Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή στο Ζάππειο

Η στάση πληρωμών θέλει καλοπέραση και έτσι τα εναπομείναντα χρήματα πριν από το δανεισμό τα ξοδέψα με πολύ καλή παρέα στο Ζάππειο...
Το ξόδεμα άρχισε λίγο πιο πριν με καφεδάκι και lemon pie ωραιότατη σε επίσης ωραιότατο μαγαζάκι στο Παγκράτι. Φτάνοντας λίγο αργότερα στο βροχερό και μουντό χώρο του Ζαππείου αντίκρυσα μια σχετικά μικρή έκθεση και αναπόλησα για λίγο τις τεράστιες εκθέσεις του Πεδίου του Άρεως, που έφευγες φορτωμένος με άπειρα προγράμματα και χωρίς την αίσθηση ότι έχεις μέση και πλάτη από την ορθοστασία και το περπάτημα (ωραίες εποχές). Και, όπως μάλλον το συνηθίζω, στράφηκα στο κλασικό βιβλίο και αγόρασα: Φάουστ του Γκαίτε (από τα παιδικά βιβλία που έχασα στη μοιρασιά με την αδερφή μου) από τις εκδόσεις γράμματα, δερματόδετο σκληρό έντυπο, εικονογραφημένο από τον Ευγένιο Ντελακρουά και φυσικά σε μετάφραση του αγαπημένου μου Κωσταντίνου Χατζόπουλου, που θα μου επιτρέψετε να παραλείψω το "ν" από την πρώτη συλλαβή του ονόματός του, γιατί ο ίδιος συνήθιζε να υπογράφει έτσι. Ο Φάουστ ή Γεώργιος και Γιόχαν Φάουστους ή ακόμη και Ιωάννης είναι ο κατεξοχήν θεατρικός ήρωας που ενέπνευσε συγγραφείς και άλλους καλλιτέχνες, ακριβώς γιατί αγγίζει τη σκοτεινή πλευρά του με την προβολή ενός Μεφιστοφελή που αποτελεί καθώς φαίνεται, το alter ego του.
Αγόρασα ακόμα Βιλέτ της Σαρλότ Μπροντέ, εκδόσεις Σμίλη, βιβλίο για το οποίο γνώριζα πως ήταν το τελευταίο που εκδόθηκε λίγο πριν το θάνατό της. Ήδη όμως από τις πρώτες σελίδες συνειδητοποιώ πως η Σαρλότ Μπροντέ αφήνει να διαφανεί και εδώ το συγγραφικό της μεγαλείο, όπως και στη Τζέιν Έιρ, σίγουρα πιο ώριμη και πιο βαθιά ηθογραφική και ψυχογραφική. Επιπλέον, παρόλο που η αφηγήτριά της δε φαίνεται να είναι και η πρωταγωνίστριά της, βρίσκεται σε έναν συνεχή διάλογο με τον αναγνώστη, σαν να υφαίνει εκείνη, η αφηγήτρια, την ιστορία.
Τέλος, αυτό που δεν έτυχε ποτέ μέχρι τώρα να δω σε ελληνική έκδοση, παρά μόνο σε αγγλική και αυτή σε ηλεκτρονικό έντυπο, βρέθηκε μπροστά μου σχεδόν στο τέλος της έκθεσης και είναι το παγκοσμίου φήμης (ευπώλητο;) της εποχής του, τον περιβόητο Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ, εκδόσεις Στοχαστής.
Η ιστορία του αιμοδιψή παλουκωτή, του ανασκολοπιστή που τρεφόταν με ανθρώπινο αίμα γίνεται στα χέρια του Στόουκερ ιστορία βαθιάς αγάπης και εμπνέει ζωγράφους, θεατρανθρώπους και κινηματογραφιστές από τον θρυλικό Νοσφεράτου μέχρι το αριστούργημα του Κόπολα. Αυτό το βιβλίο το ήθελα, εξ αιτίας της παιδιαρώδους επιθυμίας μου να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου, ακριβώς επειδή είναι εξαιρετικά κλασικό. Δεν περίμενα βέβαια να ανακαλύψω ήδη από χθες το βράδυ και μέσα σε λίγες σελίδες τη γλωσσική ευφράδεια του συγγραφέα, που διαφαίνεται με εξαιρετικό τρόπο και δεν υποσκελίζεται διόλου από την υπέροχη μετάφραση της Αννέτας Καπόν (με κάνει δε να πιστεύω πως δύσκολα θα βρω Άγγλο -αν και γεννημένος ο συγκεκριμένος στην Ιρλανδία - συγγραφέα του 19ου αιώνα που να μη διαθέτει αυτό το προτέρημα) και την εκπληκτική ατμόσφαιρα και την αγωνία που δημιουργεί στον αναγνώστη, ακόμη και αν η επόμενη σκηνή είναι πασίγνωστη...
Το βράδυ έπεσε πάνω από τη μουντάδα, το ξόδεμα πήρε το τέλος του στα  45 ευρώ, ταπί και ψυχραιμία, διότι είχα μετά μια χαρά για τον Δράκουλά μου, που δε περιγράφεται...


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη του 1969 - Ελλάδα του 2012

Γιατί αισθάνομαι ότι  ο Μανόλης Αναγνωστάκης πάλι μεγάλη απογοήτευση θα αισθανότανε με το 2012, όπως τότε, με το 1969, ψάχνοντας ανθρώπους να αγωνιστούν για τούτη την ανελευθερία που ζούμε; Γιατί αισθάνομαι τον τόπο μας να βουλιάζει μέρα με τη μέρα στην εξαθλίωση, να βρίσκει να κατηγορήσει ανθρώπους που δε φταίνε, να γίνεται έρμαιο του φασισμού, να στέκεται με απάθεια μπροστά στη βία που ασκείται σε κάποιον, μόνο επειδή έχει μελαψό χρώμα; Γιατί αισθάνομαι πως βρίσκει άπειρες δικαιολογίες να μην αντιταχθεί σε ό,τι πραγματικά τον εκμεταλλεύεται; Γιατί αισθάνομαι πως το δικαίωμα της ψήφου του το έχει μετατρέψει σε πιστοποιητικό κολακείας απέναντι σε ανθρώπους που στρογγυλοκαθίζουν τα οπίσθιά τους σε θέσεις εξουσιαστικές υποσχόμενοι ευημερία; Γιατί αισθάνομαι πως η αδικία έχει γίνει συνήθεια; Γιατί τα παιδιά να απογοητεύονται όταν θα έχουν πιστέψει τα λόγια του πατέρα: "εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες";

Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.
Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
            τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε 
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε 
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες, 
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες 
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
            οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
            τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
            ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
            τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό Μόμπι Ντικ ή η Φάλαινα του Χέρμαν Μέλβιλ (2)

"Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια - δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς - έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα...όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει...όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ...και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου -  τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ..." (μετάφρ. Α.Κ. Χριστοδούλου).

Αυτές είναι οι πρώτες αράδες των Αμυδρών Γραμμών στον Θαλάσσιο Ορίζοντα, του πρώτου δηλαδή κεφαλαίου, που με κέρδισαν αμέσως, όχι μόνο γιατί ο αφηγητής μου δεν έκρυψε τίποτα από τα εσώψυχά του, όχι μόνο γιατί μου συστήθηκε λιτά και απέριττα χωρίς περιστροφές, αλλά κυρίως γιατί διάβασα με τον πιο όμορφο τρόπο - πράγμα που πρέπει να το οφείλω πρώτα στο συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι πως διαβάζω και μιαν εξαιρετική μετάφραση - τι ζητά ένας θαλασσινός άνθρωπος όταν μες στη ψυχή του είναι Νοέμβρης υγρός...Ο Ισμαήλ φτιάχνει έτσι τον Ταξιδιωτικό του Σάκο και σταθμεύει για λίγο στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, λίγο πριν μπαρκάρει. Το μοναδικό κρεβάτι που βρίσκει είναι μια θέση δίπλα σε έναν φοβερό καμακιστή, ένα τρομακτικό πλάσμα, ανθρωποφάγο και επικίνδυνο, που έτσι τον φαντάζεται ο Ισμαήλ πριν καν τον αντικρίσει. Τρέμει στην ιδέα να κοιμηθεί μαζί του, αλλά επειδή ήδη μου έχει δείξει - από αυτές τις πρώτες αράδες που σου παρέθεσα, φίλε αναγνώστη - ότι ξέρει πολύ καλά τι θέλει, κι αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι ένας καλός ύπνος, τίποτε δεν τον σταματά: ούτε όταν οι φόβοι του επιβεβαιώνονται για το ποιόν του καμακιστή, ούτε όταν ουρλιάζει από τρόμο να έρθει ο πανδοχέας να τον σώσει. Και πόσο όμορφα κωμικό γίνεται το σκοτεινό και φοβερό στοιχείο  που επικρατεί στο Πανδοχείο του Φυσητήρα, όταν ο Ισμαήλ μετά το ευγενικό νόημα του τέρατος λέγει στο τέλος: "Καληνύχτα, πανδοχέα, είπα, μπορείς να φύγεις. Πλάγιασα και ποτέ μου δεν κοιμήθηκα πιο καλά".