Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Για τον Λογοτέχνη Βαγγέλη Αθανασόπουλο

Όταν ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, καθηγητής των Νέων Ελληνικών στη Φιλοσοφική Αθηνών δίδαξε Coleridge και Blake είχα εντυπωσιαστεί, τίποτα όμως δε συγκρίνεται με το αριστούργημα του τελευταίου έτους: "Οι Μύθοι της Ζωής και του Έργου του Γ. Βιζυηνού". Το βιβλίο καμιά φορά καταντά αγγαρεία όταν πρόκειται αυτό να αποτελέσει την ύλη εξέτασης. Δε συνεβη το ίδιο και σε αυτή την περίπτωση. Και εγώ βέβαια βουτηγμένη στην άρνηση και την προκατάληψη του ανόητου φοιτητάριου, κοίταξα πρώτα το εξώφυλλο...
Και είπα (δεδομένου ότι έπρεπε να διαβαστεί και η ύλη ενός δεύτερου καθηγητή): "Άλλες 524 σελίδες! Έλεος!" Τελικά, το επακόλουθο ήταν απίστευτο. Συμφοιτητές και εγώ βουτήξαμε κυριολεκτικά μέσα και στις 524 σελίδες. Αυτό δεν ήταν μία απλή ύλη εξεταστικής, ήταν λογοτεχνία, ήταν ένα έργο τέχνης σχεδιασμένο με τόσο σεβασμό και αξιοπρέπεια και με πρωταγωνιστή έναν επίσης λαμπρό λογοτέχνη. Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος μελέτησε πολύ τη ζωή και το έργο του Βιζυηνού, στη συνέχεια τη συνέταξε, την αποθέωσε και την παρέδωσε σε μας. Υπό αυτή την έννοια είναι το έργο που οφείλει να υπερπηδήσει τα όρια του πανεπιστημιακού χώρου και να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους. Γιατί κανείς ποτέ δε μπόρεσε να περιγράψει με τόση ευαισθησία τη ψυχική ασθένεια του Βιζυηνού, κανείς ποτέ δε μπόρεσε να εντάξει με τόση ακρίβεια τα έργα του Βιζυηνού μέσα στην ίδια του τη ζωή, κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μιλήσει τόσο στην ψυχή των φοιτητών με έναν τρόπο που να μην καταντά κάθε φορέας της λογοτεχνίας απόμακρη αυθεντία, κανείς ποτέ δεν είπε τόσα πολλά για την Μπετίνα Φραβασίλη, για το Αμάρτημα της Μητρός του και τα σπάνια ερωτικά του ποιήματα. 
Το βιβλίο ξαναήρθε στην επιφάνεια μόλις προχθές όταν μία φίλη μου έστειλε το νέο ότι ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος έφυγε από τη ζωή, πρόσθεσε ακόμα πως είναι ένα από τα πολυτιμότερα που απέκτησε στη σχολή. Αυτό τα λέει όλα.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Το φαινόμενο Χένρι Μίλερ

Αγαπημένος συγγραφέας του ετέρου ημίσεος, εξαιρετικά χειμαρρώδης, ριζοσπαστικός, σεξουαλικά υπερεκφραστικός, Αμερικάνος με τη βούλα, φάτσα, δεινή πένα....Είναι μακρύς ο κατάλογος και δεν νομίζω ότι φτάνουν και οι λέξεις. Το θέμα με τον Χένρι Μίλερ είναι ότι δεν μπορώ να τον διαβάσω, ίσως γιατί έχει σε υπερβολικό βαθμό όλα τα παραπάνω στοιχεία, ίσως γιατί είναι ένας συγγραφέας που κατά τη γνώμη μου απευθύνεται στην αντρική ψυχοσύνθεση. Γεννημένος στη Νέα Υόρκη στα 1891 καταφέρνει ο άτιμος να φτάσει τα 89 χρόνια, παρόλα τα ξενύχτια, την πείνα που βίωσε κατα καιρούς ένεκα  "δε με νοιάζει, ας μη δουλέψω" ή  "έχασα τη δουλειά που μισούσα" ή "είμαι στο Παρίσι και γυρνάω", τις καταχρήσεις. Ή μήπως τελικά το σεξ χαρίζει μακροζωΐα; Και επειδή τουλάχιστον μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να τον μελετήσω εις βάθος, αποφάσισα να πάρω μία γεύση τελοσπάντων από ένα μικρό δείγμα της συγγραφικής του δραστηριότητας, από ένα ολιγοσέλιδο, γεμάτο σεξ βιβλιαράκι (μάλλον αυτό μου κίνησε και την περιέργεια, να δω τελικά τι είδους σεξουαλική επανάσταση έφερε αυτός ο τύπος τον προηγούμενο αιώνα). Και ομιλώ για:
Ελληνιστί "Οι ΄Ησυχες Μέρες στο Κλισί". Το γράφει στα 1956 λίγο πριν την ολοκληρώση της τριλογίας της Ρόδινης Σταύρωσης, φαντάζομαι πως θα ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα τόσο σε συγγραφικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, καθώς ο Χένρι Μίλερ είναι ο κατεξοχήν αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Επίκεντρο είναι η φιλία δύο ανδρών που μέσα από τις συζητήσεις τους και την κοινή ζωή τους τροφοδοτούν το πνεύμα τους για νέες αναζητήσεις κάπου στο Παρίσι στα 1930. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν πορνογράφημα, τουλάχιστον την εποχή που εκδόθηκε. Για πολλους ο στόχος του συγγραφέα δεν ήταν ποτέ να σοκάρει, αλλά να καταγράψει τη ζωή όπως τη γνώρισε και τη γεύτηκε. Όπως και να 'χει, το βιβλίο (βοηθάει πολύ που είναι μικρό) δεν το αφήνεις πριν το τελειώσεις. Ομολογώ πως βαθύτερα νοήματα δεν βρήκα, άλλωστε δεν ήταν αυτός ο λόγος για το οποίο το διάβασα. Ωστόσο, ποικίλα συναισθήματα με κατέκλυσαν τα οποία εξέφρασα με μικρά μειδιάματα, κάποιες στιγμές άνοιξα με έκπληξη τα μάτια μου και άλλους τέτοιους μορφασμούς πήρε το πρόσωπό μου, σωματικές δηλαδή και όχι πνευματικές αντιδράσεις· και η αλήθεια είναι πως "ψυχή τε και σώματι" είμαστε και το σώμα καμιά φορά επιζητά την ευχαριστησή του. Πάντως για να μην είμαι άδικη ως προς το πνευματικό κομμάτι, δεν θεωρώ ούτε κατά διάνοια ότι δικαιούμαι να μιλώ για τη συγγραφική προσφορά του εν γένει. "Οι Ήσυχες Μέρες στο Κλισί", όπως προανέφερα, είναι ένα μικρό δείγμα, σχεδόν πενιχρό.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Το αγαπημένο παιδικό βιβλίο

Το αγαπημένο παιδικό βιβλίο ήταν και το πρώτο που διάβασα, "Ο Θησαυρός της Βαγίας" της Ζωρζ Σαρή σε ηλικία έντεκα χρόνων. Έκτοτε το διάβασα πολλές φορές, επίμονα και επανειλημμένα. Νομίζω δε πως την τελεύταια φορά είχα ξεπεράσει τα είκοσι. Δεν ξέρω αν είναι το αγαπημένο επειδή ακριβώς ήταν το πρώτο, αλλά εδώ που τα λέμε δεν του έλειπε και τίποτε από αυτά που χρειάζεται το παιδικό μυαλό για να τροφοδοτηθεί. Όλα τα είχε: περιπέτεια, καλοκαίρι, θάλασσα και ήλιο, έρωτες και ένα νησί που μου φάνταζε μακρινό και αποκομμένο από την ταπεινή καθημερινότητα του σχολείου, την Αίγινα. Ο στόχος ήταν απλός· η ανεύρεση ενός πολυπόθητου θησαυρού που χάθηκε κατά την περίοδο της κατοχής και βρέθηκε τελικά σε έναν αρχαίο τόπο. Υπό αυτή την έννοια η αφήγηση κινείται διάπλατα στο χώρο και το χρόνο με διδακτική τάση (πράγμα θεμιτό, αφού προορίζεται σε μικρούς αναγνώστες), αλλά δεν χάνει ούτε στιγμή το ανέμελο στοιχείο που οφείλει να αισθάνεται ένα παιδί. Και επειδή σήμερα με έπιασαν νοσταλγίες, θυμήθηκα και την ομώνυμη σειρά της κρατικής τηλεόρασης...


Θυμάμαι λοιπόν τον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου, "Ο Πορτοκαλής Ήλιος" - πολλά υποσχόμενος - θυμάμαι τον ιδιότροπο Αλέξη και την μικρότερη αδερφή του, τη Λίνα, την ενήλικη Νικόλ που έρχεται ως μέντορας και καθοδηγητής της παρέας. Θυμάμαι τον Κλου από τη Γαλλία! Και το όνομα Χαλδαίος, το μοναδικό στοιχείο που είχαν στη διάθεσή τους οι νεαροί εξερευνητές. Και μέσα στο ταξίδι της περιπέτειας, οι σχέσεις των παιδιών δυναμώνουν, τα αισθήματα για αλληλεγγύη και προσφορά στον συνάνθρωπο είναι διάχυτα. Και όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερο κόπο, η Ζωρζ Σαρή πρέπει να θυμόταν πολύ καλά πως είναι να είσαι παιδί όταν έγραφε αυτό το βιβλίο.


Τελικά, μετά από καμποσο καιρό ανακάλυψα πως το όνομα Χαλδαίος ήταν πολύ συνηθισμένο στην Αίγινα, και πως η Αίγινα απείχε από την Αθήνα μόλις μία ώρα με το καράβι. Η συγκίνηση όμως και ο ενθουσιασμός περίσσευαν και όταν άκουσα το όνομα και όταν επισκέφτηκα το νησί. Στον ναό της Αφαίας όμως δεν έχω πάει ακόμη...

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(5) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Τι να πεις για κάποιον που ανεβαίνει σε ένα σανατόριο (ανεβαίνει στο βουνό κυριολεκτικά), για να επισκεφτεί τον άρρωστο ξάδερφό του που πάσχει από πνευμονοπάθεια, μόλις για τρεις εβδομάδες και μένει επτά συναπτά έτη; Οι τρεις εβδομάδες γίνονται επτά χρόνια και κρίνοντας από το πόσο δύσκολες είναι οι πρώτες τρεις ημέρες, είτε τα επτά χρόνια θα συνεπάγονται θάνατο είτε θα μοιάζουν απλώς με τρεις ημέρες πνιγμένες στο θάνατο. Ο χρόνος είναι σχετικός και ο Τόμας Μαν το επεξεργάζεται αυτό με απόλυτη αρτιότητα. Βεβαίως η εξέλιξη προοικονομείται διάχυτη σε όλες τις πρώτες 150 σελίδες των πρώτων ημερών (υπομονή ή χαίρε - αναλόγως - φίλε αναγνώστη, δύο τόμοι είναι αυτοί). Και εσύ το ξέρεις καλά. Βήχει ο Χανς και το ξέρεις καλά. Αισθάνεται ζεστός και περιμένεις τη στιγμή που οι Μίνως και Ραδάμανθυς (όπως καυστικά ονομάζονται από τον ασθενή Σεττεμπρίνι οι γιατροί) θα τον κρίνουν εδώ, ίσως και στον Άδη. Πρώτη φορά βιώνω τόση αγωνία σε κάτι τόσο αναμενόμενο...

*Μίνως και Ραδάμανθυς: αδέρφια, γιοι του Δία και της Ευρώπης, φημισμένοι για τη δίκαιη κρίση τους, τους ανατέθηκε η κρίση των νεκρών στον Άδη από τον Πλούτωνα...

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο αρχικός τίτλος που μου ήρθε φυσικά στο νου ήταν "Η Φόνισσα ή το Έγκλημα και η Τιμωρία". Μετά όμως σκέφτηκα πως αυτό μάλλον θα καθιστούσε αυτό το ευφυέστατο βιβλίο ένα είδος αντιγραφής του μεγάλου Ντοστογιέφσκι. Η ιδέα ίσως είναι παρόμοια. Οι δύο ήρωες, ο Ρασκόλνικοφ και η Φραγκογιαννού είναι άνθρωποι που ζουν στο περιθώριο. Ο πρώτος, νέος στην ηλικία, φεύγει από το σπίτι του προκειμένου να σπουδάσει, η οικονομική του εξαθλίωση όμως τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να ζει σε άθλιες συνθήκες. Η δεύτερη, στη δύση θα έλεγα της ζωής της, αντιλαμβάνεται πως οι ίδιες άθλιες συνθήκες την κατέστησαν δουλοπρεπή, να υπηρετεί τους άλλους δίχως να μπορεί να εξασφαλίσει η ίδια για τον εαυτό της καλή διαβίωση. Υπάρχουν επομένως εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν - τα παρόμοια ως προς την εξέλιξη - δύο  ψυχοσυνθέσεις που οδεύουν στην παράνοια και αυτή εκφράζεται με την εσχάτη των αμαρτιών, τον φόνο.
Αυτό όμως που κατά τη γνώμη μου διαφοροποιεί τη Φραγκογιαννού από τον Ρασκόλνικοφ είναι η φύση της δικής της μανίας. Δεν μπορείς να την αιτιολογήσεις, τουλάχιστον με τον τρόπο που πιθανώς δικαιολογείς εκείνη του Ρασκόλνικοφ. Εκείνος, νέος και έχοντας χάσει ήδη κάθε ελπίδα, ζει σε μία εποχή που οι κοινωνικές συνθήκες επιτρέπουν τον υπέρμετρο πλουτισμό ολίγων εις βάρος πολλών σε τέτοιο βαθμό που η πράξη του γίνεται γροθιά (τουλάχιστον στη δική του παράλογη λογική) στο σύστημα, αφού άλλωστε σκοτώνει μία γηραιά τοκογλύφο. Η Φραγκογιαννού έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες. Για ποιο λόγο επιθυμεί να τις αλλάξει τώρα που βρίσκεται στο τέλος της ζωής της; Δεν το επιθυμεί προφανώς για να βοηθήσει τις επόμενες γενεές, δεν είναι, επί παραδείγματι, αρωγός στη ζωή της κόρης της. Επιπλέον τα θύματά της είναι πολλά και νεογνά ή μικρά κορίτσια που κατ' εκείνη δεν έχει νόημα να ζουν, αφού θα επιβαρύνουν πάντοτε την οικονομικη κατάσταση της οικογένειάς τους ως μη πολύφερνες κορασίδες. Είναι επομένως μία παρανοϊκή κατά συρροήν δολοφόνος, σμιλευμένη σε ένα περιβάλλον που δεν ταιριάζει απόλυτα με αυτό το προφίλ, το προφίλ δηλαδή που έχει κανείς στο μυαλό του όταν σκέφτεται τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη...Αυτό είναι όμως που καθιστά την Φόνισσα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε επομένως ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά ένα βαθιά ψυχογραφικό, καθόλου ηθογραφικό. Ακόμη πιο συναρπαστική είναι η εναλλαγή της δημοτικής και αρχαϊζουσας στους διαλόγους και την αφήγηση αντίστοιχα. Και αυτό γιατί όταν περιγράφονται οι φόνοι δίνονται με λόγιο και τυπικό τρόπο βοηθώντας έτσι στην κατανόηση της ψυχρότητας της δολοφόνου.
Μέσα στο καλύβι η κανδήλα ετρεμόσβενεν εμπρός στα εικονίσματα. Η φωτιά είχε καλυφθή και πάλιν από την τέφραν. Το λυχνάρι σβηστόν εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. Ήτο σκότος. Έξω είχεν εξημερώσει, και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν. Ο άνθρωπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Την λεχώναν εις την στρώμνην της, ως αμαυρόν όγκον κατακειμένην, το βρέφος, το οποίον εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης ήτις εχρησίμευε ως λίκνον...και την Φραγκογιαννού καθήμενην ως φάντασμα και τείνουσαν την χείραν προς τον λίκνον...

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ο Μικρός Πρίγκηπας του Αντουάν ντε Σαιντ - Εξυπερύ

Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου μία νέα έκδοση που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία με κινούμενες εικόνες (τουλάχιστον εγώ δεν την είχα δει πρωτύτερα)! Κάτι τέτοιο καθιστά βεβαίως το παραμύθι διαδραστικό, δημιουργικό και πολύ χαρούμενο. Απορώ πως δεν το είχαν σκεφτεί πιο πριν... Παράδειγμα: στο πρώτο κεφάλαιο με την εικόνα του καπέλου, το σηκώνεις με το χέρι σου και από κάτω, στο πλαίσιό του, κρύβεται ο γνωστός ελέφαντας. Και παρόλο που έχω περάσει τα τριάντα καθόμουν σα το μικρό παιδί και έπαιζα με όλα τα τριαντάφυλλα και τους κινούμενους πλανήτες, με τη μέρα και τη νύχτα. 

Βέβαια το παραμύθι του Μικρού Πρίγκηπα δεν πίστευα ποτέ ότι είναι μόνο για μικρά παιδιά. Είναι μία αλληγορία, μία συνεχόμενη μεταφορά για την ανθρώπινη μοναξιά και την ανάγκη για ολοκλήρωση μέσω μίας σχέσης αγάπης, όποια και αν είναι αυτή, δεν έχει σημασία. Αυτό που αγαπούσα πάντα ως παιδί και ως ενήλικη είναι η σκηνή του ημερώματος της αλεπούς και ο πλανήτης στον οποίο η μέρα και η νύχτα διαδέχονται η μία την άλλη τόσο γρήγορα που ο καημένος ο φανοκόρος αναγκάζεται να δουλεύει αδιάλειπτα σβήνοντας ή ανάβοντας τον φανό, σαν να του έχει δοθεί εντολή από κάποιον ανώτερο. Επιδρούσαν πάντα μέσα μου τόσο καταλυτικά όσο δύο αντίθετα εντελώς συναισθήματα, της ηρεμίας και της απελπισίας που φέρνει μια δίχως προηγούμενο ταραχή (παρόλο που ο Μικρός Πρίγκηπας βρίσκει τη λύση για τον ακάματο φανοκόρο).

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Διδάσκοντας Στρατευμένη Τέχνη

Με τον όρο «στρατευμένη τέχνη» χαρακτηρίζουμε συνήθως τα έργα που έχουν ολοφάνερα στρατευθεί στην υπηρεσία ενός συγκεκριμένου πολιτικού στόχου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έργα που έχουν γραφεί με βάση έναν προκαθορισμένο στόχο και όλη τους η προσπάθεια συνίσταται στο να προπαγανδίσουν μια ορισμένη ιδεολογία. Όπως έχει δείξει η ιστορία, τις περισσότερες φορές που ο δημιουργός θέτει τον εαυτό του και το έργο του στην υπηρεσία στόχων εντελώς ξένων προς την τέχνη, το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών. Η εξήγηση είναι απλή: ο δημιουργός αυτός χάνει ουσιαστικά την ελευθερία του, που είναι μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει η τέχνη. Η στράτευση, είτε είναι εθελούσια είτε αναγκαστική, του επιβάλλει περιορισμούς και δεσμεύσεις που αναιρούν και ακυρώνουν την όλη καλλιτεχνική προσπάθεια.
Διευρύνοντας κάπως την έννοια της στρατευμένης λογοτεχνίας είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κάθε συγγραφέας έχει ορισμένες ιδέες για τους ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες συνειδητά ή ασυνείδητα προβάλλει μέσα από το έργο του. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Έτσι, κάθε σημαντικό έργο τέχνης μας δίνει μια νέα άποψη για τον κόσμο γύρω μας και αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί αρνητικό στοιχείο. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της στρατευμένης τέχνης ο δημιουργός υποτάσσει το έργο του στις ιδέες και αφήνεται να καθοδηγηθεί από αυτές, με αποτέλεσμα να προδίδει το βασικό στόχο του έργου τέχνης, που είναι πρώτα απ’ όλα αισθητικής και καλλιτεχνικής φύσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, που απλώς εκφράζει την εποχή του, οι ιδέες οι οποίες περνούν μέσα από το έργο του δεν είναι ο πρώτιστος στόχος. Το έργο, επομένως, λειτουργεί πρώτα ως καλλιτεχνικό προϊόν, δηλαδή ως έργο τέχνης, και έπειτα ως φορέας ιδεών. 
(αποσπάσματα από το ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ)

Ο “κυρ Μέντιος” του Κώστα Βάρναλη


Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.


Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.


Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!


Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.


Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 


Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.


Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.


Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!


Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.


Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 


Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!


― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!


Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!


Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή), 


η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!… 


Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.


Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-”Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!


Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 


Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:


― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.


Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.


Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 


Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Για ταινίες που έγιναν από βιβλία (η πεντάδα της εβδομάδας)

No1 Δάφνη Ντι Μωριέ - Ρεβέκκα

Νο2 Έμιλυ Μπροντέ - Ανεμοδαρμένα ύψη

Νο3 Τζορτζ Όργουελ - 1984

Νο4 Πατρίκ Ζίσκιντ - Το Άρωμα

Νο5 Άρθουρ Κλαρκ - 2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος


Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(4) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Ο Δρ Φάουστους είναι απόπειρα που πολυπόθητα θέλει να βρει το στόχο της, αλλά μάταια. Σκοντάφτει σε σοβαρές δυσκολίες κατανόησης, τέτοιες που αρχίζω να πιστεύω ότι είναι σοβαρό το πρόβλημά μου. Ευτυχώς, ο συγγραφέας έρχεται να με απαλλάξει ο ίδιος από τις τύψεις μιλώντας για το Μαγικό Βουνό:
     "Τι μπορώ τώρα να σας πω για το βιβλίο και για το πως μπορεί καλύτερα να το διαβάσει κανείς; Θα αρχίσω με την αλαζονική απαίτηση να μην το διαβάσετε μία φορά, αλλά δύο. Μια απαίτηση που δεν χρειάζεται βέβαια να ικανοποιηθεί, αν κάποιος έχει ήδη βαρεθεί με την πρώτη ανάγνωση. Ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να το αναλαμβάνει κανείς παρά τη θέλησή του. Ο στόχος του είναι να παρέχει ευχαρίστηση, να ψυχαγωγεί και να αναζωογονεί. Αν δεν έχει αυτά τα αποτελέσματα σε κάποιον αναγνώστη, αυτός πρέπει να το παρατήσει και να στραφεί σε κάτι άλλο. Αν όμως έχετε διαβάσει το βιβλίο μία φορά, σας συνιστώ να το διαβάσετε και μία δεύτερη...."
       Και επικροτώ τον αγαπητό συγγραφέα και χαίρομαι που δεν είναι από αυτούς τους δήθεν, και δεν αισθάνομαι πια τύψεις για τον δυσανάγνωστο Δρ Φάουστους και μάλιστα με την έγκριση του ίδιου του Τόμας Μαν. Συνεχίζει λοιπόν εξηγώντας για το Μαγικό Βουνό (που παρεμπιπτόντως τρέχει σα νεράκι):
        "Ο τρόπος με τον οποίο έχει συντεθεί το βιβλίο έχει αποτέλεσμα η απόλαυση του αναγνώστη από τη δεύτερη ανάγνωση να είναι βαθύτερη. Ακριβώς όπως και στη μουσική χρειάζεται κανείς να γνωρίζει ένα κομμάτι για να το ευχαριστηθεί όπως πρέπει, χρησιμοποίησα τη λέξη συντεθεί αναφερόμενος στη συγγραφή ενός βιβλίου. Το εννοώ με την έννοια με την οποία συνηθέστερα τη χρησιμοποιούμε προκειμένου για τη μουσική. Διότι η μουσική είχε ανέκαθεν μια ισχυρή διαπλασματική επίδραση στο συγγραφικό μου ύφος. Οι συγγραφείς πολύ συχνά είναι πραγματικά κάτι άλλο...είναι μετεμφυτευμένοι ζωγράφοι ή γλύπτες  ή αρχιτέκτονες ή οτιδήποτε. Για μένα το μυθιστόρημα ήταν πάντα σαν μία συμφωνία, ένα έργο αντίστιξης, ένα θεματικό οικοδόμημα, η ιδέα του μουσικού μοτίβου παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό.... 
...Διάφοροι έχουν επισημάνει την επιρροή της μουσικής του Βάγκνερ στο έργο μου. Οπωσδήποτε δεν αρνούμαι την επιρροή αυτή. Συγκεκριμένα ακολούθησα τον Βάγκνερ στη χρήση του Leitmotiv, το οποίο μετέφερα στο χώρο της γλώσσας. Όχι όπως το μεταχειρίστηκαν ο Τολστόι και ο Ζολά, ή όπως το χρησιμοποίησα και εγώ ο ίδιος στους Μπούντενμπρουκς, νατουραλιστικά και ως μέσο χαρακτηρισμού - σαν να λέμε μηχανικά. Προσπάθησα να το χρησιμοποιήσω με τη μουσική του έννοια. Οι πρώτες μου τέτοιες απόπειρες ήταν στον Τόνιο Κρέγκερ. Αλλά η τεχνική που χρησιμοποίησα εκεί εμφανίζεται πολύ πιο ανεπτυγμένη στο Μαγικό Βουνό, χρησιμοποιείται με έναν πολύ περισσότερο πολυπλοκο τρόπο, που διαποτίζει τα πάντα."
* αντίστιξη: η ταυτόχρονη συνήχηση πολλών διαφορετικών μελωδιών, οι οποίες συνδυάζονται με βάση ένα αυστηρό συνήθως πρόγραμμα κανόνων
* Leitmotiv: είναι το μουσικό θέμα που συνοδεύει την επανεμφάνιση ενός ήρωα ή ενός τοπίου ή μίας κατάστασης κλπ.
Το βίντεο είναι διαφωτιστικότατο περί Leitmotiv, εκπληκτικός είναι βέβαια ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στο βιβλίο, κάτι που γίνεται ήδη φανερό με την επαναφορά του ήρωα στην αρχική  αφήγηση μετά από μία σύντομη αναδρομή στο παρελθόν. Νομίζω όμως ότι γι' αυτό το λόγο ο συγγραφέας επιμένει στη δεύτερη ανάγνωση, για να είναι πια γνώριμα τα Leitmotivs...εξαιρετική ιδέα.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Μερσώ, ο άνθρωπος μυρμήγκι και η υποβόσκουσα λογική του

Ομολογώ ότι ο "Ξένος" του Αλμπέρ Καμύ με έχει αφήσει με ένα αίσθημα ανακατωσούρας στο στομάχι, το οποίο μάλλον προέκυψε από το γεγονός ότι μου έφερε λυγμούς που κατέπνιξα γιατί ένιωθα πως δε θα ταίριαζε να αφήσω ανεξέλεγκτους. Ειλικρινά δεν μπορώ να πω τίποτε σχετικά με το θέμα του βιβλίου, ένα google search ή ένα wikipedia θα βοηθήσει τους περίεργους, θέλω όμως να εκφράσω όσο μπορώ καλύτερα γιατί μου προκάλεσε λυγμούς που δεν ήθελα να εξωτερικεύσω.
Ο ήρωάς του (και δεν θα τον πω αντιήρωα) είναι ένα φυσικότατο πλάσμα που ζει σε μία κοινωνία με συμβατικούς θεσμούς. Είναι μία ατάραχη προσωπικότητα απέναντι σε ό,τι τεκταίνεται, απλώς επειδή η ικανοποίηση των βασικών του αναγκών (φαγητό, ποτό, έρωτας) είναι πολύ, μα πολύ σημαντική για να αισθάνεται καλά το σώμα του όσο και η ψυχή του, και ας τίθεται η τελευταία εν αμφιβόλω. Είναι ένα μυρμήγκι που δουλεύει ακατάπαυστα με απίστευτη ευσυνειδησία και με αυτόν τον τρόπο έχει μάθει προφανώς να επιβιώνει. Τον φαντάζομαι να περπατά πίσω ή μπρος από τα άλλα μυρμήγκια κουβαλώντας το παραπεταμένο σουσάμι από το ψωμί ενός γίγαντα χωρίς να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα αν θα τον πατήσει. Με την ίδια απάθεια κάνει και όλα τα υπόλοιπα. Συνάπτει επιφανειακές φιλίες, ευθείς έρωτες προς ικανοποίηση της τακτής ανάγκης για εκσπερμάτιση και προφανώς όχι για συντροφικότητα, βολτάρει στη φύση για να γευτεί τις χαρές και τις μυρωδιές της. Και αν δεχτούμε αυτή την εγωιστική άποψη του ανθρώπου ότι τα ζώα δεν διαθέτουν λόγο (λογική και ομιλία), αυτό το μυρμήγκι έχει μιαν υποβόσκουσα δική του λογική που είναι τόσο φυσική και απλή, ώστε δε μπορεί να δώσει εξηγήσεις στα πολύπλοκα: το θάνατο τον φυσικό, τον θάνατο τον βίαιο, το κακό που μπορεί  το ίδιο να προκαλέσει. Και επειδή δε μπορεί να δώσει εξηγήσεις τιμωρείται με τον σκληρότερο τρόπο, τον χυδαιότερο, τον πιο παράλογο και μάλιστα από μία κοινωνία που αποστρέφεται το παράλογο. Είναι τόσο εκπληκτικό αυτό που κατάφερε ο Καμύ, δημιούργησε έναν άνθρωπο που μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει βδελυρό, που ο αναγνώστης τον φοβάται, που η φυσική του προβολή στην πραγματική ζωή θα κατέστρεφε πραγματικά τις ιδεατές κοινωνίες που είχαν κάποτε  στο μυαλό τους ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, έναν άνθρωπο "άδειο", έναν εκνευριστικό τύπο που στο τέλος όμως τον αγαπάς, γιατί τώρα τον έμαθες και τον έχεις συνηθίσει. Όροσημα σε όλην αυτή την ψυχανάλυτική πορεία του Μερσώ ήταν ο ήλιος (που δεν είναι η γνώση, ο Χριστός που σώζει ή το Αγαθόν του Πλάτωνα, αλλά το χέρι στη σκανδάλη) και η επίκληση της μητέρας με τον όρο "μαμά" (γιατί είναι μία λέξη που μπορεί να ειπωθεί και από το πιο απεχθές πλάσμα στη γη).
Νομίζω λοιπόν ότι τα κλάματα δεν ταιριάζουν στον Μερσώ ούτε στον αναγνώστη, διότι η φυσικότητα των πραγμάτων αλλοιώνεται και η φυσική εξέλιξη τους παρακωλύεται. Τέλειο έργο. Όπως είναι.


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(3)

Αυτή η ανάρτηση έχει διπλό σκοπό και διττή ουσία. Θα μπορούσε να ονομάζεται "Τελειώνοντας τον Τριστάνο και την Ιζόλδη και αρχίζοντας τον Ξένο". Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 
Ο Ζοζέφ Μπεντιέ φαντάζομαι ότι ξεκίνησε να γράφει την περίφημη ερωτική ιστορία με τις καλύτερες προθέσεις. Αυτό που ελπίζω είναι να μην είχε την πίστη ότι θα έγραφε το αριστούργημα. Διότι αριστούργημα δεν ήταν...Το ίδιο το στόρυ προσφερόταν, νομίζω, για να γίνει ένα εξαίρετο αφήγημα, αφού άλλωστε όλα τα διαθέτει, αγάπη, πάθος αδήριτο (κι ας με εκνεύρισε πολύ), πολύν ηρωϊσμό, όλα εκείνα τα στοιχεία τελοσπάντων που συνθέτουν ένα πολλά υποσχόμενο έπος. Ο Μπεντιέ όμως δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Πήρε μία καθαρά ραψωδική ιστορία, την επεξεργάστηκε ταχύτατα και τη διηγήθηκε επίσης ταχύτατα, τόσο που δεν προλαβαίνει κανείς να διαχωρίσει τις σκηνές, να ψάξει τις αιτίες και τα αποτελέσματα κάθε πράξης, να συναισθανθεί την πάσχουσα κατάσταση των πρωταγωνιστών και να τους συγχωρέσει για τα σφάλματά τους. Αυτό δε που μου έκανε εντύπωση ήταν μία σκηνή αναγνωρισμού του Τριστάνου και της Ιζόλδης, σε αυτήν ο Μπεντιέ είχε αντιμετώπιση παντελώς παιδιαρώδη...ένιωσα πως άκουγα ένα σχοινοτενές ανέκδοτο από άτομο που στερείται το χιούμορ, που χάνεις τα νοήματα, τα πρόσωπα, τα γεγονότα και στο τέλος γελάς από τακτ ή παγώνεις από απελπισία. Και να ήταν ανέκδοτο πάει καλώς. Εδώ είδα την κλασική περίπτωση ανθρώπου που ήθελε να μιμηθεί ομηρικές τεχνικές και απέτυχε παταγωδώς. Το τέλος μάλιστα έρχεται τόσο αδιάφορα, ώστε το έργο χάνει κάθε πτυχή τραγικότητας και λύτρωσης, στοιχεία που όφειλε να διαθέτει στο έπακρο.
Και έτσι πήγα στο άλλο άκρο, στον "Ξένο" του Αλμπέρ Καμύ. Ομολογώ ότι το πρώτο κεφάλαιο που πρόλαβα να διαβάσω ως τώρα είναι σοκαριστικό. Μετά την "Πανούκλα", καταρχήν, δεν περίμενα να διαβάσω ένα τέτοιο αφήγημα από τον συγγραφέα. Απλούστατο στο λόγο, μεστό όμως στις περιγραφές, εξαιρετικά και απαράμιλλα στοχευμένο στην ψυχοσύνθεση του αφηγητή -  πρωταγωνιστή. Αισθάνεται κανείς ότι αυτό που διαβάζει παρουσιάζει στην ίδια του την ουσία αντιθέσεις, είναι ένα τραγικό διήγημα ειπωμένο τόσο φυσικά που σχεδόν τρομάζει. 
Αναμένοντας εναγωνίως τη συνέχεια...
Αλμπέρ Καμύ