Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Μόρσιμον



Ι
Είδε το φως και ανάπνευσε μια νύχτα του Σαββάτου
με μιαν καρδιά ασθενική που χτύπαε ολοένα
χωρίς ρυθμό, χωρίς θεό, χωρίς την ευλογιά του
κι ήρθαν γιατρέσσες μάντισσες, μαντζούνια από τα ξένα
τα σύννεφα μιλήσανε, τ’ ανάποδα φεγγάρια
και το νερό του ποταμού που το ‘πινε ο Φανούρης
και ήταν πικρό το πόρισμα σκέτος λυγμός η μάνα
πως τύχη μια -ίσως και δυο- αν τα δεκαοχτώ περάσει

Και το κορίτσι έφτασε στα πρώιμα τα νιάτα
με ροδαλά τα μάγουλα και γελαστά τα μάτια
το ‘ξερε πως η τύχη της ήτανε μοιρασμένη
πως χάρη ο Θεός δεν έκανε ποτέ στην ειμαρμένη,
μα η ασθενική καρδιά δεν ωφελεί να κλαίει
με το καλό να χαίρεται, απ’ το κακό να φεύγει
και όσος απόμεινε καιρός να τόνε διαφεντεύει
να κελαηδεί με τα πουλιά, να τρέχει στα λαγκάδια
να προσδοκάει τον έρωτα και τον κρυφό τον πόθο

ΙΙ
Στους περιπάτους έβρισκε την ποθητή λαχτάρα
μαζεύοντας κρίνα και ευωδιές της φύσης καμωμένες
μιλούσε με τις μέλισσες και όλες τις λιβελούλες
μα άνθρωπος δεν τη ζύγωνε ούτε οι θυγατέρες
μην ξεψυχήσει πάνω τους κι η γρουσουζιά τους πάρει
και έτσι μονάχη μα ευτυχής στου κόσμου το τομάρι
που είναι δέκα φορές σκληρότερο από του άγριου χοίρου
φανέρωνε την ομορφάδα της και τη μεγαλοσύνη
ποτέ κακία να μην κρατεί, ποτέ να μη λογιάζει
τον φόβο τους τον μισερό για αλόγιστη αμαρτία

Σε έναν περίπατο μακρύ στο πέτρινο γεφύρι
που το νερό κελάρυζε κάτω απ’ τις πεταλούδες
και τα λουλούδια έγερναν γλυκά απ’ τον αέρα,
ξάπλωσε ανάσκελα βουβή από την ομορφάδα
και αγνάντευε τον ουρανό τον ροδοπορφυρένιο
μα ούτε που κατάλαβε πως γέμισε όλο άστρα
και αμέσως ορθή ευρέθηκε με ένα ματσάκι ίντσα
να πάρει πίσω το στρατί για τη γλυκιά της μάνα

Μεμιάς και πάλι ελύγισε στα τρυφερά τα χόρτα
χίλιες βελόνες τρύπησαν τις κόρες των ματιών της
τα χέρια της πετρώσανε, τα πόδια γονατίσαν
και ο αέρας ελιγόστευε στο στόμα που σιωπούσε,
σιωπούσε το μαρτύριο μηδέ παραπονιόταν
και η σκέψη έπιασε δουλειά να φύγει μεστωμένη
με μιαν αγάπη καθημερινή, πολύ συνηθισμένη
πως κάποιος ενυμφεύτηκε κόρη πικρή του Άδη
πως κάποιος λιγοψύχησε απ’ το χωρισμό τους

ΙΙΙ
«Αδύνατο σώμα που ‘σταζε άλλοτε τους χυμούς του
και μύριζε η γαστέρα του κανέλλα και θυμάρι
μες το φουστάνι το καλό με τους ανθούς του κάμπου
μαύρο πυκνό και ωραίο μαλλί να κρύβει τον γιακά του
και δυο χειλάκια κάτασπρα που στανικά σφαλίσαν
που δε φωνάζουνε ορμηνιές, ουδέ θε ν’ απαιτούνε
το κακουλέ και το κρασί, το ρύζι και το λάδι
γοργός να πάει στην αγορά, γοργός και να γυρίσει
μα πριν απ’ όλα ήσυχος να δώσει τα φιλιά του
ενέχυρα αγάπης σαν ζητεί της νύχτας υποσχέσεις

Τίποτε δεν του απόμεινε παρά πικρό τραγούδι
με τις παλάμες τυλιχτές μπρος στο φτηνό το ξύλο,

Είναι η καρδιά μου ποταμός, με δάκρυα καμωμένη
που δεν σε αντέχει μέσα εκεί μονάχη να κοιμάσαι
χωρίς τη ζέστα του φιλιού, χωρίς την αγκαλιά μου
να αλλάζει η γης τον άνεμο, τη ζέστη με το κρύο
και τούτο το φουστάνι σου είναι για καλοκαίρι
θα μου κρυώσεις, μάτια μου, θα τρέμει και το χείλι
που μου ορμήνευε ταχιά να φέρω τα καλούδια
τα δάχτυλα σου να βουτάς μες τα φιλέματά σου
να με ταΐζεις δυνατός να γίνομαι για σένα
ενέχυρα αγάπης να τηρώ της νύχτας υποσχέσεις»

ΙV
Κι έφυγεν η ψυχούλα της και επέταξε στ’ ουράνια
αγαπημένη του άντρα της του χιλιοπροκομένου
που άκουγε τις ορμήνιες της και όλες τις απαιτήσεις
ένας αόρατος θεός που εγέννησε μονάχη
μη τύχει και παραδοθεί ακάτεχη στην αγάπη
πως τάχα οι νύχτες γιόμιζαν έρωτα και αγκάλη
και πως δεν ντύθηκε πικρή με νυφικό στο ξόδι

Θ.



Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019

Ο θάνατος του πατέρα



Σκαρφάλωσε τη ζωή σου
από τον θάνατο στην ελευθερία,
αυτά κάποτε έλεγες και τώρα
φρίττεις στο σιδερένιο κρεβάτι
που έγινε η ανέλιξη φωτιά
ελαφρύτερη από τον αέρα
και σου ‘καψε τα σύννεφα τον ήλιο και τη βροχή,
σου ‘καψε τα τσίνορα ένα απομεσήμερο
με τους μαύρους αγγέλους να πιάνουν δουλειά
και τα ποτάμια των ματιών σου να ρέουν κόκκινα
να στάζουν μέχρι το στήθος και τις άκρες
των δαχτύλων σου
που γράπωσαν τη τσόχινη κουβέρτα,
μα απέτυχαν και γλίστρησαν στο χώμα
τρεις φτυαριές και λίγο λάδι,
τελεσίδικα.
Μα μαθαίνω πως είσαι πανταχού
καλός στα λόγια
έχεις πνοή και υπερδύναμη
που έκανες τους αγγέλους γιους,
τον θάνατο εντέλει ελευθερία.

Θ.


Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Τεκίλα Σανράιζ




Τρέχει πάνω στο βότσαλο
το πέλμα γυμνό
σκληραγωγείται με τεκίλα
κάτω από φεγγαρόφωτα
Βουτάει στη θάλασσα
πατάει τον αχινό
και τινάζει το γέλιο απ’ το κορμί μου
που χαρίζεται άνευ όρων
στον ξεχασμένο ζεν πρεμιέ
Σταυρώνει την τύχη του
με το άλλο
για να ξεκουραστεί το δειλινό
κουλουριάζει και μαζεύει
ζητά ένα κόκκινο παρεό
να κρυφτεί από τον
θαλασσινό κόρο

Το καλοκαίρι μια
ανάμνηση θαμμένη
στο υπόγειο του σπιτιού που μεγάλωσα
Ξέθαψα ένα-ένα τα μεγάλα όνειρα
μαζί και το όνομά σου

Θ.




Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Ο ελεύθερος χρόνος



Ο ελεύθερος χρόνος

Κάποιος ξεπουπουλιάζει
ένα ζωντανό περιστέρι
στον ελεύθερο χρόνο του
Το χαϊδεύει με τρυφερότητα,
καταλαγιάζει τον πόνο του
κι ύστερα
φτύνει μέσα στα μάτια του
με σάλιο καυτερό
και με βελόνες διαφεντεύει την όρασή του
Τέλος,
τσακίζει τα φτερά του, αυτός
που δεν έχει τίποτε να χάσει την αυγή
από δίψα και πείνα
ένας αυτός
και άλλοι μαζί
-η μαμά, ο μπαμπάς, ο δάσκαλος,
η γιαγιά και ο παππούς, ο έρωτας και ο φθόνος,
η πέτρα, η βροχή,
μα πάνω απ’ όλα η ξέρα που χτυπιέται
από ανέμους και θαλασσινά μελτέμια,
από υψωμένα λάβαρα και φρέσκο αίμα

Θ.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Αυτοσχέδια



Ι
Ο ουρανός και η κόλαση
Ανέκαθεν συναπαντούσαν
Τα κέφια τους
Για λύσεις δραστικές
Πάνω στους ορίζοντες
Που κοιτάζαμε παιδιά
Γυρεύοντας τη στεριανή λωρίδα
Αντίθετα
Εκεί μια μέρα θα τελειώσει
Ο μόχθος μας
Και άλλος θα γεννηθεί
Βαρύτερος
Σαν βράχος στις πλάτες μας
Γιατί ασώματοι
Ψυχές αδύναμες
Το βάρος του θανάτου
Δεν μπορούμε να το κουβαλάμε
Όσο θυμόμαστε ακόμη
Της ανάσας την ανάλαφρη σημασία

ΙΙ
Καθόλου δεν με απασχόλησε
Ο θάνατος ποτέ
Καλύτερα να φύγω πρώτη
Και από την πέτρα που κλωτσάω στο δρόμο τώρα δα
Να κάνω γκελ
Μέσα σε μαύρη τρύπα
Να σκορπίσω ύλη σαν την σκόνη που τινάζει η μάνα μου από την παρκετέζα
Να μη δω άλλους ήλιους
Και άλλα φεγγάρια να γυροφέρνουν το διάβα μου
Να μην ακούσω της φύσης το μι
Του Μονκ τη τζαζ να με φλερτάρει σε ένα άδειο μπαρ
Να μη δοθώ στον άντρα
Ποτέ ξανά
Να μη γλεντήσει το σώμα μου τα αισθητήριά του
Και όλα αυτά αλήθεια να μην είναι
Να μην μαυρίσουν την ψυχή σαν παραδώσω
Και να ‘ναι απλώς μια άσκηση υπαρξιακή
Μία άρνηση θλιμμένης φαντασίας

ΙΙΙ
Σε άβατους τόπους γεννήθηκα να ζω
Και ας είναι το σθένος μια λέξη σαρκική
Καθόλου δε με απασχόλησε ο θάνατος ποτέ
Στην άλλη μου ζωή
Εκεί που σμίγουν ο ουρανός με την κόλαση
Πάνω στης άπνοιας
Την πιο βαρύνουσα σημασία

Θ.



Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Δικαίωση


Στην Τόνια Τσαρούχα


Τα φρύδια Σου τα κάνεις τοξωτά
όταν το βλέμμα Σου διψά
για άλλα βλέμματα
και πίστεις δηλωμένες στο χαρτί με τη δραχμή.
Η μαραμένη Σου Μήδεια
ξεχύθηκε στα χέρια μου
φράση-φράση,
και βρήκες πράγματι τη δύναμη
όμοια να πονώ.
Και μια το ναι, μια το όχι
αντηχεί στη σμίλη Σου
όταν χαράζεις το στήθος μου σφριγηλό
για να το ορέγεσαι τις νύχτες.
Την ίδια θέρμη φύτεψες στο νου μου,
την αντρική -μα όχι αντρίκεια- μπερμπαντισιά,
βαφτίζοντας τον έρωτα αμαρτία.
Και μ’ έβαζες να γυροφέρνω την πιο χυδαία μοιχεία
στο νησί και στην πόλη
που ξεσήκωσες από εγκυκλοπαίδεια της σειράς.
Μα την πιο μεγάλη αμαρτία
τη χάραξες με μελάνι
σκοτώνοντας ασθενικό παιδί.
Τη ζωή της έβαλες στο ζύγι, άθλιε,
δίπλα με την εκπλήρωση
και με πέταξες στον λάκκο με τις ειρωνείες.

Θ.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Ιστορίες του ταμείου (Ο Βασίλης)



Όταν δούλευα σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος, ζούσα επί δέκα ώρες πίσω από διπλό τζάμι και πόρτα ασφαλείας. Οκτώ ώρες η εργασία, μισή ώρα το μέτρημα προετοιμασίας, μιάμιση ώρα το μέτρημα πιθανού ελλείμματος. Οι πελάτες μου ήταν αυτοί που περιφέρονταν σε μία άλλη υποπραγματικότητα, πίσω από το Εθνικό Θέατρο, απέναντι από Τα Κόκκινα Γαρύφαλλα.

Σήμερα θα σας πω την ιστορία του Βασίλη που βαρούσε ενέσεις στις γάμπες:

Ο Βασίλης ήταν πλούσιος. Δεν ήξερε τι είχε. Κυριολεκτικά δεν ήξερε, γιατί ήταν μονίμως μαστουρωμένος και ξεχνούσε τι φορούσε εκείνη τη στιγμή που σου μιλούσε. Δεν ήταν μόνος. Ήταν ο Βασίλης και η Μάρθα. Αδέρφια, εκείνη μεγαλύτερη. Έρχονταν πάντα πρωί πρωί. Η Μάρθα με ένα μαλλί γαριασμένο κοκκινωπό, το ίδιο ζακάρ πουλόβερ σε αποχρώσεις το κόκκινου και μαύρου, ένα τζιν παντελόνι δυο νούμερα πάνω και ένα τζάκετ ριχτό, γκρενά, άλλα δυο νούμερα πάνω.
Ο Βασίλης χάλι μαύρο. Η μαστούρα φαινόταν από χιλιόμετρο. Είχε και αυτός μόνιμη περιβολή, καρό πουκάμισο του αμερικανικού νότου, μπουφάν σκισμένο σε τρία σημεία (μανίκι, μανίκι, τσέπη) και τζιν παντελόνι με το ένα μπατζάκι μονίμως σηκωμένο για τη φλέβα. Στο ανταλλακτήριο ερχόταν με μια σακούλα ψιλά και του τα έκανα χοντρά. Μεγάλα ποσά, εκατό, διακόσιες χιλιάδες.

Μια μέρα τον ρώτησα:
-Ρε Βασίλη, πού τα βρίσκεις τόσα λεφτά;
-Επαιτεία και τσιμπούκια.
-Τι εννοείς;
-Με την επαιτεία ψιλά πράγματα. Με τα τσιμπούκια βγάζω τα χοντρά, και ένα χιλιάρικο…

Ένα πρωί, σαν όλα τα άλλα, ο Βασίλης ήταν μόνος και πιο χάλια από ποτέ. Μιλούσε και του τρέχανε πηχτά σάλια από το στόμα, δεξιά και αριστερά, υπερχείλιζε χολή και ό,τι υγρό είχε μέσα του. Τα μάτια του με κοιτούσαν, αλλά ήταν θολά σαν του τυφλού. Δεν τα ανοιγόκλεινε σχεδόν καθόλου και έτρεμε ολόκληρος.

-Βασίλη είσαι καλά; Να καλέσω ένα ασθενοφόρο;
-Όχι! Καλά είμαι, δεν έχω βαρέσει ακόμη γι’ αυτό. Κάτσε λίγο να το λύσουμε αυτό.
-Τι να λύσουμε;
Σκύβει αυτός, δεν τον βλέπω καλά, Σηκώνομαι από τον γκισέ, Κολλάω το κεφάλι μου στο τζάμι. Ο Βασίλης ξαπλώνει μπροστά στην πόρτα ασφαλείας.
-Βασίλη, φωνάζω. Όχι βρε Βασίλη!

Πέφτει κάτω, βγάζει την ένεση και δίνει μια στο πόδι, πόνεσε η καρδιά μου. Μετά λιποθύμησε. Άρχισα να χτυπάω το τζάμι, δυνατά, να βγω έξω δεν μπορούσα. Ο Ποιητής περνά τρέχοντας τον δρόμο και σκύβει πάνω του απλώνοντας το χέρι να πιάσει σφυγμό.

-Καλώ ασθενοφόρο! φώναξα, και έκλαιγα ήδη με λυγμούς.

Πέρασαν σαράντα πέντε λεπτά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, αναρωτιόμασταν με τον Ποιητή και άλλους περίεργους περαστικούς αν ζει ο Βασίλης ή δε ζει με αμλετικούς συνειρμούς της αμηχανίας και με τον παλμό του να αχνοακούγεται, ή μήπως δεν ήτανε δικός του και τα είχε χαμένα; Εγώ μέσα στο λαγούμι, δεν μπορούσα να βγω έξω. Είχα γεμίσει την πόρτα ασφαλείας με δάκρυα και μύξες, με δαχτυλιές και αίμα, γιατί άνοιξε η μύτη μου και μέσα στον πανικό πήρα το ρολάκι από την ταμειακή μηχανή και προσπαθούσα με το χαρτί να κάνω το αίμα να σταματήσει. Πάτησα κατά λάθος και δυο φορές το esc και έχασα και μία αίτηση εκχώρησης παρωχημένου χρήματος που κανείς δεν το ήθελε, κανείς δεν το χρειαζόταν, και όλα γι’ αυτό το κωλόχαρτο από υδατογράφημα και νεκρές κεφαλές γίνονταν, γι’ αυτό το άψυχο πράγμα πέθαινε ο Βασίλης μπροστά στην πόρτα μου, και τίποτε δεν μπορούσα να κάνω εγώ, παρά να πάρω επειγόντως ένα losec που είχε γίνει το στομάχι μου σαμπρέλα έκτου μήνα.

Ο Βασίλης σώθηκε. Μια ένεση ήταν αρκετή για να τον συνεφέρει. Η Μάρθα είχε καταφθάσει εντωμεταξύ -δεν ξέρω πώς- και μπήκε μαζί του στο ασθενοφόρο λέγοντας συνέχεια:

-Μαλάκας είσαι, ρε Βασίλη, μαλάκας!

Από την άλλη, εκείνη τη μέρα έκανα το πρώτο και το τελευταίο μου έλλειμμα, αγόρασα φράγκα και τα πέρασα για μάρκα. Ο Φρασνουά που είχε έλθει και την προηγούμενη μέρα, αλλά θα έφευγε την επόμενη για τη Νάντη, έφυγε όλος χαρά και δεν καταλάβαινα γιατί. Εν τέλει, δούλεψα δύο εβδομάδες απλήρωτη για να το ξοφλήσω.

Θ.


Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019

Φίλιος Λόγος



Στον Ρογήρο Δέξτερ


Είναι κάτι άνθρωποι που είναι για σένα.
Τυλιγμένοι με ένα πέπλο σιωπής
Αφουγκράζονται το είναι και το πρέπει σου
Με μιαν υπομονή μυθική
-στάσου, όχι. Δε θα σου το πω με μύθο
μα με την αλήθεια μου-
Με μιαν υπομονή σαν αυτή του αόρατου φίλου
Που έπλασες μικρός
Μια νύχτα όλο μοναξιά και ησυχία
Στρέφοντας το παιχνίδι πάνω στο τραπέζι
Να παίξει στη σειρά του.
Έτσι και εκείνοι
Σαν είναι η προέκταση του χεριού σου,
Του μυαλού σου, της πικρής στιγμής
Και της αμέριστης χαράς σου
Ροβολούν ένα ζευγάρι ζάρια
Κινώντας το πιόνι τους
Νικητές και ηττημένοι,
Με δικαιοσύνη, 
Γιατί έχει κάποια σημασία.
Και όταν τα βράδια είναι πιο ήσυχα από ποτέ
Στήνουν μαζί σου καβγάδες
Για το ποίημα, τη μουσική,
Για την αγάπη και για το τίποτα.
Μα ομολογείς κατάβαθα τη μόνη
Αληθινή σου ανάγκη,
Μαζί τους να φιλιώσεις με μια παρτίδα
Στοιχηματίζοντας στη μεγαλύτερη ζαριά
Να γεράσεις μαζί τους
Παίζοντας ίσως πινάκλ και μπριτζ
Σε έναν εκνευριστικά λευκό οίκο ευγηρίας.

Θ.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

Το ξημέρωμα της θλίψης



Σε έναν άλλο κόσμο ζω τις αλήθειες μου εγώ
Με το φως των αστεριών να προσγειώνεται στα χέρια μου
Που αγγίζουν τα δικά σου
Φτερά κάτω από το δέρμα μου
Μουρμουρίζουν αισθήσεις
Που δεν τις ξανάνιωσα εδώ
Ρίγος και φωτιά τα εναπόθεσα στα χέρια σου
Κι ύστερα με αυτά τα έδεσα να μη φύγεις
Μη χαθείς στο άγραφο και στο ποτέ
Για σένα ταξιδεύω στο σύμπαν με ωτοστόπ
Τις νύχτες που η ζωή μου στάζει ποταμούς υποθέσεων
Ποταμούς ανήμπορων ιστοριών
Πως σε κερδίζω στο αιώνιο
Μα ο ήλιος ξεπλένει τη γεύση σου
Και θεριεύει τις ανόητες αισθήσεις μου
Ώσπου σε καταπίνει το ζηλόφθονο παρόν μου
Στον κόσμο που με γέννησε
Για να αφανίσει την επιθυμία μου


Θ.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Άνοιξη





Σήμερα στις 10 το πρωί έπεσα νεκρή από πήλινη γλάστρα με αλεξανδρινό, απόκτημα των τελευταίων Χριστουγέννων εικάζω, από μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου της πολυκατοικίας στην οδό Ναυπλίου, αριθμός 84. Το αλεξανδρινό ή χριστολούλουδο είναι ένα ανθεκτικό φυτό κατ’ ορισμένες περιπτώσεις, εν γένει χάνει το πολύ το φύλλωμα και μένει με τα χρωματιστά του πέταλα -ολίγον ξεθωριασμένα βέβαια- μπορεί και για τέσσερις, και για οκτώ, για δεκαέξι μήνες. Την ώρα που με χτύπησε δεν κατάλαβα τι με χτύπησε. Αλλά όπως έπεσα στο πεζοδρόμιο, ακριβώς απέναντι από το παλιό χασάπικο του Παναγιώτη, παρόλο που οι κόρες μου στριφογύρισαν από τη ζαλάδα, κατάφεραν να εστιάσουν στη σπασμένη γλάστρα και στο φυτό της γέννησης του Θεανθρώπου. Αμέσως αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο για το λουλούδι της Βηθλεέμ, ενώ κατάλαβα ότι η νοικοκυρά που το αγόρασε έκανε και μεταφύτευση ακριβώς με την προσδοκία να φροντίσει να επιζήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και τα είχε καταφέρει. Ήταν δροσερό, πρασινωπό, τα πέταλα ήταν και μοβ και ελάχιστα κόκκινα. Ευτυχώς δεν έσταξα πολύ αίμα και οι πτώσεις μας κατέληξαν να μας απομακρύνουν ένα ή δύο μέτρα, επομένως δεν μπορώ να πω ότι στραπατσαρίστηκε και πολύ το χριστολούλουδο. Αν κάποιος περνούσε να το πάρει και έκανε μία νέα μεταφύτευση θα το έσωζε, το δίχως άλλο.
Εμένα πάλι καμία μεταφύτευση δε θα μπορούσε να με σώσει. Το ένιωθα πως αυτή δεν ήταν μια απλή ζαλάδα, ότι δηλαδή θα με πάρει ταχέως το ασθενοφόρο, να με εναποθέσει στους ικανούς γιατρούς να σωθώ αποφασίζοντας κατόπιν να πάρω τη ζωή στα χέρια μου λόγω του παρολίγον θανάτου μου. Και τη στιγμή που αποδεχόμουν ότι θα τελειώσω άδοξα που μου ‘ρθε ένας Χριστός στο κεφάλι, ρομφαία προ κρίσης, να με διατάζει εξ αριστερών να κάτσω πριν από τα γεννοφάσκια του θανάτου μου, με θυμήθηκα παιδάκι οκτώ χρονώ, πάλι άνοιξη ήτανε. Είχα ανέβει, λέει, στο ποδήλατο του μεγάλου μου ξαδέρφου, στο χωριό. Και αποφάσισα να το οδηγήσω παρόλο που ήταν μεγάλο και φοβόμουν. Κατευθύνθηκα στο κοτέτσι, δυο μεγάλοι χωματόδρομοι απόσταση, κακοτράχαλοι με χόρτα στη μέση και πέτρες. Στα μισά πέρασα το σπίτι του τρελού, του Λιά του Κοτσαδάμη του κοντού. Με χαιρέτησε με μία πορνοφυλλάδα στο χέρι και με το ξεδοντιάρικο χαμόγελό του φωνάζοντας κάτι ακαταλαβίστικα, ενόσω έτρωγα μυγάκια, αφού είχα πιάσει ταχύτητα καλή.
……………………………………………….
Πάνω στη σκηνή στο φτηνιάρικο θέατρο του δήμου, τοποθετήσαμε τα όργανα, τα αναλόγια και τις παρτιτούρες. Είχα πολύ άγχος. Πάντα είχα άγχος. Έβηχα να καθαρίσω τη φωνή μου, κούρδιζα με ιδρωμένες παλάμες. Εκείνος ανέβηκε στη σκηνή τελευταίος. Δύο πουλάκια ερωτοτροπούσαν στο περβάζι του παραθύρου στο πλάι της αίθουσας. Ευχήθηκα να ήμασταν αυτά. Από κάτω είκοσι, ίσως τριάντα άνθρωποι.
……………………………………………….
Ο μπαμπάς με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του -πώς θα αντέξει το χαμό;. Με κρατούσε σφιχτά και με καθησύχαζε πως η μαμά θα έρθει σύντομα. Και ήρθε. Και μετά ήμουν πολύ χαρούμενη και προκειμένου να αφήσουμε πίσω μας μια κακή μέρα, ο μπαμπάς μου υποσχέθηκε να πάμε το βράδυ σινεμά. Και είδαμε το Άλιεν η Επιστροφή. Δεν κοιμήθηκα για δεκατέσσερις μέρες.
……………………………………………….
Ο άντρας με γύρισε ανάποδα. Του ζήτησα έρωτα με αγάπη, και φιλιά, και μάτια. Με είχε πιάσει η άνοιξη. Δεν μου έδωσε σημασία. Χάιδευε εκστασιασμένος τα γυμνά μου οπίσθια. Κρατούσε τη μέση μου και τη βόλευε όπως εκείνος ήθελε, περπατούσε βαριανασαίνοντας στο σώμα μου, πάνω και κάτω, αναποφάσιστος πώς να μπει. Τελείωσα με την ανάσα του στη ραχοκοκαλιά μου. Έτσι πιάσαμε τη Ρήνη.
……………………………………………….
Καταρρακτώδης βροχή στον έξω κόσμο. Με οργή φεύγει ο Μάρτης. Έτσι έλεγαν οι γιατροί. Δεν ακούγαμε τίποτε μέσα στο λαγούμι. Το δεξί χέρι κρεμόταν σαν χέρι φασουλή, το αριστερό δεμένο και ο ορός συνδεδεμένος. Ένα πλαστικό μαραφέτι μετρούσε τους παλμούς. Τα μάτια μου ανοιχτά τέρμα, πονούσαν σχεδόν, αλλά δεν έδινα σημασία. Δεν ένιωθα τίποτα. Και μου τραβούσαν την κοιλιά και δεν ένιωθα. Ξαφνικά μέσα σε πέντε εκατοστά βολέψανε όπως όπως το μωρό, ανάμεσα στο πρόσωπό μου και στο παραβάν. Το μωρό μου έκλαιγε πολύ, χέρια δεν είχα να το αγκαλιάσω. Μόνο κοιτούσα. Και δεν μπορούσα να αγκαλιάσω το μωρό μου. Δεν μπορούσα.

______________________________________________________

Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Άθλια διαδικασία. Το πτώμα μου το μαζεύει ένα αργοπορημένο ασθενοφόρο. Μετά από δύο μέρες με κηδεύουν. Το αλεξανδρινό το ποδοπατάει ο άντρας, το ξεσκίζει, το βρίζει, το κλαίει. Για πέντε χρόνια δε στολίζει δέντρο στο σπίτι μας, αν και η μικρή το ζητά. Τον έκτο χρόνο ο άντρας ερωτεύεται τη Μαρία Χ. Μαθαίνω πως της κάνει έρωτα με αγάπη, και φιλιά, και μάτια. Και ζηλεύω πολύ.


Θ.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

Ιστορίες του ταμείου (η άφραγκη Γαλλίδα)



Όταν δούλευα σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος, ζούσα επί δέκα ώρες πίσω από διπλό τζάμι και πόρτα ασφαλείας. Οκτώ ώρες η εργασία, μισή ώρα το μέτρημα προετοιμασίας, μιάμιση ώρα το μέτρημα πιθανού ελλείμματος. Οι πελάτες μου ήταν αυτοί που περιφέρονταν σε μία άλλη υποπραγματικότητα, πίσω από το Εθνικό Θέατρο, απέναντι από Τα Κόκκινα Γαρύφαλλα.

Σήμερα θα σας πω την ιστορία της Γαλλίδας που ξέμεινε από λεφτά:
-          -Παρλέ βου φρανσέ;
-         -Νο, ινγκλις πλιζ.
-          -Άι…γοντ του ρισίβ μάνει φρομ μάμα.
-          -Αααα! Γουέστερν Γιούνιον!
-          -Ουί!
-          -Γκιβ μι γιορ κόουντ νάμπερ πλιζ.
-          -ΟK, χάου ματς ις ιτ!
-          -ιτ ις 120 γιούρος.
-          -Μεγντ! ΜΕΓΝΤ! ΜΕΓΝΤ!
-          -Γοτ, καλέ;
-          -Τσεκ ιτ εγκέν πλιζ!
-          -120 γιούρος!
-          -Φακ, Μεγντ! ΜΕΓΝΤ!

Βγάζει αριστερή ελβιέλα, πράσινη με μαύρες λεπτομέρειες, την πετάει στο τζάμι.
-          -Ντου γιου γοντ γιορ μάνει;;;
-          -Ουί, ΜΕΓΝΤ!

Της εγκρίνω 120 γιούρος, ρολάρω την καρτέλα της, είχε και μήνυμα από τη μάμα:
-          -Γιου χαβ ε μεσατζ!φρομ μάμα!
-          -ράιτ ντάουν πλιζ!
Το σημειώνω και το κολλάω στο τζάμι:
-          -Φακ! Φακ! ΜΕΓΝΤ!!
Βγάζει και τη δεξιά ελβιέλα, την πετάει στο τζάμι, βρίζει γαλλικά, δεν καταλαβαίνω τον Χριστό μου, ξέρω ότι βρίζει και εμένα. Μαζεύει τα παπούτσια, τα φοράει, βάζει τα λεφτά στη τσέπη του παντελονιού της, φτύνει το διπλό τζάμι, μου βγάζει τη γλώσσα, γλύφει το τζάμι, φεύγει.


*Μήνυμα της μάμα: Je ne vous enverrai plus d'argent! tu te debrouille toi meme!

Θ.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Ανεπίδοτη και ανέκδοτη (La fanfare de la vie)





Όταν εκείνος παραδέχεται
            ότι ευχαριστήθηκε όπως αν διάβαζε ένα καλό ποίημα
το φεγγάρι στραφταλίζει ολάκερο
            στο πρόσωπό του

Παίρνω με χάρη το αστικό μονοπάτι
            της αποψινής νύχτας
κρατώντας τον ρυθμό με έναν ήχο βροχής
            που ενοχλεί τη θέρμη μου

Καπ – καπ

Αποτυγχάνω προσπαθώντας,
            γεννήθηκα για να προσπορίζω
το πάθος με απόπειρες άφοβου στροβιλισμού
            Δεν αρκεί

Κουράστηκα τώρα, λίγο να ξαποστάσω
            Να, και τούτο το χαρτί
το γέμισα με χάλκινες αφροσύνες
            στο βάθος και ο ασύνετος το στραφτάλισμά του ορέγεται

Θ.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Σαν άδειο σπιτικό



Ριγούν τα μάτια οράματα
Δεν ξέρουν όρκο να δίνουν
Ορίζουν το αύριο και το χθες
Επίμονα σωπαίνοντας δυο ανάσες φιλήματος.
Για δες πώς χάνονται οι ματιές που δεν συναντήθηκαν ποτέ
Ξενίζουν τα λόγια
Ηδονικές λύπες που δίνουνε πνοή και μέθη.
Τίποτε δεν είσαι χωρίς αυτά
Ρημάζεις συθέμελα σαν άδειο σπιτικό
Εκεί που έψαχνες καρέκλα για να κάτσεις
Όμορφη γυναίκα να σε κανακέψει με γλυκό του κουταλιού και χάρη
Ρονρονίζοντας σαν να μην κατάλαβες ποτέ τι κάνει η ελπίδα
Στους μοναχικούς ανθρώπους.

Θ.

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Απελευθέρωση και Σαρκοφάγος (ή αλλιώς έρωτας και α-έρωτας)


Απελευθέρωση

Είσαι το υψηλό ιδανικό μου.
Σε διαβάζω ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
όταν γράφεις τα φτερουγίσματά σου σε επικίνδυνες πτήσεις.
Σε βλέπω στην πέτρα που υψώθηκε εμπρός μου,
μια τελευταία χαμένη φυλή εγώ
με σαΐτες και πελέκεις,
με το αίμα της ύαινας και τον πολτό της βοτάνης
πάνω στα μάγουλα,
να προσκυνώ και να χορεύω πιστή στη θεϊκή θωριά σου.
Το στόμα που μιλά στο μυαλό μου εσύ,
το ορμέμφυτό μου,
ο απαρέγκλιτος φυσικός νόμος,
εκούσια ή ακούσια υποταγή, η φύση όλη.
Και όταν πέφτω λυγισμένη από τη μοναξιά
της μικρής ζωής μου
μεγάλη γεννιέμαι ξανά,
η αμφισβήτησή εσύ, ο Λόγος και η απελευθέρωσή μου.
Από την αρχή μου ως το τέλος οδηγός,
να μάθω να αγαπώ με ελευθερία,
γιατί είσαι το υψηλό ιδανικό μου.

(20/3/19)


Σαρκοφάγος

Είναι και οι μέρες εκείνες που κατά το σύνηθες
η πέτρα κυλά στην κατηφόρα.
Τα μαλλιά σου ένα μάτσο χαμομήλι στη γωνιά του πεζοδρομίου,
μαρασμός που τρώει το χώμα.
Τα μάτια σου σπινθηρίζουν την ίδια ρίμα -όπως χθες-
τα χείλη σου προφέρουν τη λέξη
από την αόρατη υποχρέωση που εκβιάζουν τα δικά μου.
Τα χέρια σου όλο ρόζοι και κόμποι,
μαρτυρούν πως σήμερα δεν αγκάλιασες υγρούς παραδείσους,
εύηχους καταρράκτες και ευσχήμονες στις νεραϊδοσπηλιές του κόσμου.
Είναι και οι μέρες εκείνες
που η όψη σου προβάλλει σαν μέσα από αρχαία σαρκοφάγο
και πρέπει εγώ να σε ραντίσω με αρώματα και σκόνες μαγικές,
για να σε κάμω ένα έκθεμα της προκοπής.

(21/3/19)

Θ.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Κεφαλόδεσμος


Στην πίσω αυλή
δεν σαλεύει άνθρωπος όταν πέφτει η νύχτα.
Μόνο τα ρούχα κρέμονται θλιβερά
παραδομένα σώματα,
ψυχές που πληρώνουν με το τίμημα της πλήξης
την άδεια ζωή τους.
Στην πίσω αυλή
νιαουρίζει ένας γάτος χοντρός
με γκρίζο τρίχωμα και ύφος πείνας,
κουλουριάζεται στα πόδια μου
και με παρακαλεί να τον προσέξω.
Όμως εγώ δεν δίνω σημασία,
κοιτώ τον ουρανό και παραδίνομαι
στο ταξίδι της γης που πατώ κάτω από τα αστέρια.
Παρακαλώ το ίδιο να κάνεις,
γιατί μία αόρατη κλωστή μας δένει,
σπλάχνο με σπλάχνο,
ναυτία υπαρξιακή που γυρεύει εκπλήρωση
στο ανεκπλήρωτό μας.
Στην πίσω αυλή
σιγοτραγουδώ τον Μενούση
εξαφανίζοντας δάκρυα και βρομιά
με μια ξεφτισμένη ψάθινη σκούπα.
Οι ψυχές επιτέλους διασκεδάζουν,
ο γάτος μου ζητά ψαροκόκαλο.

Θ.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Φρίντα


Τη μέρα που έκλαψε περισσότερο
η γυναίκα
έβρεχε χρόνια και εφιάλτες
στην πλαγιά που συνήθως κοιμούνται τα μάτια της.

Από πνίγος κόβεται ο αέρας
και εκείνη πιάνει τα σπλάχνα της,
το σώμα ροή συνείδησης, το πνεύμα δουλωμένο
στην οριστική έγκλιση του εγκλεισμού.

Κερί αναμμένο, πρόσωπο που φλογίζει,
σκύβει και της φιλά τα χέρια
που κατασπαράζονται από δυο
λυπημένα περιστέρια.
Γερνούν και πεθαίνουν μαζί,
τα δάχτυλα κόβουν καμιά φορά τον ξένο αέρα.

Ο απόηχος πιο ισχυρός
ταξιδεύει στα διάσελα των κρανίου τόπων
και η αρμύρα των δακρύων κοκκινίζει,
κούφια τα σπλάχνα, χωρίς ζωή.
Τη μέρα που έκλαψε περισσότερο
η γυναίκα
τη μέρα εκείνη πέθανε από ακατάσχετα αιμορραγικό μάτι.




Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Ιστορίες του ταμείου (Ο ποιητής)


Όταν δούλευα σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος, ζούσα επί δέκα ώρες πίσω από διπλό τζάμι και πόρτα ασφαλείας. Οκτώ ώρες η εργασία, μισή ώρα το μέτρημα προετοιμασίας, μιάμιση ώρα το μέτρημα πιθανού ελλείμματος. Οι πελάτες μου ήταν αυτοί που περιφέρονταν σε μία άλλη (υπο)πραγματικότητα, πίσω από το Εθνικό Θέατρο, απέναντι από Τα Κόκκινα Γαρύφαλλα.

Ο ποιητής σέρβιρε καθημερινά στα Κόκκινα Γαρύφαλλα. Είχε ένα πρόσωπο ωοειδές λευκό, τα μαλλιά του σκούρα καστανά, αδύνατο πλάσμα με σκισμένα τζιν και άσπρο t-shirt, τυπάκος, ήταν δηλαδή σαν κάτι σύγχρονα παιδαρέλια που έχουν ομορφιά και ελάχιστο ταλέντο, και είναι και πολυπράγμονες, που κάνουν μουσική, θέατρο, αθλητισμό, έχουν δει όλα τα ντοκιμαντέρ που δεν έχεις δει, βγαίνουν, πηγαίνουν σινεμά, φουμάρουν μπάφο βορείων προαστίων, και φυσικά διαβάζουν ποίηση και γράφουν ποίηση. Εκείνου βέβαια η ζωή δεν είχε καμία σχέση με τις ανωτέρω ασχολίες (αφού σέρβιρε στα Κόκκινα Γαρύφαλλα), είχε μόνο το παρουσιαστικό και την ποίηση. Όσο για το ταλέντο, επρόκειτο σύντομα να το ανακαλύψω.

Μια μέρα, λοιπόν, μου φέρνει τον καθιερωμένο καφέ και με βρίσκει να διαβάζω τη βιογραφία του Βιζυηνού.
-Σου αρέσει το διάβασμα;
-Ναι.
-Και μένα. Διαβάζω πολλή ποίηση. Πού να τον αφήσω;
-Αγαπημένος ποιητής; Εδώ, εδώ.
-Λειβαδίτης, μου λέει.
-Την περίμενα, νομίζω, αυτή την απάντηση.

Ξαφνικά, έρχεται ο νταβατζής του μπουρδέλου της Σατωβριάνδου και Γ’ Σεπτεμβρίου:
-200 δολάρια.
-Ορίστε.
-Μιλάς με τον ποιητή μας;
- (Έχω μείνει λίγο) Ε ναι.
-(Στον ποιητή) Γράφεις;
-Γράφω.
-Και που το ξέρει αυτός;
Πετάγεται ο νταβατζής:
-Όταν έρχεται να γαμήσει, στο τέλος δίνει και ένα ποίημα στα κορίτσια. Δικό του! Το γράφει μετά, αφού…ξέρεις. Τα κορίτσια τα έχουν κάνει συλλογή, και τα έχουν κολλήσει όλα κάτω στο ψυγείο. Τα κάνουμε και χάζι, πάμε να πάρουμε ένα ποτήρι νερό, μια μπύρα και τα διαβάζουμε κιόλας! Ξέρεις τώρα, απαγγελία! Μια φορά, η Μάρσα, η πιο καλή μας πουτάνα, πήρε ένα και το διάβαζε την ώρα που την έπαιρνε ο Αχμάντ ο Τρύπας, ξέρεις που έρχεται εδώ και αλλάζει μάρκα;
-Ναι τον ξέρω…
-Και το φώναζε και ακουγόταν σε όλα τα δωμάτια…Πολύ γέλιο ε; Δεν νομίζω να σε πειράζει ποιητή μου;
-Καθόλου, τα ποιήματά μου είναι χαρισμένα απλόχερα στα κορίτσια σου.
-Βρε παιδιά, έχω περιέργεια. Δεν μου δίνεις ένα-δύο βρε ποιητή να διαβάσω;
-Ευχαρίστως! Τρέχω να σου φέρω!

Και ο ποιητής δεν γύρισε ποτέ. Πλάκωσε δουλειά, λέει. Και την άλλη μέρα, τα ίδια. Όλο στο τρέξιμο. Τον έβλεπα από το διπλό τζάμι που διέσχιζε το δρόμο με τον δίσκο του καφενέ στο χέρι, του έκανα νόημα, αλλά τίποτε. Και πέρασαν μέρες πολλές και βαρέθηκα να περιμένω. Και δεν του ξαναείπα τίποτε, γιατί κατάλαβα ότι δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί μου τα ποιήματά του, ίσως γιατί δεν δούλευα σε μπουρδέλο. Δεν ξέρω, δεν χολόσκασα κιόλας. Πάντως συνεχίσαμε τις ζωές μας όλοι κανονικά σαν να μην είχαμε αναφερθεί ποτέ στην ποίηση.

Ένα πρωί ήρθε η Μάρσα. Η Μάρσα ερχόταν μία φορά τη βδομάδα. Είχε έναν γιο στη Ρωσία και του έστελνε χρήματα. Ερχόταν πάντα με ένα τριαντάφυλλο, γιατί ήταν ερωτευμένη μαζί μου (αυτή όμως είναι άλλη ιστορία). Εκείνο το πρωινό μου έδωσε και ένα χαρτί να διαβάσω:

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

-Εί-ναι του ποιη-τή μας, μου το κάρισε χτες. Αυ-τός μας -πως το λέτε;- μας σέ-βεται. Και γκράφει τόσο ωραίγια! Τέτοιους πελά-τες τέλουμε, να το ξέ-ρεις!
-Ναι γράφει πολύ ωραία, απάντησα.

Και έτσι κυλούσε η ζωή μας στον υπόκοσμο. Πόρνες, νταβατζήδες, δολάρια και μάρκα, και ένα παλικάρι που ξεπατίκωνε τον Λειβαδίτη κάνοντας ευτυχισμένες τις πονεμένες ψυχές.

Θ.





Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Στο διάολο και η φιλοσοφία


Πάνω στον άξονα  βαδίζω
δοκιμάζοντας τις αμέτρητες επιλογές μου.
Με τους μικροπωλητές που συναντώ παζαρεύω
υφάσματα, κασμίρια, μεταξωτές κλωστές και χρυσοποίκιλτα ιμάτια.
Δεν τα περιφρονώ, τα ορέγομαι καθώς σφυροκοπούν
την περιφερική μου όραση.
Το δίκιο με φθονεί, το άδικο με συγχωράει.
Το πρώτο μια κουκίδα χαμένη στο άπειρο,
το δεύτερο διασκορπίζει τη ψυχή μου εδώ κι εκεί.
Και έτσι είναι στ’ αλήθεια εδώ η ζωή,
άλλοτε πολύ, άλλοτε περισσότερο,
άλλοτε λίγο και άλλοτε λιγότερο.
Μια φορά από τύχη καθαρή
πάτησα γερά το σημείο,
με τα καινούργια μου σπορτέξ.
Και το ΄νιωσα τόσο που μου βγήκε φωνή 140 dB·

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΝΗΚΟΥΣΤΟ ΠΕΡΑΣ
ΔΙΥΛΙΣΑ ΤΗΝ ΑΦΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΠΟΥ  -ΣΟΥ ΕΙΠΑ-  ΜΕ ΦΘΟΝΕΙ,
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟ,
ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΝ,
Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΜΟΥ ΤΕΛΜΑ.

Στο διάολο και η φιλοσοφία.

Θ.



Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Μαρία


Κρατώ μέσα στα χέρια μου τ' αδύνατο σου πρόσωπο
μια σελίδα ζωγραφιά των Γραφών,
τα μάτια που με κοιτούν
τώρα δα
που κάνω την πιο πολύτιμη σκέψη μου για σένα·
το κούτσουρο σιγοκαίει μισό,
τα χείλη σου ίσα που ανοιγοκλείνουν,
μια μουσική πρελούδιο ντροπής ακολουθεί τα δάχτυλά σου
που σφίγγουν με ανάσες την ψυχή μου.
Θεριεύει η νύχτα την ανάγκη,
ζηλεύει η εκπλήρωση την αγάπη
και εγώ στη μέση ομολογώ
πως μοιάζεις σαν θεός που διαφεντεύει το σύμπαν μου.
………………..
Ένα προς ένα τα σημάδια σου
χαράχτηκαν στον πόθο μου ανεξίτηλα,
κι είσαι ολότελα δικός μου.
Είσαι το σπίτι που ανοίγω το καλοκαίρι για διακοπές,
το λουλούδι ανάμεσα στα στήθη μου,
ο δρόμος που διαλέγω μονότονα να περπατώ,
είσαι το σύμπαν με τα μικρά αστεράκια τη μέρα που θα πεθάνω,
ο ήλιος που με τύφλωσε σε έκλειψη ολική.
Είσαι η αρχή το τέλος και το αιώνιο,
το κορμί που θα θάψουν με ευλάβεια πάνω από το δικό μου
γιατί πρώτο στη σειρά
δεν θ’ αντέξω να σε χάσω.

Θ.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Αυτοτύφλωση



Το γοργό βήμα στράφηκε προς τον λόφο.
Χαλίκια και χώμα
στα ημίγυμνα πόδια και ο χτύπος
στον ρυθμό που χάραξε
η μοίρα
μιας ανήθικης βακτηρίας·
επινόηση στο τρίστρατο της συνάντησης.
Ανηφορίζει καθημερινά,
σηκώνοντας τον άδειο αμφορέα
ένας δωρεάν αχθοφόρος
για τον θλιμμένο σκύλο που συχνάζει
στο πέτρινο θέατρο
των ξεπεσμένων ηθοποιών.
Κάποτε θα έρθουν
μουσικάντηδες από το νησί,
να τραγουδήσουν με τον ήχο της λύρας
αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν
και το σημάδι της ανήθικης βακτηρίας
θα τρυπήσει με οργή το χώμα,
θα χτυπήσει τους κάδους ανακύκλωσης,
θα ξεριζώσει τις ρίζες των αγκαθωτών θάμνων
θα στυλώσει τον χρόνο
πάνω στην άδικη τιμωρία
και δεν θα μπορεί καν να αναφωνήσει την ανάγκη της μάνας.
Αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν,
το γοργό βήμα που δεν σκοντάφτει ποτέ
κι ας είναι βυθισμένο στο σκοτάδι,
έστριψε στο παλιό ωδείο,
συνάντησε τον νεκρό κιθαριστή,
αντάλλαξαν καληνύχτες
και γύρισαν μέσα στη γη.
Ν’ αποκοιμηθούν ακάθαρτοι αυτοί για χάρη σου.

Θ.

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Στον Λεοπόλδο Μπλουμ



Στα μαύρα θρηνώ με όψη ωχρή.
Τα δάκρυα μετρά το παπαδαριό με ευχές
και λιβανίσματα,
σκαρφίζεται αποποίηση ευθυνών,
ό,τι έχω ευχαρίστηση
να δώσω
μόλις αποκάμω από το θρήνο και πετάξω
τον μαύρο μανδύα αποχωρώντας γυμνή
ανάμεσα στα μνήματα,
όπως με έφερε η μάνα μου στο φως.
Κάνει μια ζέστη αφόρητη
εδώ στα στενά μονοπάτια των σκουληκιάρηκων κρεβατιών τους,
και είναι έτσι όλο ζωντάνια η όψη του Λεοπόλδου
που αποποιείται ευθύνες άλλες
-σώμα αχόρταγο η αποθέωση της φύσης-
βλέπω στα μάτια του
το διάβα που συναντηθήκαμε,
πως η γύμνια καλύφθηκε από ένα λευκό τοπ
και μια φούστα κλος,
πως εκείνος μετρούσε τις πτυχώσεις λίγο πριν
τις φανταστεί να μπερδεύονται σηκωμένες
στον αέρα.

Θ.


Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Έχε το νου σου στο παιδί [Βόλτα στο πάρκο, μιαν Άνοιξη και κάτι]


Από το χέρι μου κρατώ το τρυφερό σου χέρι,
Άνοιξη σκορπά στο διάβα μας
και σου γεννά απορίες
…………………..
Πώς τρέχει γοργά το σύννεφο
και η στρατιά από κάμπιες,
πώς χάνεται ο ήλιος
πώς γυρνά
απ’ το ένα λεπτό στο άλλο
και πώς το λένε το δέντρο το ψηλό
που στέκει αγέρωχο στα δυτικά του κήπου.
……………………
Και μια κρυφή, βουβή και αλαφιασμένη σκέψη
που τυραννάει τη στιγμή που η φύση οργιάζει
πως ό,τι μένει λαχταρώ,
ν’ αγκιστρωθώ στον σπόρο της παπαρούνας
και στο γλυκό του κουταλιού που φίλεψε η γιαγιά μου,
φωλιάζει γύρω απ’ το ολόϊσιο θλιμμένο κυπαρίσσι
να μου χρωστάει την πνοή σε αιωνία μνήμη.

Μα για δες,
πόθος μου είναι να αφανιστώ
στο πιο σκληρό μου τέρμα,
που δεν ορίζεται ούτε απ’ το ελάχιστο κύτταρο
της εφήμερης ζωής μου,
πριν σε λυγίσει στην καρδιά
η ίδια κρυφή, βουβή και αλαφιασμένη σκέψη.
Και έτσι πορεύομαι
προσηνής στην αναπόδραστη μοίρα,
να ‘ναι μόνο καλά,
να σφίγγει και να χαιρετά
το τρυφερό σου χέρι.

Θ.