Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Το Γυάλινο Θηριοτροφείο του Τένεσι Ουίλιαμς

Κάπου στα 1930 ανατρέχει η ανάμνηση του Τομ Γουίνγκφιλντ για να παρουσιάσει στα μάτια του κοινού τη θλιβερή ιστορία της οικογένειάς του, τη δική του απελευθέρωση και τις τύψεις που τον κατατρέχουν για την τύχη της αδελφής του...Σε μία ζοφερή συνοικία του αστικού κέντρου του Σαιντ Λιούις, μέσα σε ένα συνονθύλευμα διαμερισμάτων βρίσκεται και το δικό του διαμέρισμα προς το οποίο μπαίνει κανείς από μία εξωτερική έξοδο κινδύνου. Τρία είναι τα μέλη της οικογένειας: ο ίδιος, η μητέρα του Αμάντα και η αδελφή του Λώρα. Ο πατέρας του υπάρχει σε μία ξεχασμένη φωτογραφία, γιατί στην ουσία εγκατέλειψε πριν από δεκαέξι χρόνια την οικογένειά του. Η οικογένεια ζει σε ομαδική κατάθλιψη. Μετά το κραχ του 29, το αστικό κέντρο έχει συσσωρευτεί από φτωχούς εργάτες. Στην Ευρώπη επικρατεί αναβρασμός και όλα δείχνουν πως το πράγμα θα ξεκαθαρίσει με έναν δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Παρόλο που αυτές φαίνονται να είναι οι αιτίες της οικογενειακής απελπισίας, όσο διαβάζει κανείς το κείμενο αισθάνεται πως τα αίτια είναι μάλλον βαθύτερα και όχι συγκυριακά.
Η Αμάντα είναι μία δυναμική γυναίκα που έχει ορθοποδήσει μετά την εγκατάλειψή της από το σύζυγο. Τουλάχιστον φαινομενικά. Έχει εργαστεί στο παρελθόν επιδεικνύοντας τις πολλές της αρετές, ωστόσο ο μόνος που εργάζεται τώρα είναι ο Τομ. Είναι προσκολλημένη στα νεανικά της χρόνια, τότε που ανύπαντρη ακόμη δεχόταν επίδοξους μνηστήρες στο σπίτι της, πάντα στα πλαίσια της ηθικής, όμορφη και περιζήτητη, που μπλέχτηκε στα δίχτυα ενός εξίσου όμορφου άντρα που όμως δεν άντεξε την οικογενειακή συμβίωση. Η Αμάντα είναι εξαιρετικά πιεστική προς τα παιδιά της. Επιθυμεί διακαώς την επιβίωσή τους στον άχαρο αυτό κόσμο, αλλά υπό το πρίσμα της δικής της κοσμοθεωρίας. Ο Τομ πάλι συντηρεί το σπίτι εργαζόμενος σε μία αποθήκη που τον πνίγει και τον συνθλίβει ψυχολογικά. Εκείνος καταφεύγει στο να γράφει ποιήματα, να καπνίζει συχνά στο καταφύγιό του - την έξοδο κινδύνου - να πηγαίνει σινεμά ατέλειωτες ώρες. Όλα δείχνουν ότι ο Τομ "πάσχει" από την ίδια αρρώστια με τον πατέρα του, αυτή της φυγής, και τώρα που η οικογένεια τον χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, τώρα αισθάνεται πιο εγκλωβισμένος από κάθε άλλη φορά. Η Λώρα τέλος είναι το πιο αξιοσημείωτο πλάσμα του έργου. Μια κοπέλα σχεδόν πάντα ωχρή, έχει ένα εκ γενετής πρόβλημα - έχει γεννηθεί με ασύμμετρα πόδια - και αυτό καθορίζει την ψυχολογία της σε μεγάλο βαθμό. Από τους διαλόγους μαθαίνουμε ότι η Λώρα έφερε πολύ βαρέως το πρόβλημα στη νεανική της ηλικία, όταν στο σχολείο αναγκαζόταν να φοράει ένα μεταλλικό υποστήριγμα που ο θόρυβός του τραβούσε την προσοχή των συμμαθητών της. Μια κακή βαθμολογία την οδήγησε στη σχολική διαρροή, ενώ τα μαθήματα γραμματειακής υποστήριξης που υποτίθεται ότι παρακολουθεί με παρότρυνση της Αμάντα, τα έχει παρατήσει από καιρό καθώς της προκαλούν υπερβολικό άγχος στα όρια της ναυτίας και του εμετού. Έτσι ακριβώς είναι η Λώρα. Ένα άτομο με εξαιρετικά χαμηλή αυτοπεποίθηση, που εκφράζει την απελπισία της με τις κρίσεις πανικού και ζει σχεδόν αποκλειστικά στο σπίτι φροντίζοντας μια συλλογή από γυάλινες μινιατούρες, ομοιώματα ζώων, που η μητέρα της συνηθίζει να αποκαλεί ειρωνικά "Γυάλινο Θηριοτροφείο".
Η ιστορία που παρακολουθούμε εμείς επί σκηνής αφορά ένα περιστατικό που χαρίζει ελπίδα στην οικογένεια: η Αμάντα αναθέτει στον Τομ να αποκαταστήσει την αδελφή του δεδομένων δύο αληθειών που έχει αποδεκτεί πλέον η μητέρα, πρώτον ότι ο Τομ δεν αντέχει άλλο μέσα στο σπίτι και ότι είναι θέμα χρόνου να φύγει και δεύτερον ότι η Λώρα δεν έχει καμία ελπίδα να συντηρήσει τον εαυτό της αφού δεν κάνει καμία προσπάθεια να αποκτήσει μία κάποια καριέρα. Ο Τομ συμφωνεί. Καλεί στο σπίτι για δείπνο τον Τζιμ, έναν συνάδελφό του από τη δουλειά. Η επικείμενη βραδιά επιβαλλει κάποιες αλλαγές στο σκηνικό, λίγο παραπάνω φως, μια χαραμάδα ελπίδας να διαγράφεται στα καλά φορέματα που οι δύο γυναίκες είχαν καιρό κλεισμένα στην ντουλάπα. Η αντίδραση της Λώρα είναι αναμενόμενη. Πνίγεται στον πανικό, ειδικά όταν συνειδητοποιεί ότι ο Τζιμ δεν είναι άλλος από το παιδί εκείνο στο σχολείο που είχε ερωτευτεί και δεν του το εκμυστηρεύτηκε ποτέ.
Το τι συνέβη σε εκείνο το δείπνο δε θα το αναλύσω. Θα το αφήσω στον επίδοξο αναγνώστη. Πρέπει ωστόσο να αναφέρω ότι ο Τένεσι Ουίλιαμς δεν έγραψε τυχαία αυτό το έργο. Η οικογένεια Γουίνγκφιλντ είναι η οικογένεια Ουίλιαμς. Ο πατέρας απών, η μητέρα προσκολλημένη στο παρελθόν, αγχώδης και καταπιεστική, η κόρη διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια και λοβοτομήθηκε με τη συγκατάθεση της μητέρας - ο συγγραφέας έφερε βαρέως το γεγονός - και τέλος ο ίδιος, άνθρωπος με όνειρα, εγκλωβισμένος σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα αναζήτησε τη δική του τύχη μακριά από την οικογένεια έχοντας πάντα τύψεις για εκείνη της αδερφής του.
Πρέπει τέλος να πω ότι είχα καιρό να διαβάσω τόσο επιβλητικό κείμενο και ας πρόκειται για θεατρικό έργο. Η αίσθηση του εγκλωβισμού περνά και στον αναγνώστη - θεατή, τον βάζει σε σκέψεις για πολλές μέρες μετά. Και εγώ πάλι νομίζω ότι δε θα ξεχάσω ποτέ τη Λώρα και το γυάλινο κόσμο της.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Τα Σταφύλια της Οργής του Τζων Στάινμπεκ

Το διαχρονικό βιβλίο του Στάινμπεκ έρχεται  να δώσει απαντήσεις για ζητήματα κοινωνικής αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Επίκαιρο όσο τίποτε άλλο, σήμερα στην εποχή της κρίσης, πρέπει να σε γεμίσει οργή, φίλε αναγνώστη, να σε ωθήσει να παλέψεις, γιατί ΚΑΙ αυτός είναι ο ρόλος του βιβλίου. Συμπτωματικά αυτές τις μέρες ο Πατριάρχης Φώτιος έθιξε το ζήτημα αυτό σε δύο συνεχόμενες αναρτήσεις και κυρίως στη δεύτερη στο Βιβλιοκαφέ του. Παρατηρώ πως οι βιβλιόφιλοι τάσσονται υπέρ της άποψης πως η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ζήτημα ήθους και πως το βιβλίο από μόνο του δεν μπορεί να εμφυσήσει τέτοιες ιδέες. Διαφωνώ. Το βιβλίο έχει τη δύναμη να "ξεσηκώσει", να αφυπνίσει και να δραστηριοποιήσει ακόμη και αυτόν που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη λογοτεχνία, όταν οι συγκυρίες το επιτρέπουν. Αν δε συμβαίνει, τότε πρέπει να ψάξουμε μέσα μας και έξω μας να βρούμε τις αιτίες.
Η φαμίλια Τζόουτ ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι, δίχως χάρτη, δίχως τα απαραίτητα εφόδια. Γύρω στο '30, αγροτική οικογένεια της Οκλαχόμα, καλλιεργεί βαμβάκι για λογαριασμό μεγαλογαιοκτημόνων ζώντας σε δανεικά υποστατικά. Η κρίση που έριξε τα βάρη στα αναχρονιστικά μέσα καλλιέργειας και συγκομιδής όσο και η ανομβρία που γέμισε τη γη άγονη σκόνη κατέστρεψαν τη βαμβακοπαραγωγή. Χιλιάδες οικογένειες ξεσπιτώθηκαν, όταν ανέλαβαν τα μεγάλα μηχανήματα, πολλοί έχασαν τη ζωή τους, οι περισσότεροι - όπως οι Τζόουτ - στράφηκαν σε άλλες περιοχές της Αμερικής, στην Καλιφόρνια που η σοδειά περισσεύει και πετιέται στο δρόμο. Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Τομ Τζόουτ, ο γιος που γύρισε στο σπίτι του μετά από φυλάκιση τεσσάρων ετών με αναστολή για φόνο σε άμυνα. Οι εξελίξεις δε θα τον βοηθήσουν τελικά να προστατεύσει το μητρώο του όπως θα έπρεπε.
H περίφημη route 66 είναι τώρα μπροστά τους ατέλειωτη και δύσβατη. Χιλιάδες προβλήματα προκύπτουν ανά πάσα στιγμή, τόσο που νομίζει κανείς πως ποτέ δε θα φτάσουν στον προορισμό τους. Οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Ο μεγαλύτερος της οικογένειας, ο παππούς Τζόουτ, χάνει γρήγορα τη ζωή του, αφού τελικά είναι αδύνατον να ζήσει μακριά από τον τόπο του. Το μεγάλο σαράβαλο φορτηγό που έχουν επιστρατεύσει οι Τζόουτ δεν είναι αξιόπιστο, η γιαγιά δεν προλαβαίνει να περάσει καλά καλά τα σύνορα της Καλιφόρνια. Από τούδε και στο εξής, ο θάνατος και η εξαθλίωση οδηγεί την οικογένεια σχεδόν μισή στην Καλιφόρνια, μόνο για να συναντήσει, όχι την Γη της Επαγγελίας την οποία περίμενε, αλλά την αδικία.
Φυσικά η Καλιφόρνια δεν είναι η Γη της Επαγγελίας. Φυσικά, οι Τζόουτ, όπως και οι υπόλοιπες οικογένειες που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Ήταν πάρα πολλοί και ήταν μετανάστες. Και ο αγροτικός κόσμος της Καλιφόρνια τους εκμεταλλεύτηκε με δόξα και τιμή. Λέγεται πως εδώ ο Στάινμπεκ ήταν ιδιαίτερα ευγενικός προς τους εκμεταλλευτές για να καταφέρει να περάσει το βιβλίο από τη λογοκρισία. Ωστόσο, δε μπορώ να φανταστώ πόση οργή ακόμη θα μπορούσε να μου προξενέσει η μοίρα αυτών των άτυχων φτωχών. Γιατί γι' αυτό πρόκειται...για το γνωστό, το κλασικό θέμα του φτωχού ανθρώπου, για τον οποίο ποτέ δεν γυρνάει ο τροχός. Διάχυτη είναι και η φοβία κατά των κομμουνιστών, αφού ακόμη και οι απεργίες των εργατών θεωρούνται ύποπτες.Η οικογένεια μισή πια εμπλέκεται σε αυτόν τον κυκεώνα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να επιβιώσει. 
Αναμενόμενες οι εξελίξεις, απρόσμενα συγκινητικό το τέλος του βιβλίου. Αξιοσημείωτη η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη για την οποία έχω και θετικά και αρνητικά συναισθήματα: θετικά γιατί το ύφος είναι άψογο, απόλυτα ταιριαστό στην αγροτική οικογένεια των Τζόουτ, αρνητικά γιατί η χρήση των ιδιωματισμών είναι ελληνικότατη.
Τέλος, η ιστορία θα δείξει ποιο βιβλίο θα βγει για την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών. Για τους ανθρώπους που έδωσαν τέρμα στη ζωή τους, γι' αυτούς που γέμισαν τα παγκάκια των δρόμων, για τις μητέρες που άφησαν τα παιδιά τους στα ιδρύματα. Εκτός να διαβάσεις Στάινμπεκ, αγαπητέ αναγνώστη, πριν να είναι εντελώς αργά.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Δωροβιβλία

Μα να έχει διαβάσει το Τέρας του Φρανκεστάιν τον Απολεσθέντα Παράδεισο 
και όχι εγώ που είμαι και κλασικούρα;; Στη γλώσσα του το ποίημα με τις γκραβούρες του Γκουστάβ Ντορέ που είδαμε και στη Μπαλάντα του γερο - ναυτικού του Κόλεριτζ...
Ήταν στα υπόψιν. Η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Η λογοκρισία. Η καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου, πράγμα που μας οδηγεί πολύ εύστοχα στον επόμενο συγγραφέα...
Τι να πω; Φοβάμαι λίγο να το διαβάσω. Μη με ρίξει πολύ. Μόνη ελπίδα η αδερφή μου 
που το διάβασε και μου το χάρισε: "Εγώ μόνο αγάπη πήρα"...

Καλώς μου ήρθατε καινούρια βιβλιαράκια.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Τα ενδιάμεσα διαβάσματα και η φαμίλια Τζόουτ

Όλος ο μήνας αφιερώθηκε σε αυτά. Τα ενδιάμεσα διαβάσματα. Τα λέω "ενδιάμεσα", γιατί προσφύονται ανάμεσα στα λογοτεχνικά βιβλία. Τα λέω "διαβάσματα", γιατί μου θυμίζουν την εποχή που είχα εξεταστικές στο πανεπιστήμιο. Και αυτό γιατί είναι ζήτημα εργασίας και βιοπορισμού να τα ολοκληρώσω έχοντας μπροστά μου πολλά και εκνευριστικά deadlines (που μου θυμίζουν σχεδόν πάντα τον Βάσια του Ντοστογιέφσκι - και αυτό δεν το λες και καλό).
Επιδόθηκα λοιπόν στη γνωστική αποσαφήνιση και έρευνα των απόψεων της φιλοσοφίας περί επιστήμης, διαβάζοντας τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού: τον Λοκ, τον Ντεκαρτ, τον μεταγενέστερο Χιουμ και τον ακόμη πιο μεταγενέστερο Πόπερ. Μπλέχτηκα μέσα στα άπειρα φιλοσοφικά ρεύματα, που παρουσιάζουν ομοιότητες και η μικροδιαφορά είναι που σε τρελαίνει, κοιμήθηκα πάνω στα βιβλία, βλέποντας στον ύπνο μου παραδείγματα επαγωγής, παραγωγής, πλασματικής επαγωγής, πλασματικής παραγωγής κ.ο.κ. Μετά ήρθε ο μηχανισμός των Αντικυθήρων. Ιστορία, αρχαιολογία, πιθανοί πατέρες, άπειρες πηγές, άπειρες έρευνες, γρανάζια, οδοντωτοί τροχοί, μεταλλουργία, χαλκός και κασσίτερος, μηχανές του Αρχιμήδη και φυσικά, πάλι ύπνος. 
Όπως είναι φυσικό λοιπόν, η συγγραφή δεν είναι μέθοδος καταγραφής που τελείται πάντα εντέχνως. Τελείται και αυστηρά ορθολογικά - και έτσι πρέπει να είναι - πράγμα όμως που τελικά μπορεί να απωθήσει. Ευτυχώς, προσωπικά έχω μάθει να ξεχωρίζω την ουσία. Τα ενδιάμεσα διαβάσματα καταναλώνουν πολύν από τον χρόνο μου, αλλά δε με πτοούν. Αργά τη νύχτα όμως, παίρνω στα χέρια μου τη φαμίλια Τζόουτ που διασχίζει την Αμερική με ένα σαράβαλο φορτηγό αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο στην Καλιφόρνια. Και εκεί που το μακρινό ταξίδι εγκυμονεί κινδύνους και μοιραία σκορπά στην εξέλιξή του το θάνατο, τα γράμματα αρχίζουν και μπερδεύονται μεταξύ τους, τα βλέφαρα βαραίνουν, οι προτάσεις επαναλαμβάνονται γιατί δεν γίνονται αντιληπτές απευθείας και τελικά, ύπνος. Δε θεωρώ ότι φταίνε οι Χιουμ και Πόπερ, τους οποίους μάλιστα θα βαθμολογούσα με άριστα. Είναι σίγουρα η κούραση. Τα deadlines έλαβαν τέλος και οι Τζόουτ με συντροφεύουν πλέον περισσότερο. Αυτό όμως με έβαλε σε σκέψεις. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι διαβάζουν όλο και λιγότερο. Ειδικά οι νέοι. Δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Η επιστημονική επανάσταση έκανε τη γνώση σαφώς τεχνοκρατική και υπερβολικά θετική. Ακόμη και τα θεωρητικά μαθήματα διαδάσκονται τεχνοκρατικά. Φυσικά, δε θεωρώ πως πρέπει να διδάσκονται τα μαθηματικά με στιχάκια (αν και πλάκα θα είχε). Ωστόσο, πόσο πολύ λείπει ο αντίποδας από τα ελληνικά σχολεία και από την κοινωνία μας εν γένει; Γιατί δε διαβάζουμε για την απόλαυση της λογοτεχνίας στην τάξη μας; Γιατί ψάχνουμε τόσο εξονυχιστικά τις αιτίες και τους σκοπούς του συγγραφέα; Γιατί όταν ήμουν μικρή, έβλεπα χαζομαμερικανιές με σχολιαρόπαιδα, που όμως διάβαζαν στην τάξη τους Σαίξπηρ για τη σαιξπηρική χαρά, και ζήλευα; Μήπως λείπει λίγο το "εγώ" της Τέχνης από τη ζωή μας; Μήπως λείπει ο αυτοσκοπός της;

Υγ1. Εντυπώσεις από τους Τζόουτ σύντομα...
Υγ2. Πριν από όλα όμως θα αφιερώσω λίγο χώρο σε τρία πανέμορφα δωροβιβλία που έλαβον σήμερα, καθώς έχω την τιμητική μου. Δύο κλασικά. Ένα σύγχρονο. Αυτό πιο σύντομα.