Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση

Ομολογώ πως έχω πολύν Καραγάτση στη βιβλιοθήκη μου, αλλά κάθε φορά που αποπειρώμαι να τον διαβάσω με πιάνει μια ακατανίκητη πλήξη, μια απίστευτη βαρεμάρα, φίλε αναγνώστη, την οποία έχω την ατυχία να τη βιώνω κιόλας από τις πρώτες σελίδες και φυσικά κάνω το διόλου καταπιεστικό να ξαναβάζω το τάδε ή το δείνα βιβλίο στη θέση του: σε εκείνη τη θέση που μπαίνει ένα βιβλίο για να διακοσμήσει και όχι να διαβαστεί...δηλαδή μιλάμε για κατάντια...Τον έχω δε συνδυάσει τον δόλιο με εκείνες τις σειρές της κρατικής τηλεόρασης που σε συνδυασμό με τους βαρύγδουπους τίτλους και τα βαριά ξενικά ονόματα, τους ηθοποιούς και τη σκηνοθεσία, με απωθούσαν τόσο, που ανυπομονούσα για μιαν ελαφρότητα τύπου "Καπλάνι της Βιτρίνας" ή "Θησαυρός της Βαγίας" και όχι λόγω ηλικίας, διότι μια χαρά παρακολουθούσα π.χ. τον Χριστό να ξανασταυρώνεται...
Όπως και να 'χει το πράγμα, τον Λιάπκιν τον άρχισα (με προκατάληψη), διότι είναι ένα μικρό βιβλιαράκι 270 σελίδων. Είπα, ας του δώσω μια ευκαιρία, και μάλλον επειδή η τύχη δε θέλει εμένα και τον Καραγάτση να μονιάσουμε, ξεκίνησα ίσως από το λάθος βιβλίο. Πρόκειται για νουβέλα της πρώιμης λογοτεχνικής του παραγωγής, στην οποία τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατά το πρόσωπο που φέρει και τον τίτλο. Ο Ρώσος συνταγματάρχης Λιάπκιν, υπέρμαχος της πάλιάς τσαρικής Ρωσίας, πέφτει θύμα της ρωσικής επανάστασης του '17, χάνει οικογένεια, σπίτι και βιος και περιπλανιέται ανά τον κόσμο για να καταλήξει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Γεωργική Σχολή της Λάρισας, όπου και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του επιστάτη των ζώων της Σχολής. Από τούδε και στο εξής ο Λιάπκιν αντιπροσωπεύει πολλαπλά πρότυπα: αυτό του Άντρα, του εραστή, του στυγνού δολοφόνου, του μέθυσου, και όλα αυτά τα πρότυπα ξεδιπλώνονται σε μία προσπάθεια του ήρωα να ξαναφτιάξει τη ζωή του, να δημιουργήσει και πάλι οικογένεια.
Το ίδιο το στόρυ δεν έχει ιδιαίτερα προβλήματα, στα πλαίσια μάλιστα του νατουραλισμού, θα έλεγα ότι ο Καραγάτσης κατορθώνει να επικεντρωθεί στον ήρωά του χωρίς να τον ωραιοποιεί, δίνοντάς του ενίοτε την ταυτότητα του αντι -ήρωα, πράγμα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τώρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο ρυθμός της αφήγησης είναι αρκετά γρήγορος και ναι, παραδέχομαι ότι δε μου προκάλεσε καθόλου πλήξη. Τα όποια προβλήματα παρουσιάζει ο Λιάπκιν σχετίζονται μάλλον με το γεγονός ότι είναι έργο πρώιμης φάσης: ο κορμός της ιστορίας χάνεται συχνά, σε σημείο που να δίνεται η εντύπωση ότι τα κεφάλαια αποτελούν αυτοτελή επεισόδια. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, πέρα από τον Λιάπκιν, ενώ έχουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ζωές και χαρακτήρες, εξετάζονται εντελώς επιφανειακά. Μέχρι τα μισά του βιβλίου αναρωτιέσαι "Και; για ποιο λόγο να διαβάσω τον Λιάπκιν;", ωστόσο δεν τον αφήνεις γιατί περνάς καλά. Το να μη βρίσκεις λόγο να συνεχίσεις ένα βιβλίο είναι πολύ ανησυχητικό, το να περνάς καλά είναι σίγουρα καθησυχαστικό...Πάντως, ο Καραγάτσης με απωθούσε για λάθος λόγους, και τώρα, παρόλο που δεν είμαι ολωσδιόλου ευχαριστημένη από τον Λιάπκιν, μάλλον θα δώσω την ευκαιρία που αρμόζει στον Γιούγκερμαν, στη Χίμαιρα, στο 10...

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Να δούμε ποιος θα φαγωθεί...


Είμαι εδώ στη ζεστή Αθήνα, με  την ανιψιά μου (δεν έχει χρονίσει ακόμη) και ψάχνω παιδικά τραγουδάκια.   Και για άλλη μια φορά  διαπιστώνω πόσο καλό θρίλερ θα μπορούσε να γίνει το καράβι το αταξίδευτο...στίχοι και ιστορία ανατριχιαστική,  απορώ ποιος πρωτοσκέφτηκε να το κάνει παιδικό τραγουδάκι...

Ήταν ένα μικρό καράβι 


Ήταν ένα μικρό καράβι
ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν αταξίδευτο
που ήταν αταξίδευτο
οεοέ οε οε

Κι έκαν' ένα μακρύ ταξίδι
κι έκαν' ένα μικρό ταξίδι
μέσα εις την Μεσόγειο
μέσα εις την Μεσόγειο
οεοέ οε οε

Και σε πεντέξι εβδομάδες
και σε πεντέξι εβδομάδες
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
οεοέ οε οε

Και τότε ρίξανε τον κλήρο
και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
οεοέ οε οε


Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
που ήταν α - α - αταξίδευτος
που ήταν α - α - αταξίδευτος
οεοέ οε οε

Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
οεοέ οε οε

Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες 
οεοέ οε οε

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Χαιρετίσματα από τη Σερβία του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ

Σήμερα αποφάσισα να ξεσκονίσω εις βάθος τη βιβλιοθήκη. Όχι έτσι απλά με το φτερό...να βγάλω ένα - ένα τα βιβλία, να τα αναταξινομήσω. Δεν το έκανα, η τύχη με βοήθησε. Το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα ράφια με τη ξενόγλωσση λογοτεχνία και σε τούτο το πορτοκαλί βιβλιαράκι που είχα λησμονήσει την ύπαρξή του! Ομολογώ πως δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, αλλά - αφού το άνοιξα και διάβασα ήδη τα δύο πρώτα κεφάλαια και συνεχίζω - μπορώ να πω ότι είναι καλλιτέχνημα, που εκτός από την εικόνα, το γνωστό κόμικ, προκύπτει ευφυέστατα και από την τέχνη του λόγου. Οι εκδόσεις ΚΨΜ παρουσιάζουν μία σειρά ιστοριών του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ που διαδραματίζονται την εποχή του εμφυλίου στη γειτονική σε μας πρώην Γιουγκοσλαβία και λίγο μετά στις νατοϊκές επιθέσεις στη Σερβία. Οι ιστορίες πλαισιώνονται από μηνύματα που έστελνε ο δημιουργός μέσω διαδικτύου σε φίλους του περιγράφοντας τη μανία του πολέμου και τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς που σκότωναν, και κατέστρεφαν την πόλη που ζούσε, το Πάντσεβο, ένα βιομηχανικό αστικό κέντρο λίγο έξω από το Βελιγράδι. 
Η αισθητική και η γραφή του μου θύμισαν αρχικά την αγαπημένη μου Μαργιάν Σατραπί και το δικό της Περσέπολις. Και τα δύο σαφώς προκύπτουν από ένα σημαντικό κοινωνικό (με την έννοια του μαζικού περισσότερο) φαινόμενο, αυτό του πολέμου. Και τα δύο βιβλία έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και ανάγουν το μαζικό αυτό γεγονός στο ατομικό προβάλλοντας τις συνέπειες που δέχεται τελικά ο καθένας εις βάρος της ύπαρξής του. Ο Ζόγκραφ όμως κινείται από το μαζικό στο ατομικό καθ' όλη τη διάρκεια του έργου του (πράγμα ίσως που βοηθείται από την αποσπασματικότητα με την οποία μας έχει παραδοθεί), από την άλλη όμως αυτό καθιστά αυτού του είδους την αντιμετώπιση ξεχωριστή ως προς το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον εαυτό του, άλλα όλους τους ανθρώπους, ακόμη και έναν Κροάτη. Μια φυσική ροπή προς τη Σερβία είναι απολύτως θεμιτή, ωστόσο οι αντιθέσεις  μεταξύ των λαών της πρώην Γιουγκοσλαβίας ευτελίζονται με την κάθε ευκαιρία είτε είναι πολιτικής είτε θρησκευτικής φύσεως. Στιγματίζονται περισσότερο οι μεγάλες δυνάμεις και ο ρόλος τους στην εξέλιξη των γεγονότων. Για τους λάτρεις του σκίτσου και του κόμικ εν γένει διαβάζω και διαπιστώνω ότι οι φιγούρες του ομοιάζουν πολύ με τις αρχαίες και βυζαντινές βαλκανικές φιγούρες της ζωγραφικής, ασπρόμαυρες, λεπτές και ψηλές, λίγο θλιβερές. Εξαιρετικό ανάγνωσμα και πολύ διαφωτιστικό για μια περίοδο που την έζησα έφηβη, έντρομη μπροστά σε ένα από τα πρώτα live βομβαρδισμών που εκατομμύρια ανθρώπων παρακολουθούσαν στην τηλεόραση και είναι τελικά ένα από τα πράγματα για τα οποία δεν υπερηφανεύομαι ούτε για μένα, ούτε για το ανθρώπινο είδος ούτε για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Υγ. Κάτι που μόνο το σκίτσο μπορεί να εκφράσει ταχύτατα μεν, μεστά δε: Η εικόνα ενός Σέρβου και ενός Κροάτη στρατηγού που φωνάζουν επιτακτικά στις παρατάξεις τους "Πήγαινε να σκοτώσεις!" Ο ένας τοποθετημένος απέναντι από τον άλλον, ίδιοι και απαράλλαχτοι και τα λόγια του δεύτερου γραμμένα ανάποδα. Το πλήρες είδωλό του.