρόπος ίασης τέτοιων ασθενών στις αρχές του 19ου αιώνα που έζησε ο συγγραφέας, πράγμα που διαφαίνεται κυρίως προς το τέλος του βιβλίου. Είτε συμβολιστικά, μεταφορικά, γιατί η τρέλα για τον Γκόγκολ αποτελεί την ενσάρκωση μιας εσωτερικής ελευθερίας που δύσκολα μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει με οιονδήποτε άλλον τρόπο. Όπως και να ΄χει παρουσιάζεται ένας άλλος τρόπος σκέψης, ίσως απόλυτα φυσιολογικός, αφού υπάρχει: Το πιο διασκεδαστικό για μένα ήταν όταν έβαλα μπρος μου έγγραφα να υπογράψω. Οι κύριοι νόμιζαν ότι θα βάλω στην άκρη του χαρτιού "γραφεύς τάδε". Αμ! Δε σφάξανε! Στο κύριο μέρος του εγγράφου που βάζει τη τζίφρα του ο διευθυντής τράβηξα ένα "Φερδινάνδος ο Α'". Άξιζε να βλέπει κανείς τη νεκρική σιωπή που επικράτησε. Αλλά εγώ μόνον έκανα νεύμα με το χέρι, λέγοντας: "Δε θέλω εκδηλώσεις υποταγής" και έφυγα.