Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ο Άνεμος Κουβάρι του Διονύση Χαριτόπουλου

Μετά από εβδομάδες πολλής και κουραστικής δουλειάς, βλέποντας δε ότι έχω χάσει αμέτρητες αναρτήσεις προσφιλών blogs (δεν ξέρω σε ποιες ημερομηνίες έχω μείνει), επανέρχομαι με έναν Έλληνα συγγραφέα, για τον οποίο η μοναδική πηγή πληροφορίας που είχα ήταν ένα ντοκιμαντέρ που είχα παρακολουθήσει στην κρατική τηλεόραση. Ο Άνεμος Κουβάρι βρέθηκε στα χέρια μου πριν λίγες μέρες, χαρισμένο από μία θεία μου. Ευλογημένη να είναι η γυναίκα, γιατί πραγματικά δεν περίμενα τέτοιαν έκφραση πάθους, τέτοιαν έκφραση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης από αντρική πένα...μέχρι βέβαια που πληροφορήθηκα και εν τέλει συνειδητοποίησα ότι αυτό το βιβλίο δε θα μπορούσε να είχε γραφεί χωρίς τη συνδρομή μιας γυναίκας. Η Λορίν και ο Άντρας (γιατί αυτό ήταν για εκείνη) γνωρίζονται όπως γνωρίζονται σήμερα οι άνθρωποι, απλά και κατά το σύνηθες μέσω της δουλειάς τους. Ο έρωτας όμως που ζουν δεν είναι απλός, είναι αυτός που ταιριάζει στη Τέχνη του Λόγου. Δύο παράξενες ψυχές, δύσκολοι χαρακτήρες δίνονται ολοκληρωτικά ο ένας στον άλλον, σε τέτοιο σημείο που το πράγμα καταντά αφύσικο μέσα στην εξέλιξή του. Σε τέτοιο σημείο, που η τιποτένια ζήλεια είναι δεδομένη, που "το ανήκω ολοκληρωτικά" μου θύμισε κάτι από Φλορεντίνο Αρίσα και Φερμίνα Δάσα. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος γράφει αφηγηματικά, παραθέτοντας  σε πολλά σημεία τα γράμματα της Λορίν στον Άντρα. Έφτασα στη μέση για να μάθω πως η ηρωίδα μου δεν είναι άλλη από την Μαλβίνα Κάραλη, γυναίκα και πρώην γυναίκα (δε μπορώ να μην παραθέσω και τις δύο ιδιότητες, ονειρεύομαι μάλλον πως αυτό που διάβασα δεν τελείωσε άδοξα) του συγγραφέα λίγο πριν εκείνη φύγει από τη ζωή. Και τα γράμματα στον Άντρα, είναι τα δικά της γράμματα καλέ μου αναγνώστη. Να γιατί είναι μεγαλειώδης ο έρωτας σε τούτο το βιβλίο, γιατί γράφτηκε και από τους δύο...

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Πολιτισμένη (!) Παιδοφιλική Ευρώπη

Την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα ψάχνουμε για ένα σταθερό πολιτικό σύστημα, για να ορθοποδήσουμε, που μάλλον αισθανόμαστε και λίγο απαισιόδοξοι, γιατί αυτή η χώρα πάντα είχε παράδοση στη σαθρότητα, που σκεφτόμαστε πότε θα φύγει αυτή η άτιμη η κρίση από τη ζωή μας, σκέφτομαι πως είμαι περήφανη που έχουμε ηθικά ερείσματα που η Ευρώπη αποδεκατίζει μέσα σε μια μέρα. Τίποτε άλλο δεν αισθάνομαι, παρά αηδία και λύπη ταυτόχρονα: τοπικό δικαστήριο της Χάγης, λέει, νομιμοποίησε το κόμμα των Ολλανδών παιδόφιλων, υποστηρίζοντας - υποτίθεται - το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι...Ας γελάσω λέω εγώ, γιατί το συγκεκριμένο κόμμα πολεμά για τη νομιμοποίηση της σεξουαλικής επαφής με αγόρια και κορίτσια άνω των 12 ετών και για την απελευθέρωση πορνογραφικού υλικού για προσωπική χρήση...Τα όρια αυτού του πράγματος είναι τεράστια, γιατί ο κόσμος δεν στέκει στα καλά του! Όσο άνετα βρέθηκε ένα 7% στην Ελλάδα που ψήφισε μαλακωδώς, τόσο άνετα μπορεί να υπάρξει ολλανδικό 7% και παραπάνω, αν κρίνω μάλιστα τη νοημοσύνη του δικαστικού συστήματος...Πόσο σοβαρός είναι ο κίνδυνος να μην καταδικάζεται καν (και αφήνω έξω το σεξ με παιδιά άνω των 12) η πορνοταινία με πρωταγωνιστές μικρά παιδάκια της νοτιοανατολικής Ασίας και άλλων χωρών που παρουσιάζουν παιδική εκμετάλλευση; Ξεφτιλισμένη Ευρώπη λέω εγώ.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Τέλος για το Μαγικό Βουνό

Θα ξεκινήσω τον απολογισμό από τον Γιοάχιμ, κόντρα σε αυτούς που τον αφήνουν τελευταίο, για να υμνήσω τον άνθρωπο που αποτέλεσε την αφορμή της αφετηρίας τούτης της καταπληκτικής ιστορίας. Θυμίζω πως ο Γιοάχιμ είναι ο φυματικός εξάδελφος που επισκέφτηκε αρχικά ο ήρωάς μας στο Μαγικό Βουνό. Άνθρωπος απολύτως προσηλωμένος στην ανάγκη να εκπληρώσει το χρέος του, άνθρωπος που επιθυμεί διακαώς να αποθεραπευτεί, όχι για να σώσει τον εαυτό του, αλλά για να επιστρέψει στην καριέρα του αξιωματικού, αποφασίζει (ως άλλος αντάρτης) να αναχωρήσει - άρρωστος ακόμη - από το Βουνό ενάμιση χρόνο μετά τη διαμονή του σε αυτό, ένα χρόνο μετά τη διαμονή του Χανς Κάστορπ. Γίνεται  επομένως κατά μίαν έννοια ο Γιοάχιμ, αν και ο πιο συμβατικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο άνθρωπος που εναντιώνεται πρώτος στους Μίνωα και Ραδάμανθυ (η κα Σωσά που πηγαινοέρχεται στο Μπέργκχοφ, η πλέον επαναστατική, δεν παύει να επανέρχεται). Και ο άμοιρος ξάδερφος επιστρέφει μία και μοναδική φορά για να εκπληρώσει το πεπρωμένο πολλών αρρώστων του Μαγικού Βουνού: "Να είστε καλός μαζί του αυτές τις έξι, οκτώ βδομάδες. Αφεθείτε στη φυσική σας αθωότητα, θα είναι το καλύτερο" (γιατί πράγματι αυτή ήταν η ιδιοσυγκρασία του Χανς)...και ακόμη "Ο Γιοάχιμ πήγαινε δίπλα του με σκυμμένο το κεφάλι. Κοιτούσε χάμω σαν να παρατηρούσε το χώμα. Ήταν τόσο παράξενο: περπατούσε εδώ, καθαρός και περιποιημένος, χαιρετούσε περαστικούς με το δικό του ιπποτικό τρόπο, πρόσεχε την εμφάνισή του και τους καλούς του τρόπους όπως πάντα - και ανήκε στο χώμα". Μόνον ο Τόμας Μαν θα μπορούσε να το θέσει τόσο εύστοχα το πράγμα... Από εκείνη τη στιγμή και στο εξής ο χρόνος για τον μοναχικό πια Χανς Κάστορπ κυλά πολύ πιο γρήγορα. Πρόκειται για μιαν ακατανόητη σχετικότητα που παρουσιάζει η καμπυλότητα του χρόνου, τόσο παράξενη, τόσο απρόσιτα επιστημονική, τόσο προσωπικά ψυχογραφική, που τον καθηλώνει στο Μπέργκχοφ για πολλά ακόμη χρόνια.

Οι Σεττεμπρίνι και Νάφτα από την άλλη πλευρά δεν είναι - κατ' εμέ - πρόσωπα που τα φαντάζεται κανείς αναγκαστικά με σάρκα και οστά. Αποτελούν περισσότερο ιδέες και σκέψεις, ιδεολογίες και θρησκευτικές ή άλλου είδους αναζητήσεις που παλεύουν στο μυαλό του ήρωα να τον κατακτήσουν. Το τέλος ενός εκ των δύο, κυρίως δε ο τρόπος με τον οποίο ο Τόμας Μαν επιλέγει να δώσει αυτό το τέλος, είναι στην ουσία η αποδοχή της μίας άποψης και η απόρριψη της αντίθετης. «Πρόσεξα πάρα πολύ τα λόγια τους, όπως βλέπεις μα δεν τα κατάλαβα όλα, βρήκα αντίθετα πως η σύγχυση που έβγαινε από όσα έλεγαν ήταν πολύ μεγάλη» έλεγε ο Χανς προσπαθώντας να κλίνει προς τη μία ή την άλλη πλευρά, πριν τελικά καταλήξει. Το πρόσωπο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι αυτό που εμφανίζεται προς το τέλος του βιβλίου: Ο Μυνχέερ Πέπερκορν. Ολλανδός έποικος της Ιάβα, καλλιεργητής καφέ που συνηθίζει να μιλά για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο έρχεται να δώσει ρυθμό και ταμπεραμέντο στην αφήγηση. Αντιπαθής γίνεται όμως από την πρώτη στιγμή, καθώς η άφιξή του ταυτίζεται με την επάνοδο της κας Σωσά. Είναι ο νέος της εραστής, χειμαρρώδης, διαχυτικός, θεός Πάνας που σπέρνει τον αναμενόμενο πανικό, μορφή διονυσιακή που για όλους αυτούς τους λόγους προκαλεί τη δυστυχία του Χανς Κάστορπ. Η γερμανική του τυπικότητα βεβαίως δεν του επιτρέπει να αντιδράσει, τα συναισθήματά του καταπιέζονται, όμως και αυτό αποτελεί τελικά την αφορμή για να κερδίσει τον έρωτα του ρωσικού πειρασμού του, την ίδια στιγμή που ο Πέπερκορν επιλέγει το θάνατο μπροστά στις τραγικές συνέπειες που εξαφανίζουν τη σεξουαλική του ικανότητα (ή δυνατότητα).
Αποφεύγοντας να κάνω λόγο για φιλοσοφικά ρεύματα (σε αυτά θα δώσω μεγαλύτερη βάση στη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου - μεγαλεπήβολο σχέδιο) που διαφαίνονται σε όλο το βιβλίο, αποφεύγοντας να κάνω λόγο για τον επικείμενο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να κρατήσω την καθαρά ανθρώπινη πλευρά αυτού του βιβλίου που δεν είναι τίποτε άλλο τελικά παρά ένας ύμνος για τη ζωή, κι ας είναι η θεματική του η αρρώστια και ο θάνατος. Γιατί η αρρώστια και ο θάνατος αναγκάζουν τον άνθρωπο να κάνει μιαν ειδική μεταστροφή στο είναι του, να απελευθερώσει τον εαυτό του από δεσμά, να ζήσει πραγματικά λίγο πριν το τέλος. Ποιο είναι το τέλος του Χανς Κάστορπ, φίλε αναγνώστη, αυτό πρέπει να το ανακαλύψεις μόνος. 

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου


Επειδή είναι κάτι φορές που το ποίημα είναι δημιούργημα ανώτερο από το πεζό, και ας είμαι φανατική οπαδός του δευτέρου, επειδή σαν χθες χάθηκε ο Νίκος Γκάτσος, επειδή έρχεται ένα δύσκολο (αναθεματισμένο) καλοκαίρι που η Αμοργός μου θα είναι μόνον φαντασία:

Νίκος Γκάτσος - Ἀμοργός
Νίκος Γκάτσος (1911-1992): ποιητής, μεταφραστὴς καὶ στιχουργὸς ἀπὸ τὴν Ἀσέα Γορτυνίας.

Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων. 
HPAKΛEITOΣ

Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιᾶς μὲ τὰ φρεσκοβαμένα λατίνια
Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι
Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.
Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου
Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.
Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!
Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.
Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.
Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.
Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.
Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.
Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση θὰ φτάσεις μία μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστιεύεται πιὰ τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει τὰ ζῷα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ῾ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.
O ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του
Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλᾶ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του
Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων
Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.
Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.
Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ῾ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.
Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών:

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη

Δεν έχω διαβάσει ποτέ πιο καυστικό, πιο πνευματώδη λογοτέχνη από τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Η πένα του παρασύρει τον αναγνώστη από τη μία φράση στην άλλη, τον κάνει πλέον να καραδοκεί για την επερχόμενη ιδέα ή εικόνα που θα του προκαλέσει ένα ελαφρό μειδίαμα ικανοποίησης, εκείνο το αίσθημα ικανοποίησης που αποδεικνύει περίτρανα ότι "τώρα έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό πνεύμα". Εκείνος βέβαια ονόμαζε το ίδιο του το ύφος "κολοκυνθοπληγία", εννοώντας - ωσάν να σε χτυπά στο κεφάλι κολοκύθα - ότι ο μόνος τρόπος να κρατήσει τον Έλληνα αναγνώστη του 1860 -1870 (περίοδος κατά την οποία εκδόθηκε το βιβλίο) ήταν το συνεχές χιούμορ και η ειρωνία. Ο ίδιος γεννημένος στη Σύρο στα 1836, πολυταξιδεμένος στα πιο φωτισμένα μέρη του κόσμου, χωρίς να στερηθεί τίποτε, ασχολήθηκε σχεδόν για όλη του τη ζωή με τα γράμματα.
Η Πάπισσα Ιωάννα αποτελεί έργο - σταθμό για την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και για τη συγγραφική πορεία του Ροΐδη. Με το έργο αυτό έρχεται σε ουσιαστική ρήξη με τον Ρομαντισμό, ενώ παράλληλα καταπιάνεται με ένα θέμα που δύσκολα προσέγγιζε κανείς εκείνα τα χρόνια (ίσως και σήμερα): τα κακώς κείμενα της Καθολικής Εκκλησίας, κατ' επέκτασιν και της Ορθόδοξης, δεδομένου ότι ο Ροΐδης απευθύνεται κυρίως στη δεύτερη.

Η Ιωάννα αποτελεί το απόλυτα κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, όχι μόνο γιατί έχει χαρίσει το όνομά της στον τίτλο του, αλλά και γιατί παρακολουθείται ουσιαστικά η ζωή της, από τη γέννηση ως το θάνατο. Με σαφή την επιρροή των γονιών της που ήταν ιεραπόστολοι, αφιερώνει το βίο της στη θρησκεία: γίνεται μοναχή από μικρή ηλικία ήδη με την ταυτότητα του αρσενικού, ενώ όλες της οι πράξεις αποτελούν την πορεία της ουσιαστικά προς τη Ρώμη και το παπικό αξίωμα. Παράλληλα, και εδώ είναι ίσως το αξιοσημείωτο, δεν αρνείται εντελώς τα εγκόσμια, γεύεται τον έρωτα στο πρόσωπο του επίσης μοναχού Φρουμέντιο, ενώ μένει έγκυος από τον θαλαμηπόλο της όταν είναι πια Πάπισσα. Η αποκάλυψη γίνεται μάλιστα ακριβώς εκείνη τη στιγμή που μέσα σε πλήθος κόσμου, η Ιωάννα γεννά το παπίδιον, όπως το ονομάζει καυστικά ο Ροΐδης: Καταμεσής του όχλου "λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον"

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων του Λιούις Κάρολ

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων δεν χρειάζεται συστάσεις. Επειδή όμως αυτή την περίοδο καταπιάνομαι με τα κλασικά παραμύθια, δε μπορώ να μην πω τους λόγους για τους οποίους τούτο το εξαιρετικό και ευφάνταστο ανάγνωσμα είναι α) το ομορφότερο παραμύθι που έχω διαβάσει ποτέ β) είναι παραμύθι για όλες τις ηλικίες. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα 1865 και μέχρι πρόσφατα αποτέλεσε το καλύτερο βιβλίο στο είδος του. Το θέμα του είναι απλό, η αφήγησή του κινείται στο χρόνο (έναν ου χρόνο) και στον τόπο (έναν ου τόπο) σε έναν φαντασιακό κόσμο με πολλές αλληγορικές εικόνες.
 Η Αλίκη ατυχώς πέφτει σε μία λαγότρυπα και εισχωρεί σε έναν άλλον κόσμο από τον πραγματικό (της). Ο τρόπος που εκτυλίσσεται μπορστά της αυτός ο νέος κόσμος δεν υπακούει σε κλασικούς κανόνες και στερεότυπα (κυρίως φυσικούς). Η οιαδήποτε συμβατική χροιά στη ζωή των πρωταγωνιστών αποδοκιμάζεται από την εύλογη απορία που εκφράζει ενίοτε η μικρή Αλίκη, στοιχείο που κατά πολλούς αποτελεί τη γενικότερη αποδοκιμασία απέναντι στις συμβάσεις που χαρακτήριζαν τη Βικτωριανή Εποχή.
Το ταξίδι λοιπόν ξεκινά με την Αλίκη να ακολουθεί ένα κομψά ντυμένο κουνέλι στη λαγότρυπα, τις φοβερές αυξομειώσεις του εαυτού της πριν την ουσιαστική εισβολή της στο παράξενο κόσμο των Θαυμάτων, με τον Τρελό Καπελά και την κακιά Βασίλισσα Ντάμα Κούπα που διατάζει πάντα την καρατόμηση των υπηκόων της. Οι περιπέτειές της κλείνουν με την ίδια να βρίσκεται  υπόλογη σε ένα παρανοϊκό δικαστήριο και με τον κίνδυνο να χάσει και το δικό της κεφάλι. Η ξαφνική της αφύπνιση επαναφέρει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις και σώζει εμάς από την τρομερή αγωνία που αισθανόμαστε για την τύχη της.
Αυτό που πραγματικά καθιστά την Αλίκη το κατεξοχήν παραμύθι, ταυτόχρονα δε την ιστορία που προορίζεται για όλες τις ηλικίες, είναι αρχικά ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας χειρίζεται το φαντασιακό στοιχείο: κινούμενος όπως ακριβώς αρμόζει σε ένα όνειρο, εκφράζεται με συνειρμούς, χωρίς να ξετυλίγει το κουβάρι μιας ιστορίας δομικά λειτουργικής, αφήνει τη μία εικόνα να διαδέχεται την άλλη, προκαλώντας εντύπωση με τους πρωταγωνιστές της και με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται ή στην οποία περιέρχονται εκείνη τη στιγμή που τους συναντά η ηρωίδα. Η έλλειψη δομολειτουργικής διάρθρωσης δεν κουράζει, αλλά παρασύρει, δημιουργεί δε μιαν ευγενή άμιλλα μεταξύ των εικόνων που διαδέχονται η μία την άλλη: ο αναγνώστης, παιδί ή μεγάλος, επιλέγει αναπόφευκτα με κριτήριο κυρίως, και αυτό είναι το συγκλονιστικό, αυτό που τον ηρεμεί και αυτό που δεν τον τρομάζει (επιμένω, όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα όνειρο). Το παραμύθι τούτο όμως ξεχωρίζει πρωτίστως για το χαρακτηριστικό του (του συγγραφέως ικανότητα φυσικά) να κινείται στο βαθιά φανταστικό χωρίς να παγιδεύεται σε αλήθειες της καθημερινότητας. Δεδομένου ότι ακόμη και το φανταστικό πλάθεται από υπαρκτά στοιχεία, η Αλίκη είναι όχι παρά -μύθι, αλλά μύθος εκτός κοινής λογικής. Ναι υπάρχουν τα ζώα και αυτά μιλούν, όπως είθισται σε πολλά παραμύθια, υπάρχει το κουνέλι που κρατά ρολόι και το κυνηγά ο χρόνος, υπάρχει η κακιά βασίλισσα που καταπιέζει τον λαό της, τίποτα όμως από αυτά δεν έχει τον αυτοτελή ρόλο του στην ιστορία. Ημιτελώς, τυχαία, σχεδόν χαοτικά κυκλοφορούν σε ένα πανηγύρι που γέννησε η σπουδαία ανθρώπινη φαντασία.