Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Βιλέτ της Σαρλότ Μπροντέ

Όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες της Βιλέτ, ένιωσα πως η αφηγήτρια δεν θα ήταν η πρωταγωνίστρια της ιστορίας που θα διάβαζα. Και συμβαίνει βέβαια το εξής μαγικό: είναι τελικά η αφανής ηρωίδα, εκείνη που παρατηρεί τη ζωή από "απόσταση ασφαλείας", εκείνη που περνά τον καιρό της εξ ολοκλήρου ζώντας μέσα από τις ζωές των άλλων, για να γίνει σιγά - σιγά η πρωταγωνίστρια της ζωής της. Μέσα από τις 711 σελίδες του βιβλίου της, η Μπροντέ παρουσιάζει αυτή τη μεταστροφή τόσο σταδιακά, τόσο (ψυχ)αναλυτικά, που είναι σχεδόν αδύνατον στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής της διαδικασίας. Αυτό που τελικά μένει είναι η εντύπωση που έχει κανείς στην αρχή της ιστορίας και αυτή που έχει στο τέλος της: "Όσα ένιωσα και ό,τι έκανα εκείνη τη βραδιά δεν περίμενα ποτέ πως θα τα νιώσω και θα τα κάνω, σαν να είχα πέσει σε έκσταση και να είχα ανέβει στον έβδομο ουρανό...την άλλη μέρα, όμως, όταν τα ξανασκέφτηκα, δεν την ενέκρινα πια εκείνη την ερασιτεχνική παράσταση...πήρα τη σταθερή απόφαση να μην αφήσω να παρασυρθώ ξανά σε παρόμοιες ιστορίες", λέει χαρακτηριστικά η Λούσι Σνόουι μετά τη συμμετοχή της σε θεατρικό έργο, συμμετοχή που την έβγαλε για λίγο από το περιθώριο και φυσικά αυτό την τρόμαξε. Έτσι, η Λούσι Σνόουι αντιδρά σε ό,τι της συμβαίνει τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι θέλει να ζήσει. 
Το βιβλίο ξεκινά με μια κατά τα φαινόμενα αναδρομή στο παρελθόν στο σπίτι της νονάς της Λούσι, στο σπίτι της οικογένειας Μπρίτον στην ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον γιο της οικογένειας, Τζον Γκράχαμ Μπρίτον και περιγράφει η ίδια διεισδυτικά και σκηνοθετικά τον συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και της μικρής Πόλυ που φιλοξενείται στο σπίτι. Η Λούσι Σνόουι, ενήλικη και πάμπτωχη στη συνέχεια, στιγματίζοντας συχνά τα παιδικά της χρόνια χωρίς όμως να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες, μεταναστεύει στη Βιλέτ της Λαμπασκούρ (πιθανόν στις Βρυξέλλες του Βελγίου). Εκεί εργάζεται ως δασκάλα στο παρθεναγωγείο της μαντάμ Μπεκ και έρχεται σε επαφή και πάλι με τον γιατρό πια Τζον Μπρίτον, αλλά και με τον ιδιότροπο καθηγητή Πολ Εμανιουέλ. 
Η πορεία της από τούδε και στο εξής χαρακτηρίζεται από τα συναισθήματα που γεννώνται μέσα της για τον νεαρό γιατρό, από τις απογοητεύσεις που δοκιμάζει γύρω από το ίδιο θέμα και από την απροσδόκητη τροπή (όχι απαραίτητα καλή, όχι απαραίτητα κακή)  που τελικά παίρνουν τα πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι το θέμα του βιβλίου δεν είναι ο έρωτας στον πρώιμο Βικτωριανό κόσμο, είναι η ψυχογράφηση όμως ενός ανθρώπου καθώς διαγράφει την πορεία του από την αφάνεια και τον συναισθηματικό θάνατο στη φωτεινή επιφάνεια, στη ζωή. Τούτο το βιβλίο είναι σαφέστατα ένα από τα πιο ώριμα βιβλία της Σαρλότ Μπροντέ ακριβώς επειδή προχωρά τη συγγραφή της ένα βήμα πιο πέρα από την απλή ιστορία, επειδή κερδίζει τον αναγνώστη με κάθε αράδα του, χωρίς υπερβολή με καθεμιά από τις 711 σελίδες του. Εν τέλει δεν είναι διόλου τυχαίο να συζητάμε για τις ταλαντούχες αδελφές Μπροντέ, σχεδόν 200 χρόνια μετά τη σύλληψη και τη συγγραφή των εξαιρετικών έργων τους.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ο Μόμπι Ντικ βάζει τα γιορτινά του

Σε ένα από τα κλασικά αφιερώματα της google ανήκει το σημερινό, με το οποίο καταπιάνομαι μάλιστα αυτήν την περίοδο. Περιττό είναι να πω πόσο χάρηκα όταν αντίκρισα στη γνωστή ιστοσελίδα το σκίτσο που απεικονίζει την περιβόητη φάλαινα όταν αυτή εκτοξεύει νερό από το φυσητήρα της για να σχηματίσει έτσι, χωρίς κόπο, το γράμμα L από τη λέξη google...και να μου θυμίσει πόσο εκνευρίζομαι όταν ο υπολογιστής μου αποφασίζει αυθαίρετα (ή μάλλον εγώ κάτι θα έχω πατήσει) να μου εμφανίζει επίμονα άλλη μηχανή αναζήτησης που ούτε αφιερώματα κάνει ούτε είναι τόσο ενημερωμένη....
Ο Μόμπι Ντικ λοιπόν εκδίδεται σαν σήμερα, 161 χρόνια πριν, στις 18 Οκτωβρίου στα 1851 στην Αγγλία. Η θαλασσινή περιπέτεια του Μέλβιλ είναι πολλά περισσότερα από μια ναυτική ιστορία κυνηγιού μιας φάλαινας. Είναι ένα έργο επικό, συμβολικό σε όλη του την έκταση, εξαιρετικό στη ροή του λόγου, απόλυτα ταιριαστό στην θαλασσινή ελευθερία που διακατέχει όλους τους "σκληροπυρηνικούς" ναυτικούς. Είναι τέλος γνωστό πως το έργο τούτο κατατάσσεται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πράγμα δικαιότατο και διόλου τυχαίο. Ελπίζω δε πολλοί να το διαβάσουν με αφορμή αυτό το κλικ που πιθανόν κάνουν πάνω στην υπέροχη εικόνα...

υγ. Αγαπημένε μου αναγνώστη, συγχώρεσέ μου που δεν εμφανίζομαι τόσο τακτά όσο παλαιότερα, αλλά βρίσκομαι σε ενδιαφέρουσα και μάλλον πως αυτή η κατάσταση μονοπωλεί το ενδιαφέρον μου...

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το Όνειρο της Κλάρας του Κωσταντίνου Χατζόπουλου


Ο σπουδαίος μεταφραστής του Φάουστ, ο συγγραφέας της Τάσως, της Αννιώς και του Σπιτιού του Δασκάλου, ενώ γράφει σε μια εποχή που οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν μια διάθεση λόγια - από την οποία δε μπορούν εύκολα να ξεφύγουν - τόσο στο γλωσσικό τους ιδίωμα όσο και στο ύφος τους εν γένει, γράφει από καρδιάς. Και επειδή η καρδιά του συγγραφέα, φαντάζομαι, πως στην ουσία δεν καταπιέζεται από γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, εκφράζεται όπως "μιλά" στην καθημερινότητά της και καταπιάνεται με θέματα που σκιαγραφούν ήρωες που άλλοι θα πίστευαν ίσως ότι δεν αξίζουν τέτοια προσοχή...Το όνειρο της Κλάρας, δίχως το πολυτονικό σύστημα (τυπολογικός εξαναγκασμός των αρχών του 20ου αιώνα), μοιάζει να γράφτηκε σήμερα...

Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Κλά­ρας


ΗΝ ΚΛΑΡΑ, δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς. Πὼς ἦ­ταν τό­σο ἄ­σχη­μη δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ πι­στέ­ψει, κι ἂς τὸ φο­βό­τα­νε. Ὅ­μως δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς, καὶ στὶς συν­τρό­φισ­σές της ποὺ φλυ­α­ροῦ­σαν γιὰ τοὺς ἔ­ρω­τές τους, ἔ­πρε­πε νὰ κά­θε­ται νὰ πλά­θει καὶ νὰ δι­η­γεῖ­ται κι αὐ­τὴ φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ νέ­ους ποὺ τὴν ἀ­γά­πη­σαν μιὰ φο­ρὰ καὶ γι’ ἄλ­λους ποὺ τὴν κυ­νη­γοῦν ἀ­κό­μα. Πό­τε δι­η­γό­τα­νε ρο­μαν­τι­κοὺς πε­ρί­πα­τους μέ­σα στὰ δά­ση μὲ τὸν ἕ­ναν, πό­τε τα­ξί­δια μὲ τὶς βάρ­κες καὶ τὰ βα­πο­ρά­κια στὸ πο­τά­μι καὶ στὶς λί­μνες μὲ τὸν ἄλ­λον. Αὐ­τὰ ὅ­λα γι­νό­τα­νε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ἡ Κλά­ρα ἔ­με­νε στὸ σπί­τι καὶ συν­τρό­φευ­ε τὴν ἄρ­ρω­στη μη­τέ­ρα της, ἢ ἔ­βγαι­νε τὸ ἀ­πο­βρα­δὶς στ’ ἀ­πό­με­ρα γιὰ ν’ ἀ­να­σά­νει καὶ νὰ πλά­σει κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω στὸν ἀ­έ­ρα τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ θὰ ἱ­στο­ροῦ­σε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα στὶς συν­τρό­φισ­σές της. Ὁ φί­λος ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος μὲ με­λα­ψὴ θω­ριά, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ μα­κρυ­σμέ­νον τό­πο, ἀ­πὸ μιὰ χώ­ρα ὅ­που δὲν πέ­φτει πο­τὲ χι­ό­νι, ὅ­που οἱ κάμ­ποι χά­νον­ται στὸ ἄ­πει­ρο μά­κρος σὲ πυ­ρὴ ἄ­χνα, τὰ δέν­τρα κρε­μοῦ­νε πρὸς τὰ κά­τω τα κλα­διά, μέ­σα στὰ δά­ση ζοῦν που­λιὰ πα­ρά­ξε­να καὶ τὰ λευ­κὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ πα­λά­τια κα­θρε­φτί­ζουν τὶς κο­λό­νες τους καὶ τὶς κορ­φὲς στ’ ἀ­κί­νη­τα κί­τρι­να νε­ρὰ τῶν πο­τα­μι­ῶν. Οἱ συν­τρό­φισ­σές της ἀ­νοί­γα­νε πλα­τιὰ τὰ μά­τια, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα δι­η­γό­ταν πὼς ἔ­χει κι ὁ φί­λος της ἕ­να πα­λά­τι καὶ θὰ τὴν πά­ρει νὰ πᾶν ἐ­κεῖ νὰ ζή­σου­νε μα­ζί.
       Κι ἡ Κλά­ρα τὸν πε­ρί­με­νε νὰ ‘ρ­θεῖ, ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­μείνει καὶ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν ἦρ­θαν. Κι ἕ­να βρά­δι, ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι κι ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν σι­γὰ κι ἀρ­γὰ σὰν τὰ δι­κά της κά­ποι­α πα­τή­μα­τα, ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸς ἀ­λη­θι­νά. Μὰ σὰ νὰ τῆς στα­μά­τη­σε με­μιᾶς τὸ αἷ­μα, ἡ καρ­διά της χτυ­ποῦ­σε τό­σο ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ στρέ­ψει πί­σω νὰ τὸν δεῖ. Μό­νο ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα της καὶ μπῆ­κε μέ­σα, γύ­ρι­σε κι ἔ­ρι­ξε πί­σω γλή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ εἶ­δε ἀν­τί­κρυ τὰ μά­τια του ποὺ λάμ­παν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ. Ἀ­νέ­βη­κε βι­α­στι­κὴ τὴ σκά­λα κι ἔ­τρε­ξε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος κον­τὰ στὸ στύ­λο τοῦ φα­να­ριοῦ κι εἶ­χε τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να στὸ πα­ρά­θυ­ρό της.
       Ἡ Κλά­ρα δὲν κοι­μή­θη­κε οὔ­τε κεί­νη τὴ νύ­χτα οὔ­τε τὴν ἄλ­λη. Για­τί τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου τὴν ξα­να­πή­ρα­νε κον­τὰ καὶ τὸ ἄλ­λο βρά­δι· κι ὅ­ταν ἀ­νέ­βη­κε στὸ σπί­τι, ἐ­κεῖ­νος ξα­να­στή­θη­κε σὰ στύ­λος ἀν­τί­κρυ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ μά­τια γυ­ρι­σμέ­να ἐ­κεῖ. Τὸ τρί­το βρά­δι δὲ βα­στοῦ­σε ἄλ­λο ἡ Κλά­ρα. Φό­ρε­σε πά­λι τὸ κα­πέ­λο της καὶ ξα­να­κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ πά­ει ἴ­σια στὸν ἄ­γνω­στο, ἀ­θέ­λη­τα ὅ­μως τρά­βη­ξε ἴ­σια στὸ δρό­μο χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει ποῦ τρα­βᾶ. Ὁ ἕ­νας δρό­μος ἔ­βγα­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ κεῖ­νος ἔ­ξω στὸ με­γά­λο πάρ­κο. Ἡ Κλά­ρα πέ­ρα­σε τὸ μέ­ρος ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­το φῶς καὶ κό­σμο καὶ μπῆ­κε σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ μο­νο­πά­τια, ποὺ φι­δω­τὰ καὶ μι­σο­φω­τι­σμέ­να χά­νον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τοὺς μαύ­ρους θό­λους τῶν κλα­ρι­ῶν. Χώ­θη­κε μέ­σα σὲ αὐ­τοὺς καὶ προ­χω­ροῦ­σε. Πί­σω της ἔ­νι­ω­θε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου ἀρ­γά, σι­γὰ σὰν τὰ δι­κά της πάν­τα. Καὶ προ­χω­ροῦ­σε ὅ­σο ποὺ ἔ­φτα­σε στὸ μέ­ρος ὅ­που μιὰ λί­μνη μι­σο­κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα ἔ­κο­βε τὸ πάρ­κο. Ἅ­μα στα­μά­τη­σε, στα­μά­τη­σαν καὶ τὰ βή­μα­τα κον­τά της· κι ὅ­ταν κά­θι­σε στὸ κά­θι­σμα ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νος σι­μά της κι ὁ ἄ­γνω­στος. Ἕ­να φα­νά­ρι κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα, τῆς ἔ­φε­ξε καὶ κεῖ νὰ ξα­να­δεῖ τὴν ὄ­ψη του. Ἦ­ταν με­λα­ψή, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαῦ­ρα μα­κριὰ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος.
       Ἡ Κλά­ρα τὸν κοί­τα­ζε ἀ­μί­λη­τη κι ἀ­σά­λευ­τη, σὰ βυ­θι­σμέ­νη σὲ ὅ­ρα­μα. Δέν­τρα κον­τά, λι­γνά, σκυ­φτά, γυρ­τό­κλω­να, δέν­τρα μὲ φύλ­λα ἀ­ριά, μα­κριά, λε­πι­δω­τά, πο­λύ­χρω­μα, πα­ρά­ξε­να χρυ­σο­φεγ­γί­ζα­νε σὰ γνώ­ρι­μα, σὰν ἄ­γνω­ρα στὴ ρό­δι­νη ἀν­τη­λιά, ἡ ἔκ­στα­ση τῶν πλα­τι­ῶν κάμ­πων ποὺ χά­νον­ται πέ­ρα μα­κριὰ σὲ πυ­ρὰ βά­θη ἀ­νοι­γό­ταν γλαυ­κό­λαμ­πη μπρο­στά της. Εἶ­χε δι­α­βά­σει στὰ βι­βλί­α γιὰ τὰ μέ­σα μά­τια ποὺ κά­πο­τε βλέ­πουν πρω­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­ξω μά­τια, καὶ κοί­τα­ζε πάν­τα τὸν ἄ­γνω­στο καὶ πε­ρί­με­νε νὰ τῆς μι­λή­σει κι ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ λα­χτά­ρι­ζε νὰ τῆς μι­λή­σει γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τό­πο του, γιὰ τὰ πα­ρά­ξε­να που­λιὰ ποὺ ζοῦν στὰ δά­ση, γιὰ τὰ κί­τρι­να ἀ­κί­νη­τα νε­ρὰ ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὰ λευ­κὰ πα­λά­τια. Μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἄ­νοι­γε τὰ χεί­λη, πα­ρὰ τὴν κοί­τα­ζε καὶ κεῖ­νος σι­ω­πη­λὸς κι ἀ­σά­λευ­τος. Ἔ­τσι σι­ω­πη­λὸς ὅ­λο το βρά­δι ἐ­κεῖ­νο, ἔ­τσι ἀ­σά­λευ­τος καὶ σι­ω­πη­λὸς καὶ τ’ ἄλ­λα βρά­δια στὴ σει­ρά, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα τὸν ἔ­σερ­νε κα­τό­πι της κι ἔρ­χον­ταν καὶ κα­θί­ζα­νε κον­τὰ-κον­τὰ στὸ ἴ­διο κά­θι­σμα ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ.
       Ἡ Κλά­ρα τώ­ρα δὲ μι­λοῦ­σε λό­γο στὶς συν­τρό­φισ­σές της γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Ἔ­με­νε σι­ω­πη­λή, συλ­λο­γι­σμέ­νη ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, σὰ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ νὰ πε­ρί­με­νε μό­νο νὰ ‘ρ­θεῖ τὸ βρά­δι.
       Τέ­λος ἕ­να βρά­δι σι­ω­πη­λὸ καὶ σκο­τει­νὸ σὰν ὅ­λα τ’ ἄλ­λα, ἕ­να βρά­δι ποὺ σὰν πάν­τα το φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ ἔ­πε­φτε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γνώ­στου καὶ σερ­νό­τα­νε στὰ πό­δια του σὰ φί­δι καὶ τρε­μό­παι­ζε κι­τρι­νω­πὸ ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, ἡ Κλά­ρα σί­μω­σε πιὸ κον­τὰ τὸν ἄ­γνω­στο καὶ τοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι.
       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κου­νή­θη­κε. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ τὸ κρα­τᾶ, τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια καὶ τὴ ρώ­τη­σε:
       «Πῶς σὲ λέ­νε;»
       Ἡ Κλά­ρα εἶ­πε τὸ ὄ­νο­μά της.
       Κι ὁ ἄ­γνω­στος κοι­τά­ζον­τάς την πάν­τα ψι­θύ­ρι­σε:
       «Δὲν εἶ­σαι σύ–»
       Ἡ Κλά­ρα τέν­τω­σε τὰ μά­τια.
       «δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο· τῆς μοιά­ζεις στὴν ἀ­σχη­μιά–»
       Ἡ Κλά­ρα ἔ­κα­με νὰ τρα­βή­ξει τὸ χέ­ρι της, μὰ ἐ­κεῖ­νος τὸ κρά­τη­σε:
       «τὰ ἴ­δια κρε­μα­σμέ­να χεί­λη, τὰ ἴ­δια τ’ ἀ­χα­μνά, τὰ κο­κα­λι­ά­ρι­κα τὰ μά­γου­λα, τὰ πε­ταγ­μέ­να ἔ­ξω· τὰ ἴ­δια τὰ μι­κρά, τ’ ἄ­χρω­μα, τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια, τὸ ἴ­διο το καμ­που­ρι­α­σμέ­νο τὸ κορ­μί. Ἦ­ταν ἡ πιὸ ἄ­σχη­μη καὶ κεί­νη ἀ­π’ ὅ­λες. Κα­νεὶς δὲν τὴν κοί­τα­ζε, κα­νεὶς δὲν τῆς μι­λοῦ­σε, κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­νε νὰ δοῦ­νε τὴν ψυ­χή. Καὶ κεί­νη εἶ­χε κα­λὴ ψυ­χή. Δὲ μί­λη­σε πο­τέ· δὲ γέ­λα­σε πο­τὲ μὲ μέ­να ἐ­κεί­νη. Κα­θό­τα­νε μό­νη στὴν ἄ­κρη, μα­ζε­μέ­νη, καὶ κοί­τα­ζε ἄ­φω­νη, σὰν πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸ κλου­βί, τὶς ἄλ­λες ποὺ γε­λού­σα­νε μὲ μέ­να. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ αὐ­τές, δὲν ταί­ρια­ζε στὸν κό­σμο. Γι’ αὐ­τὸ τὴ σκό­τω­σα.»
       Ἡ Κλά­ρα τι­νά­χτη­κε, μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι.
       «Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα καὶ τὴ σκό­τω­σα», ξα­κο­λού­θη­σε, «μὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, ἐ­σὲ δὲ σ’ ἀ­γα­πῶ. Ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη, ὅ­πως φαν­τά­στη­κα ὅ­ταν σὲ εἶ­δα πρώ­τη φο­ρά. Νό­μι­σα πὼς πέ­ρα­σε ἡ ψυ­χή της σὲ σέ­να, πὼς ἀ­να­στή­θη­κε σὲ σέ­να, πὼς ξα­να­ῆρ­θε στὴ ζω­ὴ μὲ σέ­να. Μὰ ὄ­χι, ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη. Ἐ­σὺ τρέ­μεις. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­τρε­με. Ξέ­πλε­ξε μό­νη τὰ μαλ­λιὰ καὶ μοῦ τὰ ἔ­δω­σε στὸ χέ­ρι. Μοῦ τὰ ἔ­δω­σε καὶ τῆς τὰ πέ­ρα­σα γύ­ρω στὸ λαι­μὸ θη­λιά, τρά­βη­ξα, ἔ­σφι­ξα τὴ θη­λιὰ γε­ρά, καὶ τὰ μά­τια της, τὰ μι­κρὰ τὰ μά­τια της ἀ­νοί­ξα­νε πλα­τιὰ στὸ χά­ος, τεν­τω­θή­κα­νε πόρ­τες ὀρ­θά­νοι­χτες στὴν ἄ­βυσ­σο· σὰν πλά­κες σμάλ­το ἀ­σπρο­φεγ­γί­σαν τ’ ἄ­χρω­μα τὰ μά­τια, σὰν αἱ­μο­στά­λα­χτα ρουμ­πί­νια ἄ­στρα­ψαν τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια. Τρό­μα­ξα καὶ τῆς σκέ­πα­σα τὸ πρό­σω­πο. Ἔ­βλε­πα μό­νο τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Παί­ζα­νε φέγ­γη χλω­μο­κί­τρι­να, ἀ­χνο­ρό­δι­να κι αὐ­τοῦ, πνι­γό­ταν ἀ­σπρο­γά­λα­ζες, πρα­σι­νω­πές, θαμ­πό­χρυ­σες ἀ­να­λαμ­πές. Πῶς πνί­γον­ται μουν­τὰ μιὰ μέ­ρα θαμ­πε­ρὴ τὰ χρώ­μα­τα στὸ φίλ­δι­σι, πῶς τρε­μο­φέγ­γει στὰ νε­ρὰ ἐ­κεῖ τὸ λει­ψὸ φεγ­γά­ρι ποὺ τρυ­πᾶ τοὺς κλά­δους – ἔ­τσι ἔ­φεγ­γε μπρο­στά μου τὸ γυ­μνὸ κορ­μί.»
       Ἡ Κλά­ρα κοί­τα­ξε στὴ λί­μνη ὅ­που ἔ­δει­χνε τὸ χέ­ρι του. Τὰ νε­ρὰ ἦ­ταν σκο­τει­νά, φεγ­γά­ρι δὲ φαι­νό­ταν· μό­νο στὴν ἄ­κρη, ἐ­κεῖ μπρο­στὰ θαμ­πό­τρε­με ἡ λάμ­ψη τοῦ φα­να­ριοῦ κι­τρι­νω­πή.
       «Για­τὶ τὴ σκό­τω­σα γυ­μνή», ξα­κο­λού­θη­σε ὁ ἄ­γνω­στος· «γυ­μνώ­θη­κε ὅ­ταν εἶ­δε πὼς τὴν ἤ­θε­λα γυ­μνή, κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις, ἐ­σὺ δὲ λύ­νεις μό­νη τὰ μαλ­λιά–»
       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ λαι­μό της, σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­σει τὴν τρα­χη­λιά.
       Ἡ Κλά­ρα ξα­να­τι­νά­χτη­κε.
       «Μὴν τρο­μά­ζεις· δὲν σὲ θέ­λω ἐ­σέ­να», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος καὶ κα­τέ­βα­σε τὸ χέ­ρι. «Ἐ­κεί­νη ἄ­φη­σε καὶ τὴ γύ­μνω­σα, κι ἔ­πε­σε ἔ­τσι στὸ κρε­βά­τι. Δὲν τὸ μό­λυ­να. Σκέ­πα­σα τὸ γυ­μνὸ κορ­μὶ για­τί μὲ φό­βι­σε κι αὐ­τὸ ὅ­πως ἔ­φεγ­γε. Τῆς φί­λη­σα μό­νο το χέ­ρι ποὺ κρε­μό­ταν κά­τω ἀ­σκέ­πα­στο. Ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, τό­σο ἁ­πα­λὸ τὸ χέ­ρι της. Τὸ δι­κό σου εἶ­ναι ἄ­σχη­μο, δὲν τὸ φι­λῶ. Τρα­χύ, πλα­τύ, κα­κο­πλα­σμένο. Δὲν εἶ­σαι κεί­νη ἐ­σύ, δὲν ξα­να­βγῆ­κες ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο νε­ρὸ ποὺ πῆ­γα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξα γιὰ νὰ μὴν τῆς δεῖ κα­νέ­νας ἄλ­λος τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις, δὲ θέ­λεις ν’ ἀ­γα­πή­σεις, δὲν μπο­ρεῖς – ἢ θέ­λεις; Λέ­γε!»
       Ἔ­μει­νε κρα­τών­τας, σφίγ­γον­τας δυ­να­τὰ τὸ χέ­ρι της.
       Ἡ Κλά­ρα ἔ­σκυ­ψε τὸ πρό­σω­πο. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­κρύ­ζει τὸ δι­κό του, δὲ βα­στοῦ­σε νὰ βλέ­πει τὰ μά­τια του ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε με­γά­λα, μαῦ­ρα, κρύ­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο τὸ φῶς.
       Σὲ λί­γο ἔ­νι­ω­σε πὼς τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι, κι ὅ­ταν τόλ­μη­σε καὶ ξα­να­σή­κω­σε τὸ πρό­σω­πο, ὁ ἄ­γνω­στος εἶ­χε χα­θεῖ.
       Τὸ ἄλ­λο βρά­δι, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, δὲν ἄ­κου­σε πί­σω της τὸ βῆ­μα του. Κι ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο, δὲν εἶ­δε νὰ στέ­κει ἀν­τί­κρυ, νὰ πε­ρι­μέ­νει. Πε­ρί­με­νε, πε­ρί­με­νε κι αὐ­τή – δὲ φά­νη­κε. Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο καὶ δί­χως νὰ τὸ νι­ώ­σει βρέ­θη­κε στὸ πάρ­κο κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ. Ἔ­μει­νε ὧ­ρες μό­νη, ἀ­σά­λευ­τη, σκυ­φτή. Ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἦρ­θε. Ὅ­ταν ὅ­μως ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει καὶ μπῆ­κε στὸ στε­νὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι, τό­τε τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε νὰ σβή­νει σὰν ἀ­πο­πί­σω της, σὰν ἀ­πὸ μα­κριὰ ἢ κον­τά, ἢ σὰν ἀ­πο­μέ­σα της μο­νά­χα ἕ­να μα­κρύ, τρι­κυ­μι­στό, χα­χα­νι­στὸ ἄ­γριο γέ­λιο.