Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια Πολλά


“One can never have enough socks," said Dumbledore. "Another Christmas has come and gone and I didn't get a single pair. People will insist on giving me books.”

J.K. Rowling, Harry Potter and the Sorcerer's Stone

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλει

Αφορμή για τη σύλληψη της ιδέας στάθηκε ένας άτυπος "διαγωνισμός" στον οποίο συμμετείχε τούτη η γυναίκα με τον σύζυγό της, Πέρσι Σέλει, τον φίλο τους Πολιντόρ και τον λόρδο Βύρωνα στην κατοικία του τελευταίου στις Άλπεις στα 1817. Η συμφωνία ήταν να επινοηθεί η πιο τρομακτική ιστορία. "Ο Ευγενής συγγραφεύς άρχισε μια ιστορία που απόσπασμά της τύπωσε στο τέλος του ποιήματος για τον Μαζέπα. Ο Σέλει, που ήταν πιο άξιος να δίνη σάρκα σε ιδέες και αισθήματα με την ακτινοβολία λαμπερών περιγραφών...άρχισε ένα διήγημα με βάση τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων. Ο δυστυχής Πολιντόρ είχε μια τρομερή ιδέα: μια κυρία με κεφάλι σκελετού που τιμωρήθηκε γιατί κοίταζε από μία κλειδαρότρυπα...εγώ προσπάθησα να σκεφτώ μια ιστορία...που θα μιλούσε στους ανεξιχνίαστους τρόμους της ανθρώπινης φύσης και θα προκαλούσε φόβους ανατριχιαστικούς - μια ιστορία που θα έκανε τον αναγνώστη να φοβάται να κοιτάξη γύρω του, που θα έκοβε το αίμα του και θα επιτάχυνε τους χτύπους της καρδιάς του" μαρτυρεί η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου της.
Η Σέλει δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά όπως αποδείχθηκε μέχρι σήμερα, τελικά συνέθεσε ένα από τα καλύτερα βιβλία τρόμου στην ιστορία της λογοτεχνίας. Σκοτεινό, λυρικό και πρωτότυπο, ένα κράμα φαντασίας και επιστήμης εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1831, χαρακτηριστικά τα οποία διαφαίνονται και στην φωτογραφία δεξιά που αποτελεί την πρώτη σελίδα εκείνης της πρώτης έκδοσης. Η υπόθεση είναι φυσικά γνωστή σε όλους: Ο Ελβετός Βίκτορ Φρανκενστάιν είναι ένας φιλόδοξος νεαρός που με όλη τη στήριξη της αγαπημένης του οικογένειας σπεύδει να σπουδάσει στο εξωτερικό φυσικές επιστήμες. Εκεί εφευρίσκει (ή ανακαλύπτει - η σημασιολογική διαφορά των λέξεων είναι σημαντική, το "ανακαλύπτει" εδώ είναι ίσως πιο τρομακτικό, αλλά το αποφεύγω για λόγους κοινής λογικής) έναν τρόπο να δίνει ζωή στά άψυχα. Φέρνει λοιπόν στη ζωή το τέρας του, στη θέα του οποίου όμως νιώθει τελικά αποστροφή και φόβο, σε τέτοιο βαθμό που το εγκαταλείπει αμέσως παθαίνοντας ο ίδιος σοβαρό νευρικό κλονισμό. Η αντιμετώπιση του Φρανκενστάιν αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους ανθρώπους, όπως θα διαπιστώσει τώρα και για τα επόμενα περίπου δύο χρόνια το τέρας που φεύγει τρομαγμένο και περιπλανιέται σε έναν χαοτικό κόσμο προσπαθώντας παράλληλα να "μεγαλώσει", να μιλήσει και να κατανοήσει.
Η έλλειψη της ανθρώπινης αποδοχής του πλάσματος που πλέον έχει αναπτύξει όλες τις διανοητικές και σωματικές του λειτουργίες αποτελεί τώρα την αφορμή για εκδίκηση, ιδιαιτέρως όταν αυτό ανακαλύπτει τυχαία το ημερολόγιο του "πατέρα" του και πλέον γνωρίζει τη μακάβρια και φρικιαστική γέννησή του. Από τούδε και στο εξής τα πράγματα αποδεικνύονται μοιραία για τον πρωταγωνιστή: ο μικρός του αδερφός δολοφονείται και μία προστατεύομενη της οικογένειάς του κατηγορείται για τη δολοφονία του και εκτελείται. Το τέρας επιδίδεται σε μία ακατάπαυστη καταδίωξη του Φρανκενστάιν, πράγμα που τον καταρρακώνει ψυχολογικά μέχρι τελικά να χαθεί σχεδόν όλη του η οικογένεια και κυρίως η αγαπημένη του Ελίζαμπεθ, τη νύχτα του γάμου τους.
Η τεράστια επιτυχία του βιβλίου οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε. Η επιστημονική επανάσταση βρίσκεται στις αρχές της. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις παλαιωμένες του αντιλήψεις και να αποβάλουν τις δεισιδαιμονίες, βρίσκονται όμως σε μεταβατική περίοδο, επομένως η αλήθεια και το ψέμα εμπλέκονται και δημιουργούν σύγχυση. Τη σύγχυση αυτή εκμεταλλεύτηκε η συγγραφέας συνθέτοντας μια ιστορία που βασίζεται στην επιστήμη, ωστόσο είναι άκρως φανταστική. Υπό αυτήν την έννοια, ο τρόμος γεννάται πολύ εύκολα και σε πολύ μεγάλο βαθμό στον αναγνώστη. Εν ολίγοις, η Σέλει επέτυχε τον σκοπό της. Τα προτερήματα του βιβλίου είναι σίγουρα: 1) η αφήγηση του τέρατος στον Φρανκενστάιν σχετικά με την πνευματική του ανάπτυξη και εξέλιξη (εντυπωσιακή εξέλιξη! Το τέρας αναλύει Βέρθερο και Χαμένο Παράδεισο με μεγάλη άνεση) 2) η σκοτεινή ατμόσφαιρα που επικρατεί σε όλη την έκταση του κειμένου. Το βασικότερο μειονέκτημα του βιβλίου είναι ο ξεχειλίζων λυρισμός, κυρίως στις περιγραφές της εσωτερικής κατάπτωσης του πρωταγωνιστή. Εντύπωση μου προκάλεσε η ικανότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής να ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα (και) πεζή.
Ο Κένεθ Μπράνα στην ομώνυμη ταινία του 1994 δίνει πνοή στο δημιούργημά του

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Το τέλος του Σουάν και τα τσακίσματα στις σελίδες μου

Συνηθίζω να τσακίζω τις σελίδες των βιβλίων που διαβάζω πάνω, όταν σταματώ σε κάποιο σημείο και θέλω να επιστρέψω σε αυτό, κάτω, όταν η σελίδα εμπεριέχει κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα πάνω τσακίσματα ποτέ δεν τα κρατώ για ευνόητους λόγους, μόνο η γραμμή της τσάκισης προδίδει που έκανα τις στάσεις μου. Τα κάτω τσακίσματα δεν τα πειράζω ποτέ, για να βρίσκω πάντα τις σελίδες που αγάπησα. Ο τόμος του Σουάν τελειώνει με πολλά τσακίσματα στο κάτω μέρος του, κι αν δε με συγκρατούσε η σύνεση ότι το βιβλίο αυτό δε μου ανήκει, αλλά ότι ανήκει στον καλό μου που συνέλεξε τους τόμους με μεγάλη ευλάβεια, θα είχα κιόλας υπογραμμίσει πολλά πράγματα, θα είχα ζωγραφίσει, θα είχα γράψει σχόλια...
Το δεύτερο μέρος του τόμου τελειώνει με έναν έρωτα ασύμβατο. Ο Σουάν και η Οντέτ, πλάσματα τόσο διαφορετικά, δεν "συναντήθηκαν" ποτέ. Η περιγραφή και η αφήγηση γίνεται αποκλειστικά από την πλευρά του άνδρα, που είναι "ανώτερος" πνευματικά από τη μετρέσα του. Το παράδοξο είναι ότι εμπλέκεται σε ένα ταπεινό ερωτικό παιχνίδι που χαρακτηρίζεται από ακατάσχετη ζηλοτυπία, ο ίδιος όμως το αντιλαμβάνεται σε βάθος και πάνω σε αυτό ψυχογραφεί και φιλοσοφεί σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης ξεχνά το θέμα, το συναισθάνεται και το παραλληλίζει με άλλα δικά του θέματα που δεν είναι διόλου ταπεινά. Και εδώ νομίζω ότι αποδεικνύεται το μεγαλείο του συγγραφέα που προφανώς δε μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη ζωή με απλότητα, όμως επιδόθηκε σε μία υπαρξιακή αναζήτηση μέσα από την απλότητα. Ο Σουάν ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα από τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, μέσα από τη τέχνη και κυρίως τη μουσική, για να διαπιστώσει στο τέλος πως: άσκοπα ξόδεψε χρόνια της ζωής του, πως θέλησε να πεθάνει, πως είχε τον πιο μεγάλο του έρωτα για μια γυναίκα που δεν του άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος του!
Ο Σουάν βέβαια δεν είναι ένας απλός δεσμός της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα με το τρίτο μέρος που αφορά τον δικό του έρωτα με την κόρη του Σουάν, τη Ζιλμπέρτ. Ο αφηγητής επιστρέφει στο Κομπραί και ονειρεύεται άλλους τόπους - σκεφτόμουν πως το Πόντε Βέκκιο ήταν κιόλας σκεπασμένο από γιατσίντα και ανεμώνες και πως ο ανοιξιάτικος ήλιος χρωμάτιζε κιόλας τα νερά του Μεγάλου Καναλιού μ' ένα τόσο βαθύ γαλάζιο και με τόσα πολύτιμια σμαράγδια ώστε, καθώς έρχονταν και παφλάζανε μπροστά στους πίνακες του Τιτσιάνο, θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τα πλούσια χρώματά τους (διάλεξα τη Φλωρεντία καθαρά για εγωιστικούς λόγους, έχω βρεθεί μπροστά στο Πόντε Βέκκιο, πάνω από τον Άρνο, και δε θα μπορούσε να την οραματιστεί καλύτερα). Η Ζιλμπέρτ έρχεται και αυτή σαν οπτασία σε έναν τόπο που δεν επιθυμούσε, δεν ονειρεύτηκε, στα Ηλύσια Πεδία. Θαρρείς από πλήξη ο συγγραφέας ερωτεύτηκε και εξιδανίκευσε το πλάσμα τούτο που το έπλασε όπως ήθελε στο μυαλό του και η μορφή της, η πραγματική της μορφή, δεν ήταν παρά το ολόγραμμα ενός φαντασιακού έρωτα. Όλοι αυτοί οι έρωτες βέβαια είναι μονομερείς και έτσι πρέπει να είναι. Η φαντασιακή μορφή του ενός δε θα μπορούσε ποτέ να επιδοθεί σε γνήσιες και επίγειες ερωτικές εκφράσεις. Αν το έκανε θα έχανε το μυστηριώδες που το χαρακτηρίζει. Έτσι και ο αφηγητής δέχεται την απογοήτευση στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Ζιλμπέρτ, πράγμα δρομολογημένο και αναμενόμενο.
Πολύ συχνά διαβάζω πως το Αναζητώντας... είναι το αριστούργημα που ο λογοτέχνης συνέθεσε με ένα πολύ απλό θέμα: τη ζωή. Θεωρώ πως η προσέγγιση αυτού του είδους είναι μάλλον πλατιασμένη, ίσως και λίγο πομπώδης. Ο συγγραφέας - και λαμβάνω το ρίσκο να εκφράσω την άποψή μου έχοντας ολοκληρώσει μόνο τον πρώτο τόμο -  ήθελε να μιλήσει για τον έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του. Το ίδιο το θέμα είναι τετριμμένο, χιλιοειπωμένο. Η προσέγγιση όμως είναι μοναδική. Τα τρία μέρη του τόμου, τοποθετημένα σε λογική χρονική αλληλουχία, διαρθρώνονται μέσα από τα πολλά πρόσωπα του έρωτα με πρωταγωνιστές ανθρώπους που στη μία ή την άλλη περίπτωση δένονται μεταξύ τους, οι ζωές τους συμπίπτουν λίγο ή πολύ. Υπάρχει λοιπόν η εξιδανίκευση του υιού απέναντι στη μητέρα, υπάρχει ο εμμονικός έρωτας που η λύτρωση φανερώνει τα τρωτά του, υπάρχει ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση, υπάρχει ακόμη - σε δευτερεύοντα πρόσωπα - το σύμπλεγμα, η ομοφυλοφιλία, η ομοφοβία κτλ. Και πράγματι δε μου κάνει καμία εντύπωση η αποκάλυψη του ονόματος της κας Σουάν, γιατί η λύτρωση φέρνει και την αποδοχή. Άλλωστε ποτέ ο Σουάν - που μάλιστα αποτελεί και πρότυπο μίμησης για τον νεαρό αφηγητή - δεν αποποιήθηκε τα συναισθήματά του για την Οντέτ, απλώς είδε κατάματα την αλήθεια.
Δύσκολο εγχείρημα το Αναζητώντας...Δεν είναι κατάλληλο για περίοδο γεννητουριών. Δεν είναι κατάλληλο ίσως για οποιαδήποτε περίοδο, είναι όμως καταλληλότατο για οποιαδήποτε συναισθηματική κατάσταση. Είναι φήμες ότι χρειάζεται καθαρό μυαλό, χρειάζεται τη συγκινησιακή μνήμη του αναγνώστη για να ξετυλιχτεί. Πολύ, μα πολύ βοηθητικός ο "μπούσουλας - περίληψη" στο τέλος του βιβλίου. Τον ανακάλυψα στην αρχή του τρίτου μέρους, διότι δε συνηθίζω να κοιτάζω τις τελευταίες σελίδες παρά μόνον τυχόν σημειώσεις. Τέλος, απολαυστικές οι πολιτισμικές πληροφορίες που μπορεί κανείς να αντλήσει από το βιβλίο, για άλλα βιβλία, για μουσικές, για θέατρα. Θα αποστασιοποιηθώ λίγο από τον Προυστ (θαυμάζω αυτούς που τον διαβάζουν μεμιάς) και θα επιστρέψω εν καιρώ με τον δεύτερο τόμο...

*Η εικόνα δεν απεικονίζει τίποτε άλλο παρά χειρόγραφα του συγγραφέα