Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

[Παραδοσιακό]


Τότε που ανέβηκα σε ένα ψηλό βάθρο
να τραγουδήσω με φωνή καμπάνα
μα ένα μικρό
μα ένα μικρό κλεφτόπουλο,
δεν αναρωτήθηκα
πόσο κοστίζει το θάρρος
ούτε το ζύγισα με τ’ άγουρα τα νιάτα.
Και όταν κατέβηκα από το βάθρο
ήταν ήδη αργά να μαθητεύσω.
Μέσα από ξερόχορτα και
τσουκνίδες που μου φάγαν τα πόδια
έφτασα στα μισά,
τις κλάδες τις ξερές μπροστά μου θέριζε
πότε ο Θεός
πότε ο Διάβολος,
και εγώ βυθίστηκα λουφάζοντας
σε παλτό δυο νούμερα μεγαλύτερο.
Μα εδώ μυρίζει χτικιό και πουρνάρι ξερό
λίγο πριν την πτώση
και είναι τόσο, μα τόσο βαθύς ο καημός για περίσσεια αντοχή.
Ξάφνου,
αβάσταχτος πόνος στην κεφαλή
δυο ξεπηδούν από μέσα
δυο περιστέρες λευκές
σαν το μπαμπάκι της Κωπαΐδας,
ζέστα, ήλιο και τροφή να μαζέψω στο δισάκι μου
και από τον ξαφνικό μου κόπο ζεστάθηκα
και πέταξα το πανωφόρι,
άπλωσα μόνη να ανοίξω τον δρόμο.
Κι αν δεν τρώγω,
αν δεν τραγουδώ πια στα ψηλά τα βάθρα
πιάνω το όπλο και το φυλάω στο βρακί μου
να σκοτώσω τον λύκο, τον κλέφτη και τον μάγο,
τον Ποιμένα που με γέλασε πως ήταν καλός.
Δεν το ‘χω σε τίποτα
να σκοτωθώ
για να οδηγήσω με ασφάλεια
τις περιστέρες μου
στη φωλιά που έχτισα
με ξέφωτα που ατένισα στο διάβα της ζωής μου.

Θ.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Εαρινός ύμνος, Καισαριανή 1999


Έαρ μεγάλο, έαρ των λιβαδιών,
έαρ που συντρίβεις τη μαλακιά γαστέρα
κάτω από δωρεά αρωμάτων,
ερωτοτροπία πλασμάτων ακίβωτων
που αλωνίζουν αμέριμνα πριν τον κατακλυσμό.
Εσύ που κινείσαι με γλυκεία ορμή
στο διάβα των βιαστικών γυναικών
που στέκονται, μια στιγμή-
να σε μυρίσουν, μόλο που
μάταια αποπειρώνται να ξαναπιάσουν τον ρυθμό
απ’ τη δροσοσταγή τους μέθη.
Εσύ που ανομολόγητα
φυτεύεις στα αντρικά χείλη
ίντσα και γιασεμιά
φουσκώνοντας με λίπος ηδονής το φιλί τους,
που το εκπληρώνουν με όνειρα της αυγής
μες την εσπέρα,
ακολουθώντας τους παρθένους ποδόγυρους
του Επιταφίου
όταν με το λεπτό τους χέρι
πλέκουν γαρύφαλλα και αμαρτίες.
Εσύ που όλους τους
συνέτριψες,
να υπακούει η ψυχή το σώμα
και να ευφραίνεται
παραδομένη στη φλογερή επιθυμία,
και εγώ από όλους η πιο ατυχής
να μετρώ τις λευκές σου νιφάδες
και να κοιμούμαι ολημερίς
από κάποια άγνωστη κορτικοειδή ουσία.

Θ.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

[Στο μετρό]



Βουίζει ο συρμός αφόρητα,
τα παράθυρα ανοιχτά,
στη φούντωση του λυπημένου στέρνου
των ακρωτηριασμένων δακτύλων που εφίδρωσαν
γράφοντας
κάτω από τα ταξιδιάρικα φώτα.
Τίποτε δεν είναι αληθινό εδώ,
κι από την πολλή ψευτιά
παγιδεύτηκαν τα βλέμματα,
ο ένας τον άλλον κοιτά δήθεν αδιάφορα
μα με όλο το ενδιαφέρον στραμμένο
πάνω σου,
πάνω μου.
Αν κάνεις στροφή, ‘μπράβο’ θα φωνάξουν
‘ωραίο το νέο σου παλτό’,
ωραία η περιβολή της μικρής σου ζωής.
Μη νομίζεις πως η προσοχή
που σου δείχνουν έχει κάποια σημασία.
Γιατί όταν φτάσεις στον προορισμό σου
τα βλέμματα θα ξεχάσουν
τι φόρεσες, τι είπες, τι φοβήθηκες.
Aπέναντί μου κρατάς νάιλον σακούλα
και ένα τεράστιο πακέτο,
δώρο μεγάλο που περίμενες
μιαν ολόκληρη ζωή να τ’ αποκτήσεις,
μα μεταξύ Μελίνας και Φιξ
σταμάτησες να το σκέφτεσαι
και η περιέργεια σε κινεί
να δεις τι γράφω.
Αχ και να ήμουν χειμωνιάτικη λιακάδα,
δέντρα, σπίτια και αυλές,
το πάρκο και ο σκύλος που τρέχει,
τα μαγαζιά, τα φώτα, ο αέρας,
η αφίσα της ταινίας σήμερα
στον κινηματογράφο της γειτονιάς,
ας ήμουν ό,τι βλέπεις στο κενό,
δεν το αντέχω να θωρούμε ο ένας τον άλλον αλύπητα
από ανία ή ελλείψει επιλογών,
στον ήλιο θα λάμψουμε,
με βλέμματα τυχαία ή καμωμένα από καρδιά.
Έλα μαζί μου, να ανεβούμε στη γη,
να πάμε στη θάλασσα,
να μου μιλήσεις για το δώρο που περίμενες μια ζωή.

Θ.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

«Ψώνισα στα παλιατζίδικα Υψικάμινο που μου έκαψε το χνώτο»


Στη μέγκενη που συνθλίβει τη δράση, άγχος τον κατέβαλε για την έμφυτη -κατά τα γονεϊκά λεγόμενα- αδράνεια. Γιατί, οτιδήποτε ξεκινά το αφήνει ατελείωτο. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτό;

Με τη μαύρη καπαρντίνα και το γκρίζο καβουράκι, απόκτημα ενός ανόητου περιπάτου στην Αβησσυνίας με τα παλιατζίδικα, πέρασε μέσα από βρώμικα χέρια, φτωχές περιβολές, ξεδοντιάρικα χαμόγελα. Μισούσε τη βρόμα. Δεν ήθελε κανείς να τον αγγίζει. Περισσότερο από φόβο μην καταντήσει έτσι.

«Ανακατεύομαι, ίλιγγος! Το στομάχι μου, τα πόδια και τα χέρια μου μουδιάζουν, το κεφάλι μου. Το ανάθεμα της μάνας που εξιλεώνει τη θλίψη της πάνω στο σπλάχνο της. Να γιατί είμαι αυτός που είμαι. Γιατί δε θυμάται η μάνα το μωρό της. Δεν θυμάται τις αγκαλιές πάνω στη ζαρωμένη θηλή της, λίγο μετά το πολύωρο πιπίλισμα. Πόθος και πνίγος. Σταμάτα επιτέλους! Και μετά άδειασαν οι παιδικές ημέρες με πρόσημα χρόνου, με εκθέτες χρόνου, στην πλάτη μου, στα γόνατα, στα χείλια που γλείφουν επεξεργασμένο λίπος σε κονσέρβα. Καρκίνος. Δύο, τρεις, έξι μήνες. Είμαι τόσο κακός που μόνο χείριστος μπορώ να γίνω στην όψη του τέλους. Θα είμαι κάτι σαν αόρατος άνθρωπος που στέκει διαπράττοντας ατιμώρητος το άδικο».

«Παρασκευή πρωί. Προβλέπεται να μεσημεριάσει. Προβλέπεται να συμβεί και η νύχτα -ποιο βιβλίο θέλεις;- μια υψικάμινο να μου κάψει το χνώτο, να αφεθώ στη δύναμη της πέτρας που κατρακυλά στην κατηφόρα της γέρικης βελανιδιάς. Να προσγειωθώ στα πορνοπεριοδικά που πέταξε περαστικός ο τρελός του χωριού. Να δω με τα μάτια μου τι κάνει η θλίψη στ’ ακροδάχτυλα που ζαρώνουν μόνα στο κρύο λουτρό της Παρασκευής. Δεν είμαι εγώ αυτός που βλέπει. Είμαι ο περαστικός. Ο τρελός. Μη λυπάσαι. Να χαίρεσαι που διαπίστωσες την αρρώστια που εμποτίζει τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Άνθρωποι σαν εμένα ζουν μόνοι, ερωτεύονται χωρίς ανταπόκριση, κρατούν από το χέρι τα αόρατα παιδιά τους και σταματούν να αναπνέουν σε εκείνο το κρύο λουτρό, από τον κάματο της τελευταίας τους μέρας. Μη λυπάσαι».

«Ξεχύθηκα με το βιβλίο ανά χείρας ανάμεσα στις αρχαίες πέτρες. Βάδιζα με μία κάποια κουλτούρα. Νομίζω πως διάβασα αρκετά ποιήματα. Τίποτε δεν κατάλαβα. Ένιωσα μια σιγουριά όμως κάτω από τον αφαλό μου που κουβαλάει ακόμη μνήμες λώρου πασχίζοντας να κρατηθεί στη ζωή λίγο πριν πεθάνει: σάβανα από πέτρες λευκές και μαύρες της νησιωτικής ακτής, πάνω στα φρύδια της γυναίκας που μου χαμογέλασε  με το στήθος προτεταμένο στον ερχομό του ηλεκτρικού συρμού, υγρασία, νοτισμένα φιλιά του παραδείσου που κρέμονται απελπισμένα από το ανεκπλήρωτο, ένας άστεγος που μου ζητά να τον λυπηθώ μα πιο πολύ λυπάμαι τον εαυτό μου, επιτάχυνση και ορμή στο άγνωστο μα συνάμα οικείο, η φωτιά της επιθυμίας είναι το παρελθόν μιας δύναμης που κρύβω, κάτι σαν ζωή μέσα μου, με κυνηγά ο άστεγος με το χέρι προτεταμένο, δεν σταματώ να τρέχω, χάχανα παιδικά από γλυκό του κουταλιού και από χριστιανική παραφίνη τυραννούν τα ρουθούνια μου, δεν σταματώ, η αυλή με τους καλλιτέχνες είναι μια αρένα με καρφωμένα ζώα που αιματοκυλούν στον καμβά της ανταπόκρισης, γι’ αυτήν πασχίζω και εγώ. Και τότε ο νους μου γύρισε. Σαν να με χτύπησε κάτι δυνατό, ρεύμα, λεωφορείο ή τρένο! Μα πίσω μου τρέχει η ανταπόκριση, κουρελής αδερφός με τον ίδιο πόνο της ύπαρξης. Στέκομαι και χαρίζω: καπαρντίνες, καβουράκια, παντελόνια, βρακιά, εντόσθια, καρδιά και αίμα. Σταμάτησε να με κυνηγά. Το βλέμμα του μια αίσθηση απρόσμενου πλούτου. Και εγώ απόμεινα ένας σκελετός -πιο γεμάτος από ποτέ- πάνω στον στύλο μιας δεσποινίδος Μαργαρίτας, να χορεύω ευτυχισμένος. Ας κλαίει η παρτενέρ μου, στο τέλος θα της σκουπίσω τα δάκρυα και θα την οδηγήσω στο εντός του μέλλοντός μας».

Και έζησε πια άνθρωπος, από το μείον στο ολίγον, μα ευτυχής για τη φύση του, που ενατένιζε το μέλλον του προορισμού του.

Θ.

Διαβάζοντας την Υψικάμινο του Α. Εμπειρίκου

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Μερκούτιος


Από τις πιο σπουδαίες και ωραίες ιστορίες
τους έρωτες μετρώ στα μάτια σου
και, αλίμονο, δε φτάνουν.
Και από τους ρόλους της σκηνής 
σαν διάλεξες
τον Μερκούτιο να παίξεις,
ακόμη και στη φαντασία την α-νόητη
στοιχημάτισα και έχασα
την καρδιά σου,
-η μοίρα της πένας όρισε πιο πολλά απ’ όσα ορίζει ο Θεός ο μέγας-
ένα πέρασμά σου στη γη,
με φίλιον αγάπη,
πιο σύντομο και απ’ τη ζωή της γλαύκας πεταλούδας.
Μα να ξέρεις, αγαπημένε μου,
πως μια ψυχή ασχεδίαστη, άγραφη
θρηνεί τον Μερκούτιό της απ’ αγάπη,
στην εγκιβωτισμένη και άγνωστη ιστορία
που έπλασα διαβάζοντας
για έναν έρωτα που εκπληρώθηκε
σε αφήγημα θανάτου.

Θ.

Στον Ν.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

Ο περίπατος

              Platonic Love by Hannah Hoch
Γλυκολυπούμενη η τύχη με θωρεί
όταν παιδί προχωρώ
ψηλαφίζοντας το θάρρος
στ’ ανθισμένα του κάμπου λιβάδια.
Στα λιβάδια που στροβιλίζομαι
και κατρακυλώ,
χτυπώ και σκοντάφτω
γυρεύοντας
ελπίδες εκπλήρωσης,
ελπίδες ματαίωσης να διευθετήσω.
Γυναίκα πετώ το δριμόνι στα
κίτρινα λουλούδια της τύχης,
στα ρόδα των ανέμων,
που μαδιούνται και σκορπίζουν στο χώμα.
Κι όμως, αν δε φοβάμαι πια,
στρέφω το βλέμμα μου μακριά
στις αλέες με τις λεύκες,
νοσταλγώντας την απραγματοποίητη εκδοχή μας,
καλέ μου,
<αφού δε σμίξαμε ποτέ κάτω από
τον ροδοστρόβιλο αγέρα>
μα οσφραίνομαι στη μυροφόρα πλάση
την ένωσή μας,
την από δάκρυ και προσμονή καμωμένη.

Θ.
(Διαβάζοντας Γ. Σεφέρη)

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Από τη Δάφνη στην Εδέμ

Adam and Eve (1909) by Edvard Munch

Το φίδι που σερνόταν κάτω από τη φούστα μου σταμάτησε να μ’ ακολουθεί  στην πλατεία με τα 24ωρα πατσατζίδικα στη Δάφνη. Το είδα κάπως πεινασμένο και χολωμένο απ’ το κατόπι, και αποφάσισε πως φαγητό και ποτό ήταν προτεραιότητες ζωτικής σημασίας πριν από τη δράση.

Και αφού ντερλίκωσε ποδαράκι και ήπιε δύο μπίρες λάγκερ ξανθές, αποθήκευσε ενέργεια και μ’ έφτασε καθώς περπατούσα έξω από τον Άη Γιάννη, εκεί μπροστά τίναξε τη φούστα μου, μπουρδουκλώθηκε στα πόδια μου και μ’ έσπρωξε πάνω σε μια νεραντζιά. Μου ζήτησε να γευτώ τον καρπό της για ν’ αποκτήσω τη γνώση του καλού και του κακού και εγώ αρνήθηκα γιατί τα νεράντζια είναι θεόπικρα και μόνο πετιμέζι στο βραστό νερό τα τρώγεις. Το ντερλικωμένο φίδι ρεύτηκε και μου ζήτησε τώρα επιτακτικά να το υπακούσω. Και άλλο δεν είχα να κάμω παρά να ακολουθήσω μήπως και ξεφορτωθώ τούτο το άθλιο ερπετό που σερνόταν ξοπίσω μου. Κατά κάποιον τρόπο το αποφάσισα.

Μεμιάς εμφανίστηκε εμπρός μου ο άντρας που είχε γεννηθεί από την αριστερή μου θηλή  και με παρότρυνε και εκείνος, πως είχε γνώση της ανείπωτης δύναμής του, να το γευτούμε μαζί. Οι δυο μας πέσαμε κάτω από την πικρή λιγωμάρα, μα σαν συνήλθαμε εκκλησιά δεν υπήρχε, ούτε δρόμος, ούτε αυτοκίνητα, ούτε πόλη, μόνο ένα δάσος γεμάτο ήχους κελαρυστούς από τρεχούμενο νερό και φλύαρα πουλάκια.

Μια φωνή ακούστηκε ντροπαλή ζητώντας ταπεινή συγγνώμη για την άδικη εξορία μας, γιατί σαν ερπετό δυο φορές εμφανίστηκε, αλλά τούτη ήταν η επιφάνειά του και πώς όλες του κόσμου οι δοκιμές θα μας βγάζουν πάντα ηττημένους. Μα είναι πραγματικά δύσκολο για τον παντοδύναμο να μην διαπιστώνει αυτό που ήδη γνωρίζει για τον αδύναμο, καθώς τα παιχνίδια είναι αναγκαία στο μοναχικό του σύμπαν. Τον συγχωρέσαμε γιατί ήταν και ωραία μακριά από τη βαβούρα της πόλης. Για κάποιο περίεργο λόγο αποδυθήκαμε το ελάχιστο κομμάτι υφάσματος που κάλυπτε τα κορμιά μας. Τρέξαμε μετά να βρούμε το νερό που βούιζε στ’ αυτιά μας, και δεν με κυνηγούσε πια το φίδι, μα κυνηγούσα εγώ το γέννημα της θηλής μου, όπως τότε που με έκανε να λιμπιστώ το μήλο.

Ματαιότης· στην πόλη το 'βρισκα σε αφθονία. Στάρκιν 1,79 το κιλό.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Στο τέλος


Στον κάμπο τον χρυσό της Κωπαΐδας
τα καλοκαίρια τα ζεστά της άγριας νιότης
ακολουθούν μαύρα τα μάτια φαντασίας
στων παιδικών ονείρων της θυσίας
στα τρένα φίδια της γραμμής της πρώτης.

Στην πέτρινη τη γούρνα πέσαν μέσα
όλο με χάχανα, χαρές που θησαυρίζουν
το παρελθόν χωρίς αυλάκι πίκρα
με άγνοια στου μέλλοντος τη μοίρα,
δεν κλάψανε στο νου τους, παιδιαρίζουν.

Η δίψα της αγάπης καμωμένη
από γλυκό κεράσι, ζάχαρη και μέντα
φωλιάσανε τα χείλια στην κουβέντα
αδιάφορα στο άγαλμα που στέκει
το πένθος και ριζώνει μέρα νύχτα.

Ανθός ψηλός σαν την αυγή ωραίος
μοιάζει του πόνου του γλυκού στο στήθος
πέταξε, έφυγε μακριά σαν μύθος
της μάνας το σκασμένο χείλι δέος
τη λύτρωση δεν χάρισε ο κήπος.

Στον κήπο αυτό να τρέχει η ψυχή μου
που δεν την κιότεψε η μάνα που πενθεί,
στην πέτρινη τη γούρνα η ευχή
που στροβιλίζει στης μνήμης τη στροφή μου
στη χαρμολύπη ξανά ας βυθιστεί.

Κλείνω τα μάτια στον ήχο της σιωπής,
αργοπεθαίνω με εικόνες σημασίας,
ας γεύτηκα το σύκο της πικρής
ζωής· στης χωματένιας διαδρομής
τον κάμπο τον χρυσό της Κωπαΐδας.

Θ.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Το πρόσωπό σου τόμος από άνθη στο στήθος μου και αποκοιμήθηκα


Δες με
που επιθυμώ το τυραννικό κάλεσμα
της θεϊκής μορφής σου,
άπαντα τα έργα σου αναζητώ
κλεισμένα ανάμεσα στα στήθη,
να μου τα καις με το αναμμένο σου τσιγάρο,
δυο ρουφηξιές και φιλιά από άνθη μέσα στην καρδιά μου.
Την καρδιά που αλάφρυνες
από τις ενοχές της απείθαρχης πίστης μου,
της αμαρτίας που συγχώρησα
στο αλμυρό νερό βουτώντας το κεφάλι μου
να πνιγώ από τη δρόσο τ’ Αναπλιού σου.
Γιατί εσύ και εγώ αγαπήσαμε το ίδιο
τον αδερφό που στέκει λυπημένος
με το μαχαίρι να στάζει πάνω από το θυσιασμένο ζώο.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Το ένδοξο τέλος της εξιδανίκευσης

A detail from The Kiss by Edvard Munch

Στη στράτα που ‘μαθες να περπατείς στο πρωινό τ’ αγιάζι,
με φρέσκια όψη από λουτρό με νιότη και με ρώμη,
στα κίτρινα φώτα της σιγής άνοιξες τη ματιά σου
χωρίς στιγμή να φοβηθείς τη νόσο στην καρδιά σου,

και ζήτησες εναγώνια, σχεδόν με παρακάλια,
τον θάνατο με αντάμωση μακριά να τον γνωρίσεις,
πρώτα με αγάπες άδολες ο νούς σου να αποκάμει,
πρώτα να νιώσεις το φιλί στο χείλι το κρυφί σου.

Και χρόνοι επεράσανε με φιλντισένια χιόνια,
με ανέμους που παράσυραν τα κίτρινα τα φύλλα,
με αγάπες πρόσκαιρου χαμού σε ρόδινα ακρογιάλια
με στέφανους και μυρωδιές που φώλιασαν στα πέτα.

Στης γης τη φύση τη λαμπρή στα χρώματα της μέρας,
στο καστανό σου πρόχωμα φύτεψες δυο παρτέρια
με κόκκινα γαρίφαλα και άσπρες μαργαρίτες
για να μετράς τα τάματα τα πρόσκαιρα της νύχτας.

Μέρα και νύχτα απορείς πώς χάθηκε η πίστη,
η πίστη στη μεγάλη σου την άπιαστη αγάπη,
στον άνθρωπο που δίδασκε το μόνο ιδανικό σου,
να ξεχειλίσει η ψυχή πριν να την παραδώσεις.

Και να που την παρέδωσες μια Κυριακή ωραία,
που κελαηδούσαν τα πουλιά, χρυσομανούσε ο ήλιος,
και μόλις εξεψύχησες στης νιότης μονό κρεβάτι,
ξεχείλισες από της γης τα θαύματα, τα σκέρτσα,
ευγνωμονώντας την πνοή της πιο μικρής στιγμής σου.


Θ.


Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Η δασκάλα της ποίησης

Letters to a young poet by Vanessa Lemen


Αργό και μακρόσυρτο βήμα, τα μάτια σφαλίζει ξανά,
στα περιθώρια φιδοσέρνεται ο λόγος,
στους διαδρόμους,
λίγο πριν τη διάλεξη των ανομολόγητων παθών.
Ό,τι στοχάζεται
αιωρείται,
πλανάται, 
ταξιδεύει
στην ατέρμονη εφαρμογή του,
στο κλειστό δωμάτιο της ζέσης
ή της αναβολής,
της αΐδιας προσήλωσης στον έναν,
κάθε φορά στον έναν.
Και η διαπίστωση
η πιο ηδονική μορφή της σκέψης
ζωγραφίζεται μόνη
στο πρόσωπο του χαμόγελου
με τα σύμφωνα και τα φωνήεντα να χορεύουν σφιχτά,
τι ήταν αυτό που αγάπησε στον ξέφρενο τον στίχο,
τι ήταν αυτό που ζήλεψε στον ήρωα που λυπάσαι,
τι ήταν αυτό που φώλιασε στη μνήμη του βιβλίου
που δεν έγραψε ακόμα.
Το δίχως άλλο,
το πάθος της,
η μονοπρόσωπη αγάπη που σου δείχνει
κολλώντας την ακοή της στα χείλια σου,
σε εξυψώνουν.
Και για όσα δεν εννόησες,
<πολλά, ατέλειωτα, γραμμένα
στις μνήμες των αναποφάσιστων γραφιάδων>
παρασιτείς
στον κρυμμένο από κοτσίδες αυχένα,
σαν μια σταγόνα από φτηνό άρωμα της λαϊκής αγοράς.


Θ.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Παρακαταθήκη Αναμνήσεων

Painting by Julia Schuster


 
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα
οι τύχες διασταυρώνονται στο λερωμένο
πεζοδρόμιο της πόλης.
Φώτα, φωνές και μουσικές
ένα φάλτσο βουητό,
με ένα νόημα κρυφό
που μόνο ο άνθρωπος που ξαποσταίνει
καταλαβαίνει,
τεντώνοντας τα πόδια
με τις παλάμες ανάμεσα στους μηρούς,
γεμίζοντας με κόμπους και αίμα τα χέρια από το
σκληρό μολύβι.
Οι λέξεις χαράσσονται στην άσφαλτο,
στις πέτρες και τα ψιλά χαλίκια,
στις πλατείες και στις ασώματες μαρμάρινες κεφαλές,
στους τοίχους πίσω από την
αιμόφυρτη καρδιά,
στους φράχτες που φυλάκισαν τους αθώους,
στους χαμηλούς θάμνους της νησίδας
των λεωφόρων,
στο εικονοστάσι που έστησε η μητέρα
κι ύστερα κρυφά ξεπούλησε τη ψυχή της στο διάβολο,
δίκαιη ανταλλαγή για δυο κουβέντες στο αυτί
και ένα φιλί στο μάγουλο.
Έτσι κάθισα και εγώ να ξαποστάσω,
και βγήκες μέσα από το βουητό
ένας τυχαίος περαστικός,
ωραίος σαν τη θλίψη,
τύχη που συναπάντησα
με άδολο ενθουσιασμό
να φυλακίσω το διάβα σου στο αιώνιο·
να ερωτεύομαι τη θύμησή σου σαν σε διαβάζω
τυχαία στη σκονισμένη χαρτούρα
που θα κρατώ με χέρια τρεμάμενα
μπροστά στα γερασμένα μου μάτια.

Θ.


Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Ο ξενιτεμός

(στη φίλη που αγαπούσε τα ποιήματα
πριν από την ανακάλυψή τους)

Χιλιάδες μίλια μακριά
μπορείς να είσαι
ό,τι δεν μπόρεσες,
ό,τι δεν σε άφησε
να αναγεννηθείς μέσα απ’ τις στάχτες
που μάζεψαν όπως-όπως
με σκούπα και φαράσι
όσοι σου χρέωσαν
άωρη ψυχή
μπροστά στην απαίτηση
της στυγνής και αλύπητης
ενηλικίωσης.

Θ.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Στον ανώνυμο ποιητή


Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω,
αν έχεις χείλια κόκκινα,
κεράσια και διαμάντια,
μάτια του κάμπου χειμωνιά
χρυσά του θέρους στάχυα
το θαλασσί της θάλασσας
το χρώμα της αγάπης,
αν έχεις γενναιότητα,
ή λούφαξες στην πίκρα,
αν ειν’ τα χέρια σου τραχιά
στο γράσο και στ’ αμόνι
ή είναι ατσαλάκωτα τα
πορφυρά σου κάλλη.

Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω
αν οι φωτιές σου κάψανε
όλο το λογικό σου,
αν στην αλμύρα πνίγηκες
βουτώντας διψασμένος,
αυτούς που σε γεννήσανε
και εκείνους που σ' αφήσαν,
τον έναν που σε αμάρτησε
στον θαυμασμό της νιότης.

Ξέρω ότι στους εύσχημους
του νου σου τους διαδρόμους
βήτα και ρο τα φώλιασες
στους κέδρους και στις θούγιες
φίλησες νεραϊδόχειλα,
μάδισες μαργαρίτες
και στις ωραίες μουσικές
που άκουσα με τ’ αυτιά μου
μου ‘δωσες τη γαλήνη μου
να λέω πως γνωρίζω
τι είσαι τουλάχιστον εκεί
βαθιά μες την ψυχή σου.

Θ. Σ. Ρ. Δ.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Η ζωή μετά

                        Το κρύο διαπερνά τα ρούχα
και τις επτά στρώσεις από τα κουφάρια που
βράζουν το σκληραγωγημένο θυμικό της νιότης.

Τα δάχτυλα εξέχουν
από το κομμένο συνθετικό ύφασμα που
ηλεκτρίζεται πάνω στο άλλο χέρι. Μόνο
οι λεπτές ίνες στανικά προς ανοδική
 <μάταιη> πορεία και η σιωπή.

Ο περίπατος μάς στοιχίζει
μιαν ώρα. Ώρα για τη φρέσκια πνοή που βροντοφωνάζει
τον έρωτα στις γωνίες, στα σκοτεινά πλακόστρωτα,
στα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών με τα
σουβενίρ, των μουσείων με τα κιλίμια και τα πλεκτά.

Το ψιλό χιόνι
ξάπλωσε απαλά στις τούφες
καθώς κοιτάξαμε γιατί νιώσαμε το ίδιο,
ανήμποροι ν’ αντισταθούμε στη στιγμή
που αλαλιάζει τα μυαλά και τις καρδιές
όταν το βέλος ολόχρυσο στοχεύει.

Πριν μας καρφώσει,
μόνη λύση η ζεστασιά. Με τα πόδια
σταυρωμένα, ανήσυχα στις ρυθμικές παλινδρομήσεις,
παίρνω το χαρτί στα χέρια, τα δάχτυλα λησμονούν
το ψεύτικο ύφασμα, η βούληση τα
ορμηνεύει να ανοίξουν τους φθόγγους
που ήχησαν στο νου όλο νοήματα και πειρασμούς.

Το ναι δεν είναι παρά
το τέλος του άλλοτε διατρανωμένου εγώ,
όλα, αποφάσεις και διαστάσεις, συναποφάσεις
και μηδέν, εγγίζονται επτά συν επτά στρώσεις,
νυστέρι δεν μπαίνει τόσο βαθιά.

Τίποτε άλλο ο έρωτας παρά ένας μεγάλος μπελάς.

Θ.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Το παντούμ της τελευταίας ελπίδας

Τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία
απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
γραμμένη σε νότες φριχτή συμφωνία
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή

Απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή

Κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί

Αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
πώς βρήκες να χτίσεις μια νέα θρησκεία
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί
τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία.



Θ.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Ερωτικός λόγος, ο ομφαλός του κόσμου


Στο δωμάτιο με τη δίφυλλη πόρτα
η μορφή σου ξεπροβάλλει,
η απρόσιτη αύρα,
τα μάτια του απύθμενου μαύρου,
το ψέλλισμα του κάτι που αιωρείται
<κανείς δεν κατάλαβε τι είπες>
Πόσο σ’ αγάπησα,
όπως η κάμπια τη μεταμόρφωσή της
στην εφήμερη όλο χρώμα ζωή της,
τόσο άπειρα
σε μια στιγμή στον αιώνιο χρόνο.
Άνοιξα μια μαύρη τρύπα στο σύμπαν
και έκρυψα μέσα την καρδιά μου,
αποζητώντας ταξιδευτής να γίνεις,
να πιέσεις με το μεγάλο σου δάχτυλο
τον παλμό μου
μέχρι να ματώσει.
Δεν είναι από δεύτερο χέρι η αλήθεια μου,
δεν είναι σύννεφο ανοιξιάτικο
μπροστά από το ξαπλωμένο φεγγάρι.
Είναι δική σου η αλήθεια μου,
τόσο δρόμο έκαμες για να τη δεις,
εξαϋλώθηκε η τύχη σου
πάνω στ’ απομεινάρια του έρωτα,
για να τη συναντήσεις.
Τι περιμένεις λοιπόν;
Ας ζήσουμε μαζί στον αιώνιο κόσμο,
αστέρια όπως σώματα που δε σβήσανε ποτέ,
παρά μόνο μετά από δέκα εκατομμύρια χρόνια,
σε μιαν επέτειο συμπαντική από χρυσάφι,
ας ξαναγεννηθούμε νέοι,
σκληροί και αλαζόνες,
πίσω από τη δίφυλλη πόρτα
να συναντηθούμε,
κάτι να ψελλίσεις και κανείς να μην καταλάβει.
Να σ’ αγαπήσω ξανά από την αρχή.

Θ.



Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Στο σκοτάδι



τι στίχους να σου γράψω
τώρα που νύχτωσε, με το
ζόρι διακρίνω τα 
σκαλίσματα από μελάνι
στο χαρτί, άραγε σου
αρκεί που έφτιαξα
ένα λουλούδι
ή
ζητάς
να 
έχει
κάποια σημασία
για 
σένα;

Θ.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ



Στο κενό φύλλο που από λάθος προσπέρασα
άφησαν ίχνη
οι θλίψεις της κυριακάτικης νύχτας,
της τύχης μου που μίσεψε
σε μέρη άγνωρα.
Ίσως να τα είδα κάποτε στα παιδικά μου όνειρα
μα τώρα πια δε τα θυμούμαι.
Είναι λύπη καθαρή
η άδεια μνήμη,
είναι μάταιος ουραγός της γενναίας εκδοχής μου.
Κι αυτή ακόμη, κουλουριάζει
και μαζεύει τα γόνατα στα χέρια,
έμβρυο μέσα σε παγωμένη μήτρα,
την ώρα του ύπνου,
την ώρα της αναζήτησης του ίδιου ονείρου,
με την αμέλεια αδιάλειπτα
που διαφεντεύει το θυμικό,
να με καλύψει ένα αόρατο χέρι με βαριά τσόχινη κουβέρτα,
να ζεσταθώ παιδί δέκα χρονώ,
να κοιμηθώ μέχρι το γιόμα
και να ξυπνήσω στη χώρα με τα παραμύθια.



Θ.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Χρησμός Ι


Μια μέρα θα με χτυπήσει ηλεκτρισμός τσιμπώντας με μανία
την αορτή μου, θα με διαλύσει μια σύγχρονη ταχεία σε αφύλακτη διάβαση,
θα με σπρώξει ο διάβολος πέρα από την κόκκινη γραμμή και από το σοκ θα
μαδήσουν τα φτερά μου, στο κεφάλι μου θα πέσει γλάστρα πήλινη με αυστραλέζικο
βασιλικό από μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, θα με καταδικάσει σε θάνατο ένας
αρειμάνιος Ιαβέρης για την αμαρτία της τραγωδίας που έπαιξα δύο και έναν ρόλους,
θα με ρουφήξει το στόμιο του Άδη πριν προλάβω την ανάσα μου ν’ αφήσω,
και όταν η βία ξεριζώσει τη συνείδηση από τις φλέβες μου,
και με αναγκάσει όρκους απάτητους να δώσω στα νερά της Στύγας,
θα ρίξω το στήθος μου γυμνό μέσα στην πηγή
μα θα ‘ναι αργά αθανασία ν’ αποκτήσω, παραμυθιάζοντας το χέρι
της μοίρας μου πάλι θα γυρίσω νέα ζωή να διαλέξω, και στην ανθρώπινη αράδα
θα σταθώ λαχνούς από τα πόδια της να διαλέξω,
και θα είσαι εκεί αιώνια αγαπημένος από όλους τους αγαπημένους,
να μαραζώνει και να κλαίει το πρόσωπό σου, να στάζει πίκρα το χείλι και η γλώσσα,
ν’ ακουμπάς το κεφάλι στη χούφτα που άλλοτε παλλόταν μουσκεμένη
από έρωτα χιλιόχρονο που χάθηκε στο θάνατο της σάρκας
και δε θα με θυμάσαι ούτε και εγώ εσένα
σαν γεννηθούμε πάλι απ’ την αρχή με κλάμα που πονέσαμε τη λήθη να γευτούμε.


Θ.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Σαν σήμερα



Πλήθος κοιτά τη γύρω πραγματικότητα,
τα πρόσωπα σφηνωμένα ανάμεσα στα κάγκελα
με τα χέρια να κρατούν
και να αγγίζονται,
μέσα στον βόμβο του σμήνους
στα βλέμματα των περαστικών,
των περίεργων,
που κουκούλωσαν κάτω από όστρακο
τα πρόσωπα.
Τα άκρα της σιωπής τους να ψαχουλεύουν τις τσέπες
περιμένοντας λύτρωση
από φύλακες επικούρους.
Μα και στις ψυχές των φυλάκων η τόλμη
είναι φόβος γυμνός
που πάει μέχρι το τέρμα
χωρίς όστρακα,
ομπρέλες,
μαύρα γυαλιά νυκτός
και ζώνες ασφαλείας.
Περιμένουν μετά βεβαιότητος
το τέλος,
άοπλοι
σαν τις φωνές που ερωτοτροπούν ασταμάτητα
στο μικρόφωνο.
Φωνασκούν, στριγγλίζουν, εκστομίζουν
τυχαία τις εφηβικές τους ιαχές,
παιδιά
που μπόρεσαν
όπως οι ήρωες.

Θ.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Αντιστροφή (ή Αρχίλοχος)



Ο ποιητής δεν τυφλώθηκε από τη μεγαλοσύνη
της ειμαρμένης τύχης
σαν το ραβδί του χτύπησε ραγίζοντας μαρμάρινες βασιλικές αυλές.
Δεν όρισε τον θάνατο
ν’ αρμόζει στο άγουρο το σώμα, γιατί τάχα η γύμνια του θα ‘ναι
ωραία όταν σέρνεται δεμένη στα τέθριππα 
της περιλάλητης νίκης.
Δεν φιλοτέχνησε θεούς χειρώνακτες,
θεούς σοφούς,
να κρύβουν πίσω από  την ασπίδα τους
της βίας το μαχαίρι.
Δεν ύμνησε πιότερο τον θάνατο από τη ζωή,
τη δόξα από το γλυκό κρασί,
το θηλυκό το λάφυρο από τον έρωτα
 στα μάτια
και τα στήθη της,
θηλές τροφοί του κόσμου.
Ο ποιητής την άφησε τη θαρραλέα ασπίδα,
αμάχητος εναπόθεσε το βιος του πολεμιστή
στην κρήνη,
καθώς σκόρπισε την καθαρή της δρόσο
μια νύχτα με φεγγάρι
ταράζοντας την υδάτινη λάμψη του μέχρι να ξημερώσει.
Πολεμιστής κοιμήθηκε,
ξύπνησε δίχως μένος,
την ιλαρή την ομορφιά μυρίζοντας μιας μελαμψής παιδίσκης,
όταν περισκιρτώντας
έφερε πέπλους λευκούς για πλύση.

Θ.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

«Καὶ τὴν καρδιά του μάλωνε τὰ στήθια του χτυπώντας»*



Αναγνωρίζω την ενσάρκωση του θανάτου μου
στην τρίτη δύναμη που επιστρατεύω για
να φάω,
να πιω,
να ερωτευτώ.
Εκεί πάνω μαθαίνω και βρίσκω το θάρρος της έντρομης κίνησης εμπρός,
στο πάθος που περιδιαβαίνουν
οι επτά θανάσιμες αμαρτίες μου.
Τις αντίκρισα
και τις έκλεισα σε φυσαλίδα,
τις φώλιασα σε ένα φύσημα καρδιάς.
Και πάει καιρός που όταν ασθμαίνω
από τον κάματο της ζωής
χάνω λίγη ακόμη από την τρίτη δύναμη,
μα χλευάζω τις άλλες δύο
<τι κι αν ο ποιητής τη μάλωσε
την οδύσσεια καρδιά που αλυχτούσε>
στην ανυπαρξία τους.
Με χλευάζουν κι αυτές, εκεί στο βαθύ σκοτάδι που στέκουν,
αχνό συσπειρωμένο φως,
κουνούν τα κοφτερά τους άκρα,
βγάζουν τη γλώσσα τους, με εμπαίζουν.
Γνωρίζουν τάχα πως έχω κλείσει
θέση παράθυρο
για το τίποτα του κόσμου.

Θ.

*Οδύσσεια, υ17, μτφρ. Α. Εφταλιώτη

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Ατέρμονος



Δεν ξέρω αν το παρατήρησες,
αλλά όταν πέθανες
αλλάξανε τα μάτια σου,
μεγαλώσαν.
Πηγάδια με νερό,
γυαλίσανε στο φως και στο ημίφως
και ο σούκλος χάθηκε ή τον έκλεψε
η αλεπού που αναγνώρισες
όταν διέσχισε τη δημοσά στο δρόμο
για τις λεύκες.
Τότε που από ανάγκη εκίνησες να μεταφέρεις
φαρμάκι χημικό και μια στριφτή μελάγχροη από δικό σου δέντρο,
μα κουράστηκες από την απόσταση και είπες να δοκιμάσεις,
και αντί να νιώσεις σφρίγος, δύναμη,
απόκαμες τελείως.
Κρύφτηκες τότε στην κουφάλα της μαγεμένης βελανιδιάς,
και μέσα στον ύπνο γυρεύοντας ησυχία
έχασες το τρίχωμα και την οπλή,
λύγισες από την παγωνιά και ζήτησες
τσόλι κιλίμι πράσινο του χεριού της.
Η τύχη χαμογέλασε λίγο,
όταν τα μάτια σου πέσανε στην κόκκινη κουκούλα,
τη φόρεσες -άμοιρε- χωρίς να υπολογίσεις.
Στα δόντια του λύκου πιάστηκες,
μια και για πάντα αφήνοντας
απλήρωτο το χρέος της ζωής σου.
Φαρμάκια φυσικά, φτιαχτά σκορπίσανε στο δάσος
και ο λύκος τα οσφραίνεται,
ολημερίς και νύχτα,
ζαλίστηκε, έγινε σκιά,
βρέθηκε στα πηγάδια σου χωρίς ιδέα και γνώση,
νερό να πιει, λίγο να ξεδιψάσει.
Και η γυαλάδα η πολλή τον τύφλωσε
και σε ξερνάει μέσα,
Ξενούλα ανεπιθύμητη από γριά του φόνου
γιατί δεν έσπευσε κανείς ποτέ να σε γλιτώσει.
Αυτά είδαν τα μάτια σου λίγο
πριν να πεθάνεις,
ανθρώπους, ζώα και παιδιά,
την ίδια τη ψυχή σου,
να πνίγονται στα μάτια σου,
τα όμορφα πηγάδια,
γιατί πρώτη γραμμή στον θάνατο
δεν το μπορείς να είσαι.



Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Μεταξουργείο (1)



Στις ράγες των τρένων του Μεταξουργείου
κρύο μέταλλο και σκουριά
κάτω από
τα βήματα των περαστικών.
Μέρες θορύβου και οι νύχτες βουβές
πληγώνονται
από αναίτια ουρλιαχτά,
από το αχ
της πόρνης που προσποιείται
τον έρωτα,
από τον κρότο του παράνομου
όπλου
που ηχεί την έναρξη της χαμένης μάχης.

Στις ράγες των τρένων του Μεταξουργείου
τρέχω παιδί να περάσω,
μπροστά
στα σαστισμένα βλέμματα
των μηχανουργών.
Ο αέρας της απρόσκοπτης φούριας
του συρμού
παρασύρει τα ρούχα μου
στ’ απελπισμένα
μποφόρ του φθινοπώρου.
Γυναίκα γλίτωσα,
ουρλιάζοντας σαν θύμα, λυπήθηκα
το ξεπούλημα της σάρκας
κρατώντας την αχίλλεια ασπίδα
μπροστά στις αδέσποτες σφαίρες.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Ο άνθρωπος ορχήστρα


Είμαι εγώ ο άνθρωπος ορχήστρα,
παίζω ρε,  λα μπεμόλ, παίζω ντο και φα,
και θα παίζω
όσο γύρω μου γεννιέσαι,
ανασαίνεις
και πεθαίνεις.
Όσο ταλανίζεσαι από το χέρι της μάνας
που αιχμαλωτίζει το μάγουλό σου
με εκπαιδευτικούς τάχα αικισμούς.
Όσο βουτάς το κεφάλι σου
στη ψαρόσουπα που σιχαίνονται τα σωθικά σου.
Όσο λυπάσαι που παραγκωνίστηκες
από τους δασκάλους στο πάνθεον
των κομπάρσων μαθητών.
Όσο γεύεσαι την πικρή γεύση της αποτυχίας,
δεκάκις, και με δέος σηκώνεις τα χέρια
να ευχαριστήσεις τον άφαντο Θεό,
να τιμήσεις την άπιαστη επιτυχία.
Όσο απασχολείς
<εσύ το παράταιρο>
τους απασχολημένους με
την ρυπαρή πολυπραγμοσύνη.
Όσο αρνούνται οι εραστές σου
να διαβάσουν το εράν στη δική σου γλώσσα.
Όσο συναινείς,
όσο βουτάς στα νερά,
τα ματωμένα,
εκεί που σκότωσαν οι λαθροκυνηγοί
τον σπάνιο αλιγάτορα.
Όσο αγκαλιάζεις τον Όνειρο,
γιατί πέφτεις στο πάτωμα γυμνός
από ακριβό ναρκωτικό.
Όσο αλητεύεις στους δρόμους,
για να κλέψεις
την αλήθεια που κρύβεις μέσα σου.
Όσο βαδίζεις στο τέρμα,
εκεί που ο φάκελος με τις γνωματεύσεις
ανοίγει ανεπιστρεπτί.
Όσο βάζεις τελεία
-πριν την τελεία-
σκαρφαλώνοντας στο πέρας του καταστρώματος
<ταξίδι αναψυχής>
να πέσεις μέσα στα παγωμένα νερά.
Όσο θα πέφτεις,
θα παίζω,
ρε, λα μπεμόλ, ντο και φα,
να σου θυμίσω τότε που
πρώτη φορά
πιπίλισες το δάχτυλό σου.
Ω νύχτα  άναστρη, μαύρη!
Ω αγάπη που εγκλωβίστηκες μέσα
στη στιγμή,
στο αιώνια τελεσίδικο ταξίδι!
Για σένα θρηνώ.

Θ.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Το ποίημα


Πάρτε με,
μελετήστε με,
βρείτε τους τόνους, τους τονισμούς,
τα μέτρα,
εντάξτε κάπου το ανένταχτο,
κλείστε με σε κεφάλαιο,
σε υποκεφάλαιο,
σε μια αράδα δίτομης πραγματείας.
Γράψτε φιλοσοφίες,
κάμετε ερμηνείες,
διορθώστε με,
σταυρώστε με,
τσαλακώστε με
και πετάχτε με στον διάτρητο κάδο ανακύκλωσης
κάτω από το βαρύ έπιπλο
που θρονίζετε την αυθεντία σας.
Πάρτε μολύβι,
τραβήξτε γραμμή,
διαγράψτε,
μουτζουρώστε,
ζωγραφίστε καρδιές και φρικιά
από την ανία σας.
Κάντε με σαΐτα,
πάρτε φόρα και εκτοξεύστε με
έξω από το παράθυρο,
να προσγειωθώ στα σκουπίδια,
στα πεσμένα φύλλα των δέντρων,
στις αμάρες των δρόμων,
στο κεφάλι του αντιπαθητικού γείτονα,
στα λασπόνερα
που άφησε η πρωινή βροχή,
να με διαγράψει για σας η φύση,
να χαθώ,
να γίνω κάτι όμορφο επιτέλους,
το δακρυσμένο από μελάνι μήνυμα
που κανείς πια δε θα μπορεί να διαβάσει.

Θ.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Πριν φύγεις (1)


Στην υπόγεια τάξη κούρνιασε το τιμωρημένο παιδί
μετρώντας κόκκους σκόνης στις ηλιαχτίδες των φεγγιτών.
Η δίφυλλη πόρτα άνοιξε απότομα,
ανακατεύοντας τα αιωρούμενα σωματίδια ,
χάλασε το μέτρημα,
πρόβα της άγραφης τιμωρίας.
Και ο στόχος επετεύχθη όπως όριζε
η τύχη (η αδιαπραγμάτευτη),
που σπέρνει στις θύμησες υλικό,
εντυπώσεις μακρινές του μέλλοντος
στο νεκρικό κρεβάτι.
Άσαρκη μορφή σαν άλλος Κιχώτης
χωρίς άλογο,
καφέ κοστούμι,
φούρια και ιδέα, αποστομωτικός κόλαφος
στο μάγουλο της μάταιης συντήρησης,
διέγραψε πάσα ποινή,
αυτοδιοριζόμενος προστάτης της χαμένης αθωότητας.
Πλήγμα στην αθέατη πλευρά της
γνώσης,
σπάζει τις βαριές κολώνες
που στέκουν αμείλικτες στη μέση
κόβοντας τη θέα του πελάγους.



Θ.