Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Αντώνης Σαμαράκης "Το Λάθος"


Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας που αγαπά να "ξεθάβει" μέσα από τον εχθρό τον άνθρωπο. Παρόλο που η σκληρή πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από μία τέτοια εκδοχή, θεμιτό είναι να υπάρχει στην ψυχή κάποιου που χαρακτηρίστηκε διόλου τυχαία "αιώνιος έφηβος". Και επειδή ζητείται ελπίς, καλό είναι η ψυχή αυτή να εκφράζεται απλόχερα ειδικά όταν κάτι τέτοιο κάνει καλό σε άλλες τρυφερές και νεανικές ψυχές. Γιατί είναι αναγκαίο για τη νεανική ψυχή να μάθει τι σημαίνει αυταρχικό και ανελεύθερο καθεστώς, γιατί είναι αναγκαίο να μάθει με ποιον τρόπο ακριβώς μπορεί να χάσει τα δικαιώματά του, γιατί είναι αναγκαίο να χτίσει ιδεολογία, όποια και αν είναι αυτή, αρκεί να ξέρει τι είναι ηθικό και τι δεν είναι. Πέρα από όλα αυτά που μάλλον τετριμμένα μου φαίνονται τελικά γι' αυτόν τον κλασικό εκπρόσωπο της μεταπολεμικής γενιάς, επειδή ακριβώς φαντάζομαι ότι μπορεί κανείς να τα διαβάσει οπουδήποτε, "Το Λάθος" είναι ένα σημαντικό βιβλίο, όχι μόνο γι' αυτά που αποπνέει, αλλά και γιατί διαθέτει ακόμη έξυπνη αφηγηματική τεχνική που κινείται στην εναλλαγή της οπτικής γωνίας μεταξύ των δύο ηρώων. Ο Σαμαράκης λοιπόν καταπιάνεται με τη "στημένη" συνάντηση δύο αντρών, ενός υπόπτου για την υπονόμευση του καθεστώτος και του φύλακά του, του ανθρώπου που είναι δηλαδή γρανάζι στη μηχανή του καθεστώτος. Η συνάντηση λοιπόν αυτή είναι στημένη γιατί δεν είναι ηθελημένη, ο ύποπτος βρίσκεται υπό κράτηση και μεταφέρεται στα κεντρικά γραφεία της ανάκρισης. Η μεταφορά γίνεται ταξίδι και νυχτερινή διαμονή, τουτέστιν απαιτεί χρόνο. Ο χρόνος έχει διπλό σκοπό, δίνει αφενός την ευκαιρία στον κρατούμενο να δραπετεύσει αποδεικνύοντας έτσι την ενοχή του, αφετέρου δίνει επίσης την ευκαιρία στους δύο άντρες να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Η εναλλαγή της αφήγησης από τη μία οπτική γωνία στην άλλη πετυχαίνει να σκιαγραφήσει τους χαρακτήρες εν γένει, τους χαρακτήρες της εκάστοτε στιγμής με όσα τυχαία ή μοιραία μπορεί να φέρει "η κακιά ώρα", τέλος να φορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη.
Ο συγγραφέας στήνει επομένως μιαν ιστορία τέτοια που να τον βοηθήσει να βγάλει για άλλη μια φορά τον άνθρωπο από τον εχθρό (τον ονομάζω για δεύτερη φορά εχθρό με πολύ μεγάλη προσοχή, για να μην τον χαρακτηρίσω κάτι βαρύτερο φίλε αναγνώστη). Όλα αυτά εν ολίγοις με αφήνουν στο τέλος με την πικρή γεύση του σκεπτικισμού και της καταραμένης δυσπιστίας (ίσως να μην είμαι και αιώνια έφηβη), ωστόσο είναι μία αντιμετώπιση που θαυμάζω πολύ και τελικά, έστω και πρόσκαιρα (πριν αρχίσει δηλαδή η πραγματικότητα να με περιτριγυρίζει) αισθάνομαι βαθύτατη συγκίνηση κάθε φορά που φτάνω στο τέλος του βιβλίου.
*Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για την τύχη "Του Λάθους" στο εξωτερικό κυρίως, ανακάλυψα ότι στα 1975 γυρίστηκε ταινία γαλλικής παραγωγής με τον Μισέλ Πικολί που βασίστηκε στο βιβλίο του Σαμαράκη. Ελπίζω να τη βρω και να ικανοποιήσω την περιέργειά μου...



Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Η Αγκάθα Κρίστι και το βιβλίο "Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροιντ"

Τα βιβλία της εκτιμώνται ότι έχουν πουλήσει μέχρι τώρα 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στη μητρική της γλώσσα και περίπου άλλα τόσα σε άλλες 103 γλώσσες. Αν και επιδόθηκε σπανιότερα σε διάφορα θέματα, όπως το ρομαντικό μυθιστόρημα, τίποτε δεν γνώρισε την τεράστια επιτυχία του αστυνομικού μυθιστορήματος. Έγραψε σκιαγραφώντας σταθερούς χαρακτήρες σε όλο της το έργο, εν ολίγοις δεν εξαφάνισε τους ήρωές της, αντίθετα τους κράτησε ζωντανούς με την ειδοποιό διαφορά που διακρίνει τον καθένα να στέκεται ως η κορωνίδα της κάθε ιστορίας. Η ίδια μαρτυρεί στην αυτοβιογραφία της: "Γιατί να μην κάνω τον ήρωά μου Βέλγο; Τον φαντάζομαι καθωσπρέπει και μικροσκοπικό άντρα, να τακτοποιεί συνεχώς τα πράγματα και να του αρέσει να τα τοποθετεί κατά ζεύγη, να του αρέσουν οι γραμμικές τετράγωνες μορφές και όχι οι κυκλικές, και φυσικά να είναι έξυπνος...." μιλώντας για τον θρυλικό Ηρακλή Πουαρό και ακόμα: "Δεν υπάρχει ίχνος αγένειας σε αυτή τη γυναίκα, απλώς δεν εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Παρόλο που περιμένει το χειρότερο, πάντα αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με ευγένεια" μιλώντας για την απλή αυτή κυρία που κάθε άλλο παρά ντετέκτιβ την φαντάζεται κανείς, τη δεσποινίδα Μαρπλ. Και άλλοι πολλοί ήρωες γεννήθηκαν και επέζησαν κυρίως με τη βοήθεια των βιβλίων και όχι τόσο του κινηματογράφου, όχι τουλάχιστον όσο οι δύο πρώτοι, οι Τόμι και Τούπενς, ο Πάρκερ Πάιν, ο Χέιστινγκς...άλλοτε εμφανίζονται ως εραστές της περιπέτειας, άλλοτε δεν διεκδικούν τον τίτλο του ντετέκτιβ, αλλά μπορούν να διαβάσουν την ανθρώπινη ψυχή, άλλοτε, αν και δεν  μπορούν να συναγωνιστούν την εξυπνάδα του σχολαστικού Βέλγου, έρχονται ως αρωγοί στο έργο του. 
Η επιβλητική παρουσία της δαιμόνιας συγγραφέως
Όλα αυτά τα πρόσωπα είναι η Αγκάθα Κρίστι. Η Αγγλίδα συγγραφέας γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890. Κατά τη διάρκεια μιας γεμάτης ζωής που της χάρισε δύο γάμους και μια κόρη έγραψε 80 αστυνομικά μυθιστορήματα και μερικά ακόμα, κυρίως ρομαντικά. Πέθανε (πιθανώς γεμάτη και ευτυχισμένη) το 1976 στις 12 του Γενάρη. Η ίδια η σύλληψη κάθε ιστορίας είναι σαφώς από μόνη της ένα σπουδαίο επίτευγμα, παρόλο που δεν αποφάσιζε ποτέ ποια θα ήταν η ταυτότητα του κάθε δολοφόνου παρά μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο. Μάλιστα, επειδή λάτρευε το στοιχείο της έκπληξης, επέλεγε εκείνο τον χαρακτήρα που ήταν όσο το δυνατόν λιγότερο ύποπτος και ύστερα προχωρούσε σε διορθώσεις στα προηγούμενα κεφάλαια. Τίποτε όμως δεν συγκρίνεται με την αιτία τούτης εδώ της ανάρτησης:

"Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροιντ;" Ο γιατρός και αφηγητής Τζειμς Σέπαρντ γίνεται ο βοηθός του Ηρακλή Πουαρό σε μία ιστορία φόνου δίχως προηγούμενο με ένα εξαιρετικά ανατρεπτικό τέλος, που δεν υπακούει στις κλασικές τεχνικές της Κρίστι και για το οποίο φυσικά δεν μπορώ να μιλήσω, αν και έχω πολλά να πω κυρίως περί της ταύτισης του αναγνώστη με το βιβλίο και περί των συναισθημάτων που γεννώνται αυθόρμητα στο τέλος, τα οποία μόνο έντονα και αντιφατικά μπορώ να τα ονομάσω. Σήμερα το έργο αυτό θεωρείται το αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι και αξίζει (πραγματικά, πρέπει, οφείλει, βαθιά και δυνατά) να το ζήσει κάθε λάτρης (ή όχι) του είδους. Και προς Θεού, μην έλθει σε επαφή με πηγές γνώσης του τέλους, μακριά από το διαδίκτυο, από βιογραφίες της Κρίστι, από φίλους που το έχουν διαβάσει και από μένα...

Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Είναι γέρος. Είναι απεχθέστατα κακός. Είναι τσιγγούνης, πολύ τσιγγούνης, ο πιο σπαγκοραμμένος χαρακτήρας που έχει γραφεί ποτέ. Μισεί τα Χριστούγεννα. Μισεί τον ανεψιό του, μισεί τη ζωή του. Είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο πιο αγαπημένος ήρωας παραμυθιού που γνώρισα ποτέ. Ο αγαπημένος γιατί κάνει λάθος. Γιατί σφάλλει και πληρώνει γι΄αυτό. Ο αγαπημένος, γιατί μαθαίνει από τα λάθη του με τον πιο μαγικό τρόπο και γιατί στο τέλος το παραμύθι αυτό είναι το παραμύθι της συγχώρεσης και της αγάπης. Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ταυτίζεται κανείς με τόση άνεση ελπίζοντας ότι στο τέλος θα σωθεί η ψυχή του, όσα και αν είναι τα σφάλματα του (κι ας μην είναι ένα από αυτά η τσιγγουνιά). Και επειδή εδώ ο κινηματογράφος, το BBC και ό,τι άλλο έκαναν το θαύμα τους, ονειρεύομαι το μεσημέρι της δεύτερης μέρας των Χριστουγέννων ήδη (όχι την ίδια μέρα, ανήκει στη φαμίλια), στον καναπέ, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα ζεστό τσάι με γάλα και αυτό:


Για το αριστούργημα του Καρόλου Ντίκενς και για όλα τα άλλα του έργα, πρέπει να πω ότι κυκλοφορεί αγγλική έκδοση σε εξαιρετικά προσιτή τιμή, ένας τόμος με τίτλο "Άπαντα". Όμορφες ιστορίες, γνωστές σε όλους, αλλά κλασικές.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Απόπειρες (1)

Λαιμαργία

            ‘Έτρεχε, λέει, σα πανέμορφη, λιπόσαρκη μανεκέν στους δρόμους της Φλωρεντίας. Έτρεχε και σταματούσε σα να την έβγαζε κάποιος φωτογραφία. Έτσι τα μαύρα μαλλιά κυμάτιζαν σχεδόν σε οριζόντια και σε παράλληλη με το έδαφος ευθεία και ανά τακτά διαστήματα ακινητοποιούνταν στον αέρα. Το κόκκινο βελούδινο φόρεμα κυμάτιζε κι αυτό, και όταν πάγωνε, ήταν αδύνατο πια να καταλάβεις το σχέδιό του, ωστόσο έμοιαζε εντυπωσιακό. Ξαφνικά, λέει, η κίνηση, πολλά υποσχόμενη τώρα, ξεκίνησε για τα καλά. Τότε προστέθηκε στην εικόνα ένας άντρας με μαύρο κοστούμι. Έτρεχε, λέει, ξωπίσω της, πίσω από το εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα και τα μακριά μαύρα μαλλιά, και αφού δρασκέλισαν πολλές φορές τα λαβυρινθώδη σοκάκια της πόλης, ο άντρας πρόφτασε τη γυναίκα σε μία από τις καμάρες του Πόντε Βέκιο. Και τότε η εικόνα έστειλε τον παρατηρητή ακριβώς απέναντί τους. Η γυναικεία φιγούρα παραδόθηκε με πάθος στην αγκαλιά του άντρα και, ενώ τα πρόσωπά τους ενώθηκαν κάπου στα χείλια, χάσανε ξαφνικά το χρώμα τους. Το κόκκινο και το μαύρο ήταν τώρα απλές σκιές.’

            Ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια της αργά και αδιάφορα. Ο ήλιος είχε μπει από τις γρίλιες του παραθύρου φωτίζοντας ελάχιστα το σκοτεινό δωμάτιο, φανερώνοντας ταυτόχρονα τόνους σκόνης να κινούνται άτακτα στο χώρο. Σε λίγο ένα τροφαντό χέρι ξεπρόβαλλε από τα βαριά σκεπάσματα και πάτησε το διακόπτη που φώτισε καλύτερα το χώρο. Ήταν ένα απεριποίητο δωμάτιο, σχεδιασμένο σε τόνους σκούρου καφέ· το κάδρο με το κεντημένο λουλούδι, πάνω από το κεφαλάρι, το χαλί που μόλις φαινόταν από τα χθεσινά αποφάγια και μία τηλεόραση μπροστά από το κρεβάτι.
            Το τροφαντό χέρι έκανε άλλη μία κίνηση. Προσπάθησε και τελικά κατάφερε με μεγάλη δυσκολία να σηκώσει το πάπλωμα πάνω από το ογκώδες σώμα. Τώρα έπρεπε να σηκωθεί και να ξεκινήσει τη μέρα του, παρόλο που, όπως πάντα το ρολόι είχε δείξει 12. Σαν ανδρείκελο κινήθηκε νωχελικά προς την κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και ξεκίνησε έτσι τη μέρα του.

            Όρθια μπροστά στη μαγική συσκευή που κρατούσε για χάρη της φρέσκα τα λαχταριστά εδέσματα, κατέτρωγε μία - μία τις λιχουδιές τούτου του συνηθισμένου μεσημεριανού πρωινού και σκεφτόταν τι θα κάνει σήμερα. Έπρεπε να πάει στη δουλειά,  στην αγγαρεία τούτη που επέλεξε για δουλειά, που την βοηθούσε κατά κάποιον τρόπο να εκπληρώσει τις ανάγκες της. Να ντυθεί και να ετοιμάσει το κολατσιό της και να γυρίσει αμέσως σπίτι για να μην χάσει το ρομάντζο των 9. Θα ετοίμαζε μάλιστα ένα σνακ για την περίσταση. Ύστερα ήταν και αυτή η μεταμεσονύχτια ταινία που ήθελε οπωσδήποτε να παρακολουθήσει. «Ευτυχώς που έχω βρει αυτή τη δουλειά» σκέφτηκε «και μπορώ να κάνω αυτά που θέλω». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη της και το τροφαντό της χέρι, σαν από δική του θέληση, έκλεισε, γεμάτο ενέργεια και δύναμη τώρα, το ψυγείο.

            Στις 2 ακριβώς άνοιξε η μεγάλη πόρτα του τηλεφωνικού κέντρου. Με βαριά βήματα που έβρισκαν εμπόδιο το ένα στο άλλο, κινήθηκε προς το γραφείο της. Τα βλέμματα στην αίθουσα σηκώθηκαν και κοίταξαν με απέχθεια. Για άλλη μια φορά χαλούσε η αισθητική τους μπροστά σε τούτον τον ασυνάρτητο μπόγο που έκανε την πορεία προς τη θέση του να μοιάζει υπερατλαντικό ταξίδι. Εκείνη το κατάλαβε, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να ολοκληρώσει τη βάρδια της και να γυρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην τηλεόρασή της· στο ρομάντζο των 9. Όταν τελικά έφτασε στη θέση της , συγκέντρωσε την τηλεφωνική συσκευή και τα έγγραφά της σε μια γωνία και άπλωσε μπροστά της το πλούσιο κολατσιό που σίγουρα θα χρειαζόταν σε λίγο. Τα βλέμματα ήταν ακόμη καρφωμένα πάνω της και δεν στράφηκαν στα δικά τους έγγραφα παρά μόνο όταν εκείνη έκανε το πρώτο τηλεφώνημα, καθώς μάταια προσπαθούσε να χωρέσει τα χοντρά της δαχτυλάκια στα νούμερα του καντράν…

            Η λήξη της βάρδιας πλησίαζε. Έξω είχε βραδιάσει και έριχνε ψιλόβροχο. Οι υπάλληλοι σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν γρήγορα προς την έξοδο. Έφευγε πάντα τελευταία, άλλωστε ποτέ δεν μπορούσε να τους προλάβει. Στάθηκε ύστερα στο πεζοδρόμιο χωρίς ομπρέλα και κάλεσε ταξί. Λίγο πριν τις 9 βρέθηκε αλαφιασμένη μπροστά στην εξώπορτα και σχεδόν κατάφερε να τρέξει και να βάλει το κλειδί όταν ακούστηκε πίσω της μια αντρική φωνή.
-  Μπορείτε να με βοηθήσετε; ρώτησε επιτακτικά.
-  Παρακαλώ; απόρησε εκείνη.
- Μπορείτε να με βοηθήσετε; Χρειάζομαι οπωσδήποτε τη βοήθειά σας. Φαίνεστε καλός άνθρωπος.
-  Πως μπορώ να σας βοηθήσω; είπε και σκέφτηκε συνάμα πως είχαν περάσει τουλάχιστον τρεις μήνες από τότε που αντάλλαξε παραπάνω από δυο κουβέντες με άνθρωπο.
-  Χρειάζομαι χρήματα, όσα μπορείτε να μου δώσετε. Και ένα πιάτο φαί, έχω μέρες να βάλω κάτι στο στομάχι μου...είπε και αυτός και κάθισε απελπισμένος στα σκαλοπάτια της εξώπορτας.
            Η αλήθεια ήταν πως ο άντρας φαινόταν τρομερά εξαντλημένος, πως κοιμόταν στο δρόμο και πως είχε ανάγκη από φαγητό. Πίσω από το σκούρο του πρόσωπο φαινόταν η ηλικία του. Δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα 30 – 35. Εκείνη τον φαντάστηκε καθαρό και λίγο πολιτισμένο, με πλυμένα ρούχα και μιαν ωραία κορμοστασιά. Όμορφος ήτανε.
-  Λυπάμαι, βιάζομαι πολύ.
-  Σας παρακαλώ! είπε τώρα ακόμα πιο επιτακτικά ο άντρας.
-  Περάστε, ένα πιάτο φαγητό και θα φύγετε αμέσως!
-  Αμέσως! επανέλαβε εκείνος με χαρά.

            Τον είχε απέναντί της κάμποσα λεπτά να καταβροχθίζει τις λιχουδιές της. Μπόρεσε έτσι να σκεφτεί το πώς έφτασε σε αυτήν την κατάσταση, την ιστορία που τον οδήγησε στην εξαθλίωση: Ήταν σίγουρα λίγα τα χρόνια που βρισκόταν στον δρόμο. Φαίνεται πως είχε μια τεράστια επαγγελματική αποτυχία…όχι – όχι! Ήταν σίγουρα ερωτική απογοήτευση. Την αγάπησε μικρός και εκείνη μόλις είχε ενηλικιωθεί. Μόνο που δεν μπορούσε να την αποκαταστήσει άμεσα. Η κοινωνική του θέση δεν μπορούσε να εγγυηθεί κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση. Έπειτα ακόμη δεν είχε υπηρετήσει καν την πατρίδα. Του υποσχέθηκε λοιπόν να περιμένει. Σε δύο χρόνια θα επέστρεφε πολίτης, θα αναζητούσε μια καλή δουλειά και ύστερα θα τη ζητούσε σε γάμο. Η θητεία πρέπει να ήταν πολύ δύσκολη. Σίγουρα κάποιος στρατηγός θα δυσκόλεψε τη ζωή του ή θα επιμήκυνε ακόμα τα στρατιωτικά του χρόνια. Αν δεν είχε τη θύμησή της θα τρελαινόταν. Αργοπορημένος επέστρεψε και βάλθηκε τώρα να χτίσει μια καλή καριέρα. Όλον αυτόν τον καιρό επικοινωνούσε με την καλή του δια αλληλογραφίας…μα τι λέω! Υπάρχουν τηλέφωνα. Τηλεφωνικώς. Σίγουρα θα επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς. Οι κατ΄ ιδίαν συναντήσεις θα ήταν ανεπίτρεπτες, γιατί εντωμεταξύ θα πληροφορήθηκαν οι αυστηροί γονείς της το ειδύλλιο, που καθόλου δεν θα τους άρεσε για το μέλλον της όμορφης θυγατέρας.
-  Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό; ρώτησε ξαφνικά ο άντρας.
Έκανε να σηκωθεί με τον συνήθη νωχελικό τρόπο. Άπλωσε τα χέρια με ανοιχτές τις παλάμες στο τραπέζι για να σηκώσει το βάρος της. Έπρεπε λοιπόν να βρει και αυτή την καλή δουλειά. Εκεί μάλλον πως έπεσε έξω στους υπολογισμούς του. Αφού κατάφερε να σηκωθεί, έστριψε το σώμα της και το βλέμμα της προς την αντίθετη κατεύθυνση, εκεί που ήταν ο νεροχύτης. Δύο χρόνια επιπλέον τράβηξε αυτή η ιστορία. Έψαχνε συνεχώς, αλλά τίποτε. Και οι κρυφές τους συναντήσεις είχαν αραιώσει πολύ και εκείνη ήταν πολύ απογοητευμένη από την κατάσταση. Σήκωσε το τροφαντό της χέρι και άνοιξε το ντουλάπι. Πήρε ένα ποτήρι και το έβαλε κάτω από τη βρύση. Το νερό άρχισε να τρέχει δροσερό. Όταν βρήκε επιτέλους την ονειρεμένη δουλειά σίγουρα θα στολίστηκε, θα αγόρασε λουλούδια και το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Φτάνοντας έξω από το σπίτι της όμως αντίκρισε το παράλογο και άκαρδο θέαμα της παρουσίας της μαζί με κάποιον άλλο, που εκείνη τη στιγμή την σφιχταγκάλιαζε και την φιλούσε. Εκείνος παγωμένος, κινήθηκε προς το μέρος της όταν ο άλλος είχε πια φύγει. Δεν τον είχε δει ακόμη, ήταν στραμμένη προς την πόρτα.
Και καθώς έπεφτε γάργαρο το νερό στο ποτήρι, και καθώς το κλειδί είχε εφαρμόσει και ήταν έτοιμο να υπακούσει στη θέληση της κατόχου του και να κάνει τη στροφή του, ένιωσε ένα βαθύ τσούξιμο να διαπερνά το λαιμό της, από αριστερά προς τα δεξιά και ύστερα το μυαλό της μόνο μιαν εικόνα έφτιαξε· εκείνος να καταθέτει πως το έκανε όχι για να την κλέψει, αλλά για την αγάπη που προδόθηκε. Και πως τη μαχαίρωσε πολλές φορές όχι γιατί το υπέρβαρο σώμα της δεν τον άφησε να φτάσει στην καρδιά της, αλλά γιατί η ζήλεια θόλωσε το λογικό του.
Εκεί μπροστά στο νεροχύτη, άψυχη, θαρρείς πως απέκτησε μιαν ευκινησία και σωριάστηκε μεμιάς στο πάτωμα. Το νερό ξεχείλιζε από το ποτήρι και μόλις είχε ξεκινήσει το ρομάντζο των 9.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Ομήρου "Οδύσσεια"

Το δεύτερο κατά χρονολογική σειρά σωσμένο έπος στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - ή καλύτερα το δεύτερο λογοτεχνικό κείμενο (το σωσμένο πάντα) στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας - δεν είναι τυχερό, ακριβώς επειδή φέρει αυτόν τον τίτλο. Είναι αριστούργημα. Ας υποθέσουμε ότι ο πραγματικός συντάκτης του είναι ο Όμηρος (δε θα αναλύσω εδώ το ομηρικό ζήτημα), ας υποθέσουμε ακόμα ότι ήταν και τυφλός. Δεν έχει καμία σημασία. Τον ονομάζω πάντως συντάκτη, διότι πήρε τα κομμάτια των θρυλικών παραδόσεων και τους έδωσε μία ενιαία μορφή με αρχή, μέση και τέλος, περιπλεγμένα με αριστοτεχνική έκφραση και ύφος. Πάντως το έργο μού είναι ιδιαίτερα αγαπητό για τρεις λόγους:
Πρώτα, γιατί ξεκινάει σχεδόν από το τέλος και έτσι ένα μεγάλο κομμάτι του έργου στηρίζεται στην αφήγηση του πρωταγωνιστή. Αυτό από μόνο του δημιουργεί την αίσθηση ενός μεγάλου εγκιβωτισμού, που όμως δεν είναι ασήμαντος, δεν θέλει απλώς να δώσει ένα δίδαγμα ή να προωθήσει την υπόλοιπη ιστορία. Είναι η ίδια η ιστορία του πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεται ίσως αδύναμος στο νησί της Καλυψώς και στη σχεδία του, ύστερα όμως και εξαιτίας του παρελθόντος ανακτά την πολυμήχανη φήμη του, για να προοικονομήσει έτσι την επάνοδο στο βασίλειό του.


Έπειτα, γιατί καταφέρνει να μου δημιουργήσει ανάμεικτα συναισθήματα με το μακελειό της μνηστηροφονίας. Ο Οδυσσέας δεν είναι τέλειος. Διαπράττει ύβρη στο παρελθόν απέναντι στους θεούς λόγω της έπαρσης που τον διακατέχει. Γιατί λοιπόν να μην είναι και εκδικητικός; Και μάλιστα παρασύρει σε αυτή την ανόσια πράξη και τον ίδιο του το γιο, που είκοσι χρόνια είχε να τον δει.  Κάποιος θα έλεγε πως η πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανόσια, εφόσον ο Οδυσσέας δεν θα μπορούσε διαφορετικά να ανακτήσει το σεβασμό της οικογένειας και του λαού του. Ωστόσο, όσες φορές και αν το διαβάσει, δε μπορεί να μην δει τον δόλο, τη μανία και την εκδικητικότητα  που χαρακτηρίζουν τη μνηστηροφονία (Ίσως πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι όλοι είμαστε σύγχρονοι αναγνώστες και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει χτιστεί μέσα μας κάποιο είδος ηθικής, χριστιανικής ή άλλης).


Τέλος, για τον αναγνωρισμό του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αγαπημένη ερωτική σκηνή που κορυφώνεται με εξαιρετικό τρόπο, ενώ αρχίζει με περίσσεια αγωνία:
Μ’ αυτά τα λόγια πήρε να κατεβαίνει από το ανώγι,
μέσα της αμφιβάλλοντας αν έπρεπε, κρατώντας
την απόσταση, τον άντρα της να δοκιμάσει με ερωτήματα
ή να βρεθεί στο πλάι του, να πιάσει
το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα.
Στο μεταξύ προχώρησε πατώντας το πέτρινο κατώφλι,
ύστερα κάθισε στον Οδυσσέα αντίκρυ, στον άλλον τοίχο
απέναντι, στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς.
Εκείνος σε ψηλή κολόνα ακουμπισμένος, με το κεφάλι του
σκυφτό, περίμενε αν η ομόκλινη γυναίκα του κάτι θα πει,
τώρα που τον αντίκριζαν τα μάτια της.
Άφωνη όμως έμεινε η Πηνελόπη για πολύ,
λες κι είχε παραλύσει· μόνο τα μάτια της, τη μια κοιτούσαν
 καταπρόσωπο, την άλλη δεν τον αναγνώριζαν,
με τ’ άθλια ρούχα που φορούσε.



Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Διαβάζοντας αυτόν τον καιρό...(6) ή "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν

Ο Τόμας Μαν γίνεται απίστευτα σχολαστικός στη διήγησή του. Πολλές φορές αυτό καταντά κουραστικό. Όπως πρόσφατα μου είπε ένας φίλος: "Αυτοί οι Γερμανοί είναι πολύ βαρετοί..." Αυτόν τον τίτλο μάλλον πως τον κέρδισαν επάξια, αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο, παρόλη τη λεπτομέρεια και την πυκνή αφήγηση που το χαρακτηρίζει, έχει κάτι το συναρπαστικό. Αυτό νομίζω ότι έγκειται περισσότερο στην ίδια του τη θεματολογία τη συνδυασμένη όμως με αυτό το συγκεκριμένο είδος αφήγησης. Το ζήτημα του βιβλίου δεν είναι η αρρώστια, είναι ο χρόνος και πώς αυτός συστέλλεται και διαστέλλεται στο μυαλό του ήρωα Χανς Κάστορπ μέσω της αρρώστιας. Η σχολαστικότητα είναι επομένως απαραίτητη, γιατί μόνο έτσι μπορεί να γίνει αντιληπτή η σχετικότητα των πραγμάτων. Το ότι έφτασα στην τριακοσιοστή σελίδα και ακόμα δεν υπάρχει ούτε καν η διαπίστωση της αρρώστιας (παρόλο που η εκδήλωσή της έχει κιόλας συντελεστεί, εγώ τουλάχιστον την τοποθετώ - για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο -  σε ένα πολύ κομβικό σημείο "λιποθυμίας και νοσταλγικής επιστροφής με το νου στον πρώτο παιδικό έρωτα") δε σημαίνει σίγουρα πως πρόκειται για ένα βαρετό βιβλίο. Το Μαγικό Βουνό μού φέρνει στο νου αυτή τη σκηνή από το Amadeus του Μίλος Φόρμαν, που ο κακομοίρης ανίδεος αυτοκράτωρ της Αυστρίας ισχυρίζεται για την "Απαγωγή από το Σεράι" (γιατί κάτι πρέπει να πει) πως έχει πολλές νότες. "Κόψε λίγες, και θα είναι τέλειο". Μα πώς μπορείς να αφαιρέσεις πράγματα από ένα έργο που είναι τέλειο; Είναι τέλειο, όπως είναι. Και είναι ακόμη τέλειο, γιατί ο συγγραφέας το επέλεξε να έχει αυτή την άρτια μορφή. 

Για το ζήτημα του χρόνου στο Μαγικό Βουνό:
και αυτό:

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

"Ρωμαίος και Ιουλιέτα"

Ομολογώ ότι όταν διαβάζω τον αγαπητό Σαίξπηρ στα ελληνικά με πιάνουν τα γέλια. Ο πολυπαιγμένος, ο πολυτραγουδισμένος, ο εξαιρετικός αυτός έρωτας μου δημιουργεί πηγαίο γέλωτα ακόμα και την πιο τραγική στιγμή! Και δεν μιλώ για γέλιο που έρχεται φυσικά από κάποιου είδους σκώμμα ή κάποιον γραφικό χαρακτήρα. Αισθάνομαι όπως αισθάνθηκα την πρώτη φορά που πήγα στο θέατρο. Νευρικό γέλιο. Δεν σταματώ...ειδικά στις πασίγνωστες ατάκες τύπου "Ρωμαίο Ρωμαίο γιατί να 'σαι  Ρωμαίος; Αρνήσου τον πατέρα σου, άσε τ' όνομά σου· ή, αν δε θέλεις, μόνο ορκίσου μου κι εγώ θα πάψω να 'μαι Καπουλέτου" (δια χειρός και μεταφράσεως Βασίλη Ρώτα). Και ο Ρωμαίος - που απ' ο,τι φαίνεται είναι πολύ ερωτίλος (βλέπε τον πρώτο έρωτά του, τη Ροζαλίνα των Καπουλέτων επίσης, που εγκατέλειψε, λέει, γιατί δεν είχε ανταπόκριση, και εγώ που νόμιζα ότι ο εξιδανικευμένος και πλατωνικός έρωτας δεν ξεπερνιέται τόσο εύκολα) - απαντά: "Μόνο πες με αγάπη σου και ευτύς ξαναβαφτίζομαι. Στο εξής ποτέ δε θα' μαι πια Ρωμαίος". Είχε δεν είχε, μπήκε στο σόι των Καπουλέτων.
Εντάξει, το δέχομαι. Μεγάλος έρωτας, ετών τέτταρες και δέκα...και με μια ματιά, κεραυνοβόλος. Νομίζω όμως ότι ο μεγάλος κλασικός υφαίνει επιτηδευμένα, τόσο που είναι ηλίου φαεινότερον πως πρέπει αγαπητέ θεατή να νιώσεις, θες - δε θες, πεταλούδες στο στομάχι, πρέπει να νιώσεις τον πόνο και να μείνεις στο τέλος με αυτό το αιώνιο ερώτημα: "γιατί; γιατί να πεθαίνει έτσι η αγάπη προς όφελον του μίσους;" και δη με αυτό το μπάχαλο του δηλητηρίου...Υπάρχει αγαπητοί μου το γιαλατζί δηλητήριο, υπάρχει και το πραγματικό! Παίρνει η Ιουλιέτα το γιαλατζί δηλητήριο, σικέ θάνατος. Τη βλέπει ο Ρωμαίος παίρνει το πραγματικό, κανονικός θάνατος, ανασταίνεται η Ιουλιέτα από τον σικέ θάνατο, αυτοκτονεί. Μου θυμίζει Ψαθά: Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι και παιρνει το δηλητήριο για να γλιτώσει!
 
Και κάπως έτσι αποφάσισα ότι εγώ έχω πρόβλημα, δε φταίει ο Σαίξπηρ. Είναι άλλωστε κλασικός. Αποφάσισα να δώσω λοιπόν άλλη μία ευκαιρία στον εαυτό μου και στον συγγραφέα και να αγοράσω την αγγλική έκδοση, όχι πως το στόρυ θα αλλάξει, αλλά τουλάχιστον θα χαρώ την αυθεντική γλώσσα του έργου, γιατί τελικά νομίζω ότι η ελληνική γλώσσα ή η ιδιοσυγκρασία της ελληνικής νοοτροπίας δεν ταιριάζει καθόλου (μα καθόλου) στο ύφος "του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας" (Και αυτό δε σχετίζεται με τη μετάφραση του Ρώτα. Είναι προφανώς εξαιρετική). Και ιδού! 

"O Romeo, Romeo, wherefore art thou Romeo?
Deny thy father and refuse thy name;
Or if thou wilt not, be but sworn my love
And I'll no longer be a Capulet.

Call me but love, and I'll be new baptized;
Henceforth I never will be Romeo " 

Δεν είναι καλύτερο; Και έτσι ανοίγουμε το μεγάλο θέμα των μεταφρασμένων ή των πρωτότυπων βιβλίων. Αυτό είναι άλλη ανάρτηση όμως... "For never was a story of more woe than this of Juliet and her Romeo."