Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Φάουστ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε

Η αιώνια μάχη του καλού με το κακό αποτυπώνεται τέλεια στο κλασικό ποίημα του Γκαίτε και δεν δύναται να λάβει χώρα παρά μόνο όταν το πρώτο (γιατί τέτοια θέλω να πιστεύω πως είναι κατά βάση η φύση του ανθρώπου) προκαλεί το δεύτερο. Η άτυχη ψυχή του πρωταγωνιστή παίζεται βέβαια κορώνα γράμματα ήδη από τους πρώτους στίχους του έργου, καθιστώντας την προσέγγιση του Γκαίτε μάλλον μοιρολατρικη και θεοκεντρική. Ο Κύριος και ο Μεφιστοφελής συζητούν για την ανικανοποίητη φύση του σοφού Γκαίτε που ξόδεψε όλη του τη ζωή στην απόκτηση της γνώσης, τελικά δεν έφτασε στην αλήθεια και έχασε τα νιάτα του γι' αυτό. Το ζητούμενο είναι επομένως πως είναι μια ψυχή χωρισμένη στα δύο. Από τη μια κρατιέται σε αυτή τη ζωή, σφιχτά στον κόσμο αυτόν, για να φτάσει σε μεγάλες ανακαλύψεις. Από την άλλη όμως με ορμή απ' τη σκόνη υψώνεται στις σφαίρες των τρανών προγόνων ψηλά. Τα δυο κομμάτια δε μπορούν να ζήσουν μαζί και έχουν οδηγήσει σε τέτοια απελπισία τον πρωταγωνιστή, που δεν επιθυμεί άλλο να ζει. Ως εκ τούτου, ο Κύριος δε μπορεί να προστατέψει τον δούλο του (όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί). Όσο είναι ακόμη ζωντανός, ο Μεφιστοφελής μπορεί να τον διεκδικήσει.
ΚΥΡΙΟΣ
...Τους ομοίους σου δε μίσησα ποτέ.
Από τα πνεύματα που αρνούνται, ο πονηρός
ο λιγότερο μου είναι βαρετός. 
Κουράζεται ο άνθρωπος πολύ και γρήγορα γυρεύει να ησυχάσει,
γι' αυτό μου αρέσει να έχει ένα μαζί,
που ως διάολος πλάθει και κεντά στη δράση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Να βλέπω που και που το γέρο εδώ μου αρέσει,
και προσέχω μη κόψουμε τη σχέση.
Τι καλοσύνη να μιλεί του σατανά
ένας τρανός αφέντης τόσο ανθρωπινά....
Ο διάβολος εμφανίζεται αρχικά με τη μορφή ενός σκύλου που εισβάλλει με αυτόν τον τρόπο στο σπίτι του Φάουστ και κάνει την εμφάνισή του κατά τη διάρκεια ενός από τα γνωστά παραληρήματά του για τους ανώφελους κόπους της ζωής του. Ο Μεφιστοφελής του τάζει όσους "θησαυρούς" θελήσει ζητώντας ως αντάλλαγμα τη ψυχή του. Χαρακτηριστικά δηλώνει πως γρήγορα θα αποκαλυφθεί πόσο η τέχνη του αξίζει. Ο Φάουστ συναινεί σε ένα μονοπάτι σκοτεινό και καταστροφικό. Συνοδευμένος από τον συκοφάντη μπαίνει σε καταγώγια που δε θα έμπαινε ποτέ, συνομιλεί με κακά πνεύματα και παρασύρει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Μαργαρίτα σε έναν έρωτα που θα την οδηγήσει σε τραγικό τέλος. Κατά τη διάρκεια αυτού του τα "ταξιδιού" ο Φάουστ αλλάζει συναισθήματα: απελπισία - έρωτας - μετάνοια. Ωστόσο η συμφωνία είναι κατά πως φαίνεται πράγμα απαράβατο και μη αναστρέψιμο.
Πέρα από το θέμα του έργου που έχει αναλυθεί λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά αξιοσημείωτα είναι τα εξής: 1. Ο χαρακτήρας του Φάουστ βασίζεται σε ένα υπαρκτό πρόσωπο που γεννήθηκε στα 1460 περίπου και έφερε το ίδιο όνομα: Φάουστ Γεώργιος ή Γιόχαν Φάουστους. Ο ίδιος καυχιόταν για τις μαγικές του ικανότητες, ενώ παράλληλα θρύλοι διαδίδονται γύρω από τις περίεργες συνθήκες του θανάτου του...πως δηλαδή έπεσε θύμα στραγγαλισμού από τον ίδιο τον διάβολο. Ο κεντρικός πυρήνας επομένως της ιστορίας επιβιώνει ανά τους αιώνες μέχρι που έφτασε στα χέρια του Γκαίτε ή ακόμη αργότερα του Τόμας Μαν. 2. Το έργο έχει την κλασική μορφή ποιητικού κειμένου με έντονα αρχαιοελληνικά τραγικά στοιχεία. Υπάρχει η επίκληση στον ποιητή, υπάρχει ο χορός που ενσαρκώνεται στη μορφή και στη φωνή των πνευμάτων, ο πρωταγωνιστής που σφάλλει, ένα πρόσωπο εξαιρετικά τραγικό μέχρι το τέλος. Η κάθαρση βέβαια δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη. Θα έλεγα ότι προοικονομείται από τον ίδιο τον διάβολο, αλλά δεν εκτυλίσσεται ποτέ μπροστά στα αναγνωστικά μας μάτια. 3. Η άβγαλτη Μαργαρίτα, η καταπιεσμένη από τη μητέρα της, η χωρίς αυτοπεποίθηση κοπέλα της οποίας η μοίρα διαγράφεται ζοφερή, είναι η μόνη που καταλαβαίνει - σαν από ένστικτο αγνής ψυχής - τον διάβολο. 4. Η γλώσσα είναι περίπλοκη, οι εικόνες εναλλάσσονται ταχύτατα, το ύφος είναι λυρικό, πλούσιο σε συνδηλώσεις και μεταφορές. Οι μοναδικές στιγμές που ο Γκαίτε έγραψε με απλότητα ήταν στις ατάκες του διαβόλου και υποψιάζομαι πως δεν είναι τυχαίο. Θα κλείσω με την προοικονομία της κάθαρσης που παραδέχεται ο Μεφιστοφελής πολύ νωρίς, έτσι για να μας δώσει ελπίδα για το άσχημο τέλος:
Εκείνο ενάντια στο Μηδέν που στέκει τώρα, 
το κάτι, αυτός ο κόσμος ο χοντρά κομμένος, 
ολότελα δεν είναι πειραγμένος, 
όσα κι αν πιχειρίστηκα ως την ώρα
με μπόρες, κύματα, σεισμούς και πυρκαγιά - 
στέκουν ατάραχα και πέλαα και στεριά!
Κι η κολασμένη δα των ζώων και ανθρώπων γεννά
αυτή είναι αδύνατο κανένας να τη βλάψει:
πόσους δεν έχω ως τώρα θάψει!
Κι αίμα καινούργιο νέο πηδά ολοένα.
Έτσι πάει πάντα, είναι κανένας να λυσσιάζει.
Σημ. Η μετάφραση είναι του εξαιρετικού Κωσταντίνου Χατζόπουλου και κυκλοφορεί με την εικονογράφηση των έργων του Ντελακρουά από τις εκδόσεις "γράμματα".

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Η Ναυτία του Ζαν Πολ Σαρτρ (χρονιάρες μέρες)

"Περνάω τόσο κοντά της, που θα μπορούσα να την αγγίξω. Είναι...μα πως να το πιστέψω, ότι αυτή η πυρπολούμενη σάρκα, αυτό το πρόσωπο που λάμπει από πόνο;...ωστόσο αναγνωρίζω το τσεμπέρι, το παλτό και το χοντρό μελανό σημάδι που έχει στο δεξί της χέρι, αυτή είναι, η Λούσυ, η παραδουλεύτρα. Δεν τολμώ να της προσφέρω τη βοήθειά μου, μα πρέπει να μπορέσει να μου τη ζητήσει στην ανάγκη: περνάω αργά από εμπρός της και την κοιτάζω. Τα μάτια της καρφώνονται πάνω μου, μα δε φαίνεται να με βλέπει, είναι σαν να μη μπορεί να αναγνωρίσει κανένα μέσα στον πόνο της. Κάνω μερικά βήματα. Ξαναγυρίζω. Ναι, αυτή είναι, η Λούσυ. Όμως μεταμορφωμένη, εκτός εαυτού, υποφέροντας με μια τρελή γενναιότητα. Τη ζηλεύω. Είναι εκεί, ολόρθη, ανοίγοντας τα μπράτσα της, σα να περίμενε τα στίγματα". Η μοναδική σκηνή στη Ναυτία που απόλαυσα γιατί με συνεπήρε η θρησκευτική παρομοίωση, ίσως επειδή δεν την περίμενα. Κατά τ' άλλα: Ο Ροκαντέν (ο ίδιος ο Σαρτρ;) εγκατεστημένος στην Μπουβίλλ (πόλη φανταστική) μετά από έντονη και γεμάτη ζωή εκπονεί έρευνα για τον μαρκήσιο ντε Ρομπελλόν (επίσης φανταστικός όσο και η Μπουβίλλ). Και φυσικά καμία σημασία δεν έχουν όλα αυτά, αφού αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η υπαρξιακή αναζήτηση του ήρωα που τον οδηγεί σε μιαν αέναη κρίση πανικού που εκφράζεται κυριολεκτικά στο παραμικρό και που ορίζεται ως "ναυτία". Και μέσα σε όλον αυτό τον πανικό, δεν καταλαβαίνω ποιος έρχεται, ποιος φεύγει, τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ο ήρωας, τι σκέφτεται τώρα και γενικότερα η εντύπωση που μου άφησε χρονιάρες μέρες (δεν έπρεπε να με βρει η νέα χρονιά με τον λογοτεχνη Σαρτρ στα χέρια μου) συμπυκνώνεται στη φράση του συγγραφέα:"...τρώω ένα σάντουιτς, όλα είναι σχεδόν ομαλά". Και παραδέχομαι βαθιά μέσα μου ότι δεν το 'χω, πρέπει να το εγκαταλείψω, αλλά όχι, ας μείνω, μήπως δε βλέπω εμένα μέσα σε τούτο τον κακό χαμό που συμβαίνει στο μυαλό του; Την 1η του χρόνου απελπίστηκα. Στο δέντρο τρεμόπαιζαν χαρούμενα τα φώτα. Θαλπωρή γύρω μου. Τίποτε δεν ταίριαζε με τις αράδες του βιβλίου. Την 3η του  χρόνου ένας φίλος μου είπε: "δύο φορές την προσπάθησα τη Ναυτία. Ας έλεγε κάποιος στον Σαρτρ να αφήσει τη λογοτεχνία και να ασχοληθεί μόνο με τη φιλοσοφία". Απενοχοποιήθηκα. Γύρισα στο σπίτι και έκλεισα το κεφάλαιο Ναυτία - όχι οριστικά νομίζω -  στις 75 σελίδες. Απομένουν άλλες 150. Όχι τώρα όμως. Τώρα αποφάσισα να γράψω (ως άλλος Σαρτρ), για να μου φύγει η θολούρα...

Να μου συγχωρήσουν οι φανατικοί του Γάλλου φιλοσόφου την άτσαλη οπισθοχώρηση προς χάριν του κουραμπιέ και της εορταστικής ατμόσφαιρας. Αλλά μη νομίζουν πως θα του δοθεί ευκαιρία σύντομα. Μόλις έπιασα τα Σταφύλια της Οργής...