Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Αθεράπευτα ρομαντικοί



Ήτανε φίλοι μια φορά καρδιακοί της μοίρας
που μόνοιαζαν στον έρωτα, για τ’ άστρα εμιλούσαν
και στο θανατικό προσήλωση με στήθη μαραμένα
φούσκωναν με τον πόνο τους να γράψουν τα ταμένα.

Ο Κόκκινος, ο πιο βαθύς, ο πιο μαραζωμένος
θρασομανούσε το φιλί, πότιζε την καρδιά του
κι έτσι από τες δύστυχες και από τονε λυγμό της
νόσησε τα αγγεία της, σταύρωσε τον παλμό της.

Ο Κίτρινος όλο κοίταε να δει την ευτυχία
και από τον φθόνο τον πολύν σαλό το λογικό του
στις φλέβες του πια όλο έτρεχε το μίσος και η πίκρα
και απόκαμε απ΄ τις τύψεις του και από την άδεια μοίρα.

Ο Γαλανός ο κυανός ο άλλοτε ομορφάντρας
τίποτε πια δε θύμιζε απ΄ την παλιά του όψη,
γύρευε θάλασσα κι ουρανό θεός να επιτάξει,
μα σα θνητός και άμοιρος δεν μπόραε να πετάξει.

Ήταν και ο Μαύρος, ο βαρύς, ο παρεξηγημένος
που σκόρπιζε ένα βλέμμα του και απλώνουταν το σκότος,
μα λύπη γνώριμη ψυχή φωλιάζει στους ανθρώπους
δίνει σοφή τη γνώση του, την πείρα του στους τόπους.

Και έτσι που είδε φίλους του να καίονται ολοένα,
έγραψε ρίμες λυρικές και στίχους χίλιους τάμα
αγνές προθέσεις όρισε να δοξαστούν στις τέχνες,
στη μνήμη να φωλιάσουνε σκεπάζοντας τις έγνοιες.

Η θλίψη και ο φθόνος τους και η κομπορρημοσύνη
αμέσως συγχωρέθηκαν στα ποιήματα του πάθους,
στα ποιήματα που σε λυγάν και χύνουνε το δάκρυ,
του λόρδου και του Γουίλιαμ που διάβασες τον Μάρτη.

Θ.



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Εαρινή αξιολόγηση


Καθείς ημερεύει στον πάγκο του
στοχαστικός και αβέβαιος,
φωλιάζει στο μυαλό του η θύμηση
της παιδικής αφέλειας
που στοιβάχτηκε στη γωνιά με τα ξεχαρβαλωμένα παιχνίδια,
για να αθροίσει ηθικό αρμόζον
σ’ ένα ξεχείλισμα στοναρισμένων κανόνων.

Στο βήμα του στρατιώτη συντονίζονται
κατά βάθος με απείθεια,
το θέλω τους πιο κόκκινο από την Ερινύν,
πιο ρέον από τη θλίψη της υποταγής
ταξιδεύει στα φρεσκοανθισμένα
ανθάκια της μυγδαλιάς
που κοσμεί το παράθυρο
της ψυχρής αίθουσας με τα έδρανα.

Θ.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

[Λογοκρισία]




Γιατί γνωρίζω πως στα άοκνα ποταμόπλοια
καλύτερα μιλά η καρδιά σου,
να πιάνεις το νήμα της αρχής
μπροστά στο ανακυκλωμένο χαρτί.
Μπαίνω μέσα σου να νιώσω το πάθος να φουντώνει,
κοιτώ λάθρα με τα μάτια σου
τον μισοτελειωμένο bic medium
που αγόρασες από ανάπηρο επαίτη του δρόμου
και σε εκλιπαρώ (δίστιγμο)
αν το χέρι σου οδηγήσω στο κενό,
λάθος θα είναι.
Μόνο αν η δική σου θλίψη ξεχειλίσει
θα σε αποδεχτώ.
Και μη σε νοιάζει καθόλου τι θα πει η κρίση
που ετοιμάζει σάβανα με μύρια απωθημένα,
«Ίσως σου δώσω κάποιον έπαινο,
γέρας της σοφής μου κάρας».

Θ.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

[Γιορτή]


Σήμερα θα μου δωρίσεις
λόγια ρομαντισμού
όταν θα εισχωρήσεις αμίλητος
θωπεύοντας και χτυπώντας τα χέρια σου πάνω στους υγρούς τοίχους
μιας κρυφής ερωτοσπηλιάς δίπλα στο θάλασσα.
Με κομπλιμέντα και υπερβολές
θα σπάσεις τη σιωπή σου,
πως είμαι όλη άστρα που μαρμαίρουν τις νύχτες σου
πως η ομορφιά της πέρδικας στοιχειώνει τα όνειρά σου
πως έχω πρόσωπο όλο μάτια
και τ’ ακροδάχτυλά μου
ανθάκια άσπρα ευωδιαστά να σφίγγουν όλο χάρη
Θα αποχωρήσεις με το σ’ αγαπώ
στα χείλη μου να αχνίζει
ζεστό απ’ την ανάσα σου
να ανασηκώνεται
για να ξεκουραστεί στα μουδιασμένα μέλη.

Θ.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2019

Το ξόδεμα

The Poet by Jusepe de Ribera

Στο παγκάκι της μεγάλης πλατείας
ο ποιητής ρεμβάζει μυρίζοντας φρέσκια αλμύρα
και ανθισμένες νεραντζιές.
Κι όταν ο ήλιος τρυπά το βλέμμα και το νου του
εκείνος -άλλη λύση δεν έχει- παρά τη γραφή του.
Χαμογελά στο πέρασμα του δόλιου πειρασμού,
Σάββατο, ώρα μεσημβρινή στου
λιμανιού τις όχθες, σκαλίζοντας πάνω στο χαρτί
τρυπώντας τον ώριμο γλουτό με έναν γλυκύ
του πόνο. Και αν η θύμηση βαριά
του πρέπει να πονέσει, λιγοψυχάει στο πέρασμα
της πέτρας που κυλάει.
Που κυλάει από χέρι παιδικό
που έριξε με πάθος, να προσπεράσει τα
βήματα του άσπλαχνου πατρός του,
τον άφησε -για δες- για μια αρπαχτή στις
ξενιτιές και στις φωλιές που γεννούν αποδημητικά πουλιά
τα κίτρινα αυγά τους.
Λύπες και χαρές δεν έχουν μπόρεση στη
ψυχή του καθημερινού του ανθρώπου.
Μα ο ποιητής κάτι πρέπει να την κάνει
τη στιγμή του πρόσκαιρου πάθους
για τ’ αλλότρια μαντάτα·
Είναι για εκείνον ο απόηχός του τόσο διαρκής,
τόσο μεγάλος,
που πρέπει οπωσδήποτε
να την κλείσει στο χαρτί
για να ξορκίσει
το ξόδεμα της ψυχής του.

Θ.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

Αντι-ποιητική



Η οργή καθοδηγεί το πρόσωπο,
τη ματιά που κοιτάζει με επικριτική απορία
πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας.
Αξιώνει την υπεροχή,
τη δύναμη μιας ελίτ ξεχασμένης στα σοκάκια
της γαλλικής ή της ισπανικής γαστρονομίας,
μαζί με άλλους παρόμοιους
<μα κανείς δε τον φτάνει>
γιατί πιο αβέλτερος και από το πλήκτρο του διαστήματος
που πατώ τούτη τη στιγμή ξεχωρίζοντας τις λέξεις
της αλήθειας του,
θα ήταν πράγματι ένα κενό από πλαστικό
-αν θα έπρεπε με κάτι να τον παρομοιάσω-
αφού διαλέγει ξίδι και λεμόνι πάνω από
χόρτα εποχής.
Και δεν πάνε αυτά μαζί (δίστιγμο)
όταν φυτεύεις τη λεμονιά,
περίμενε να ψηλώσει και να δώσει καρπούς
πίνοντας το κρασί,
παρά προκαλώντας ανώφελες ζυμώσεις.

Θ.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Πρωταγωνιστής

Οφηλία του John Everett Millais

Τη σκιά του ονείρου πραγματεύεσαι
με τους σιαμαίους αυλικούς του νέου βασιλιά.
Οι ιδέες σου καθοδηγούν το καλό και το κακό
πάνω στην πέτρα της θλίψης,
γέννημα και φάσμα μιας όχι και τόσο περασμένης εποχής,
η ξεθωριασμένη όψη της απώλειας
που η σκληρή μάνα αντιπαρέρχεται
με τον ανήθικο παλμό της βασιλικής κλίνης.
Μα και αυτό μια ιδέα είναι,
όμως είναι δική σου
ολοδική σου.
Και σε σπρώχνει στην οργισμένη απορία,
στη φυλακή της οργής που επιζητά την εκδίκηση.
Η χρυσοκέντητη σκεπή, ο αιθέριος πέπλος
που σου χαρίζει πνοή
είναι για σένα μολυσμένο οξυγόνο.
Τι να απαντήσεις σε όσους σε ρωτούν;
Τι είναι αυτό που σε θλίβει;
Μα και το αχνό χέρι που θα οπλίσει το δικό σου δεν το πιστεύεις,
γιατί στο βάθος γνωρίζεις πως δεν υπάρχει
αυτό που λέμε δίκαιος τιμωρός.
Απογυμνωμένος τελικά
από ιδέες,
από το ήθος που σε ανάθρεψε στον τόπο που ονομάζεις φυλακή,
η ευτυχία θα κουβαλά το βάρος μιας πράξης
που πρέπει να διαλέξεις.
Είσαι ο πιο δυστυχισμένος άντρας,
ο νέος χωρίς νιάτα,
ο νους που δέχτηκε το πλήγμα πριν αποφασίσει,
ο άντρας που έπνιξε τον έρωτα σ’ ένα ποτάμι από νούφαρα.
Θα αναρωτιέσαι αν ο διάβολος
εμφανίστηκε μπροστά σου
σαν πεθαμένος συγγενής,
θα αναρωτιέσαι αιώνια στα χείλη των μελλοντικών σου οπαδών,
των ανθρώπων που δεν ξέρουν ούτε τ’ όνομά σου,
αν είναι καλύτερη η ζωή ή η ανυπαρξία.

Θ.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

[Παραδοσιακό]


Τότε που ανέβηκα σε ένα ψηλό βάθρο
να τραγουδήσω με φωνή καμπάνα
μα ένα μικρό
μα ένα μικρό κλεφτόπουλο,
δεν αναρωτήθηκα
πόσο κοστίζει το θάρρος
ούτε το ζύγισα με τ’ άγουρα τα νιάτα.
Και όταν κατέβηκα από το βάθρο
ήταν ήδη αργά να μαθητεύσω.
Μέσα από ξερόχορτα και
τσουκνίδες που μου φάγαν τα πόδια
έφτασα στα μισά,
τις κλάδες τις ξερές μπροστά μου θέριζε
πότε ο Θεός
πότε ο Διάβολος,
και εγώ βυθίστηκα λουφάζοντας
σε παλτό δυο νούμερα μεγαλύτερο.
Μα εδώ μυρίζει χτικιό και πουρνάρι ξερό
λίγο πριν την πτώση
και είναι τόσο, μα τόσο βαθύς ο καημός για περίσσεια αντοχή.
Ξάφνου,
αβάσταχτος πόνος στην κεφαλή
δυο ξεπηδούν από μέσα
δυο περιστέρες λευκές
σαν το μπαμπάκι της Κωπαΐδας,
ζέστα, ήλιο και τροφή να μαζέψω στο δισάκι μου
και από τον ξαφνικό μου κόπο ζεστάθηκα
και πέταξα το πανωφόρι,
άπλωσα μόνη να ανοίξω τον δρόμο.
Κι αν δεν τρώγω,
αν δεν τραγουδώ πια στα ψηλά τα βάθρα
πιάνω το όπλο και το φυλάω στο βρακί μου
να σκοτώσω τον λύκο, τον κλέφτη και τον μάγο,
τον Ποιμένα που με γέλασε πως ήταν καλός.
Δεν το ‘χω σε τίποτα
να σκοτωθώ
για να οδηγήσω με ασφάλεια
τις περιστέρες μου
στη φωλιά που έχτισα
με ξέφωτα που ατένισα στο διάβα της ζωής μου.

Θ.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Εαρινός ύμνος, Καισαριανή 1999


Έαρ μεγάλο, έαρ των λιβαδιών,
έαρ που συντρίβεις τη μαλακιά γαστέρα
κάτω από δωρεά αρωμάτων,
ερωτοτροπία πλασμάτων ακίβωτων
που αλωνίζουν αμέριμνα πριν τον κατακλυσμό.
Εσύ που κινείσαι με γλυκεία ορμή
στο διάβα των βιαστικών γυναικών
που στέκονται, μια στιγμή-
να σε μυρίσουν, μόλο που
μάταια αποπειρώνται να ξαναπιάσουν τον ρυθμό
απ’ τη δροσοσταγή τους μέθη.
Εσύ που ανομολόγητα
φυτεύεις στα αντρικά χείλη
ίντσα και γιασεμιά
φουσκώνοντας με λίπος ηδονής το φιλί τους,
που το εκπληρώνουν με όνειρα της αυγής
μες την εσπέρα,
ακολουθώντας τους παρθένους ποδόγυρους
του Επιταφίου
όταν με το λεπτό τους χέρι
πλέκουν γαρύφαλλα και αμαρτίες.
Εσύ που όλους τους
συνέτριψες,
να υπακούει η ψυχή το σώμα
και να ευφραίνεται
παραδομένη στη φλογερή επιθυμία,
και εγώ από όλους η πιο ατυχής
να μετρώ τις λευκές σου νιφάδες
και να κοιμούμαι ολημερίς
από κάποια άγνωστη κορτικοειδή ουσία.

Θ.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

[Στο μετρό]



Βουίζει ο συρμός αφόρητα,
τα παράθυρα ανοιχτά,
στη φούντωση του λυπημένου στέρνου
των ακρωτηριασμένων δακτύλων που εφίδρωσαν
γράφοντας
κάτω από τα ταξιδιάρικα φώτα.
Τίποτε δεν είναι αληθινό εδώ,
κι από την πολλή ψευτιά
παγιδεύτηκαν τα βλέμματα,
ο ένας τον άλλον κοιτά δήθεν αδιάφορα
μα με όλο το ενδιαφέρον στραμμένο
πάνω σου,
πάνω μου.
Αν κάνεις στροφή, ‘μπράβο’ θα φωνάξουν
‘ωραίο το νέο σου παλτό’,
ωραία η περιβολή της μικρής σου ζωής.
Μη νομίζεις πως η προσοχή
που σου δείχνουν έχει κάποια σημασία.
Γιατί όταν φτάσεις στον προορισμό σου
τα βλέμματα θα ξεχάσουν
τι φόρεσες, τι είπες, τι φοβήθηκες.
Aπέναντί μου κρατάς νάιλον σακούλα
και ένα τεράστιο πακέτο,
δώρο μεγάλο που περίμενες
μιαν ολόκληρη ζωή να τ’ αποκτήσεις,
μα μεταξύ Μελίνας και Φιξ
σταμάτησες να το σκέφτεσαι
και η περιέργεια σε κινεί
να δεις τι γράφω.
Αχ και να ήμουν χειμωνιάτικη λιακάδα,
δέντρα, σπίτια και αυλές,
το πάρκο και ο σκύλος που τρέχει,
τα μαγαζιά, τα φώτα, ο αέρας,
η αφίσα της ταινίας σήμερα
στον κινηματογράφο της γειτονιάς,
ας ήμουν ό,τι βλέπεις στο κενό,
δεν το αντέχω να θωρούμε ο ένας τον άλλον αλύπητα
από ανία ή ελλείψει επιλογών,
στον ήλιο θα λάμψουμε,
με βλέμματα τυχαία ή καμωμένα από καρδιά.
Έλα μαζί μου, να ανεβούμε στη γη,
να πάμε στη θάλασσα,
να μου μιλήσεις για το δώρο που περίμενες μια ζωή.

Θ.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

«Ψώνισα στα παλιατζίδικα Υψικάμινο που μου έκαψε το χνώτο»


Στη μέγκενη που συνθλίβει τη δράση, άγχος τον κατέβαλε για την έμφυτη -κατά τα γονεϊκά λεγόμενα- αδράνεια. Γιατί, οτιδήποτε ξεκινά το αφήνει ατελείωτο. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτό;

Με τη μαύρη καπαρντίνα και το γκρίζο καβουράκι, απόκτημα ενός ανόητου περιπάτου στην Αβησσυνίας με τα παλιατζίδικα, πέρασε μέσα από βρώμικα χέρια, φτωχές περιβολές, ξεδοντιάρικα χαμόγελα. Μισούσε τη βρόμα. Δεν ήθελε κανείς να τον αγγίζει. Περισσότερο από φόβο μην καταντήσει έτσι.

«Ανακατεύομαι, ίλιγγος! Το στομάχι μου, τα πόδια και τα χέρια μου μουδιάζουν, το κεφάλι μου. Το ανάθεμα της μάνας που εξιλεώνει τη θλίψη της πάνω στο σπλάχνο της. Να γιατί είμαι αυτός που είμαι. Γιατί δε θυμάται η μάνα το μωρό της. Δεν θυμάται τις αγκαλιές πάνω στη ζαρωμένη θηλή της, λίγο μετά το πολύωρο πιπίλισμα. Πόθος και πνίγος. Σταμάτα επιτέλους! Και μετά άδειασαν οι παιδικές ημέρες με πρόσημα χρόνου, με εκθέτες χρόνου, στην πλάτη μου, στα γόνατα, στα χείλια που γλείφουν επεξεργασμένο λίπος σε κονσέρβα. Καρκίνος. Δύο, τρεις, έξι μήνες. Είμαι τόσο κακός που μόνο χείριστος μπορώ να γίνω στην όψη του τέλους. Θα είμαι κάτι σαν αόρατος άνθρωπος που στέκει διαπράττοντας ατιμώρητος το άδικο».

«Παρασκευή πρωί. Προβλέπεται να μεσημεριάσει. Προβλέπεται να συμβεί και η νύχτα -ποιο βιβλίο θέλεις;- μια υψικάμινο να μου κάψει το χνώτο, να αφεθώ στη δύναμη της πέτρας που κατρακυλά στην κατηφόρα της γέρικης βελανιδιάς. Να προσγειωθώ στα πορνοπεριοδικά που πέταξε περαστικός ο τρελός του χωριού. Να δω με τα μάτια μου τι κάνει η θλίψη στ’ ακροδάχτυλα που ζαρώνουν μόνα στο κρύο λουτρό της Παρασκευής. Δεν είμαι εγώ αυτός που βλέπει. Είμαι ο περαστικός. Ο τρελός. Μη λυπάσαι. Να χαίρεσαι που διαπίστωσες την αρρώστια που εμποτίζει τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Άνθρωποι σαν εμένα ζουν μόνοι, ερωτεύονται χωρίς ανταπόκριση, κρατούν από το χέρι τα αόρατα παιδιά τους και σταματούν να αναπνέουν σε εκείνο το κρύο λουτρό, από τον κάματο της τελευταίας τους μέρας. Μη λυπάσαι».

«Ξεχύθηκα με το βιβλίο ανά χείρας ανάμεσα στις αρχαίες πέτρες. Βάδιζα με μία κάποια κουλτούρα. Νομίζω πως διάβασα αρκετά ποιήματα. Τίποτε δεν κατάλαβα. Ένιωσα μια σιγουριά όμως κάτω από τον αφαλό μου που κουβαλάει ακόμη μνήμες λώρου πασχίζοντας να κρατηθεί στη ζωή λίγο πριν πεθάνει: σάβανα από πέτρες λευκές και μαύρες της νησιωτικής ακτής, πάνω στα φρύδια της γυναίκας που μου χαμογέλασε  με το στήθος προτεταμένο στον ερχομό του ηλεκτρικού συρμού, υγρασία, νοτισμένα φιλιά του παραδείσου που κρέμονται απελπισμένα από το ανεκπλήρωτο, ένας άστεγος που μου ζητά να τον λυπηθώ μα πιο πολύ λυπάμαι τον εαυτό μου, επιτάχυνση και ορμή στο άγνωστο μα συνάμα οικείο, η φωτιά της επιθυμίας είναι το παρελθόν μιας δύναμης που κρύβω, κάτι σαν ζωή μέσα μου, με κυνηγά ο άστεγος με το χέρι προτεταμένο, δεν σταματώ να τρέχω, χάχανα παιδικά από γλυκό του κουταλιού και από χριστιανική παραφίνη τυραννούν τα ρουθούνια μου, δεν σταματώ, η αυλή με τους καλλιτέχνες είναι μια αρένα με καρφωμένα ζώα που αιματοκυλούν στον καμβά της ανταπόκρισης, γι’ αυτήν πασχίζω και εγώ. Και τότε ο νους μου γύρισε. Σαν να με χτύπησε κάτι δυνατό, ρεύμα, λεωφορείο ή τρένο! Μα πίσω μου τρέχει η ανταπόκριση, κουρελής αδερφός με τον ίδιο πόνο της ύπαρξης. Στέκομαι και χαρίζω: καπαρντίνες, καβουράκια, παντελόνια, βρακιά, εντόσθια, καρδιά και αίμα. Σταμάτησε να με κυνηγά. Το βλέμμα του μια αίσθηση απρόσμενου πλούτου. Και εγώ απόμεινα ένας σκελετός -πιο γεμάτος από ποτέ- πάνω στον στύλο μιας δεσποινίδος Μαργαρίτας, να χορεύω ευτυχισμένος. Ας κλαίει η παρτενέρ μου, στο τέλος θα της σκουπίσω τα δάκρυα και θα την οδηγήσω στο εντός του μέλλοντός μας».

Και έζησε πια άνθρωπος, από το μείον στο ολίγον, μα ευτυχής για τη φύση του, που ενατένιζε το μέλλον του προορισμού του.

Θ.

Διαβάζοντας την Υψικάμινο του Α. Εμπειρίκου

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Μερκούτιος


Από τις πιο σπουδαίες και ωραίες ιστορίες
τους έρωτες μετρώ στα μάτια σου
και, αλίμονο, δε φτάνουν.
Και από τους ρόλους της σκηνής 
σαν διάλεξες
τον Μερκούτιο να παίξεις,
ακόμη και στη φαντασία την α-νόητη
στοιχημάτισα και έχασα
την καρδιά σου,
-η μοίρα της πένας όρισε πιο πολλά απ’ όσα ορίζει ο Θεός ο μέγας-
ένα πέρασμά σου στη γη,
με φίλιον αγάπη,
πιο σύντομο και απ’ τη ζωή της γλαύκας πεταλούδας.
Μα να ξέρεις, αγαπημένε μου,
πως μια ψυχή ασχεδίαστη, άγραφη
θρηνεί τον Μερκούτιό της απ’ αγάπη,
στην εγκιβωτισμένη και άγνωστη ιστορία
που έπλασα διαβάζοντας
για έναν έρωτα που εκπληρώθηκε
σε αφήγημα θανάτου.

Θ.

Στον Ν.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

Ο περίπατος

              Platonic Love by Hannah Hoch
Γλυκολυπούμενη η τύχη με θωρεί
όταν παιδί προχωρώ
ψηλαφίζοντας το θάρρος
στ’ ανθισμένα του κάμπου λιβάδια.
Στα λιβάδια που στροβιλίζομαι
και κατρακυλώ,
χτυπώ και σκοντάφτω
γυρεύοντας
ελπίδες εκπλήρωσης,
ελπίδες ματαίωσης να διευθετήσω.
Γυναίκα πετώ το δριμόνι στα
κίτρινα λουλούδια της τύχης,
στα ρόδα των ανέμων,
που μαδιούνται και σκορπίζουν στο χώμα.
Κι όμως, αν δε φοβάμαι πια,
στρέφω το βλέμμα μου μακριά
στις αλέες με τις λεύκες,
νοσταλγώντας την απραγματοποίητη εκδοχή μας,
καλέ μου,
<αφού δε σμίξαμε ποτέ κάτω από
τον ροδοστρόβιλο αγέρα>
μα οσφραίνομαι στη μυροφόρα πλάση
την ένωσή μας,
την από δάκρυ και προσμονή καμωμένη.

Θ.
(Διαβάζοντας Γ. Σεφέρη)

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Από τη Δάφνη στην Εδέμ

Adam and Eve (1909) by Edvard Munch

Το φίδι που σερνόταν κάτω από τη φούστα μου σταμάτησε να μ’ ακολουθεί  στην πλατεία με τα 24ωρα πατσατζίδικα στη Δάφνη. Το είδα κάπως πεινασμένο και χολωμένο απ’ το κατόπι, και αποφάσισε πως φαγητό και ποτό ήταν προτεραιότητες ζωτικής σημασίας πριν από τη δράση.

Και αφού ντερλίκωσε ποδαράκι και ήπιε δύο μπίρες λάγκερ ξανθές, αποθήκευσε ενέργεια και μ’ έφτασε καθώς περπατούσα έξω από τον Άη Γιάννη, εκεί μπροστά τίναξε τη φούστα μου, μπουρδουκλώθηκε στα πόδια μου και μ’ έσπρωξε πάνω σε μια νεραντζιά. Μου ζήτησε να γευτώ τον καρπό της για ν’ αποκτήσω τη γνώση του καλού και του κακού και εγώ αρνήθηκα γιατί τα νεράντζια είναι θεόπικρα και μόνο πετιμέζι στο βραστό νερό τα τρώγεις. Το ντερλικωμένο φίδι ρεύτηκε και μου ζήτησε τώρα επιτακτικά να το υπακούσω. Και άλλο δεν είχα να κάμω παρά να ακολουθήσω μήπως και ξεφορτωθώ τούτο το άθλιο ερπετό που σερνόταν ξοπίσω μου. Κατά κάποιον τρόπο το αποφάσισα.

Μεμιάς εμφανίστηκε εμπρός μου ο άντρας που είχε γεννηθεί από την αριστερή μου θηλή  και με παρότρυνε και εκείνος, πως είχε γνώση της ανείπωτης δύναμής του, να το γευτούμε μαζί. Οι δυο μας πέσαμε κάτω από την πικρή λιγωμάρα, μα σαν συνήλθαμε εκκλησιά δεν υπήρχε, ούτε δρόμος, ούτε αυτοκίνητα, ούτε πόλη, μόνο ένα δάσος γεμάτο ήχους κελαρυστούς από τρεχούμενο νερό και φλύαρα πουλάκια.

Μια φωνή ακούστηκε ντροπαλή ζητώντας ταπεινή συγγνώμη για την άδικη εξορία μας, γιατί σαν ερπετό δυο φορές εμφανίστηκε, αλλά τούτη ήταν η επιφάνειά του και πώς όλες του κόσμου οι δοκιμές θα μας βγάζουν πάντα ηττημένους. Μα είναι πραγματικά δύσκολο για τον παντοδύναμο να μην διαπιστώνει αυτό που ήδη γνωρίζει για τον αδύναμο, καθώς τα παιχνίδια είναι αναγκαία στο μοναχικό του σύμπαν. Τον συγχωρέσαμε γιατί ήταν και ωραία μακριά από τη βαβούρα της πόλης. Για κάποιο περίεργο λόγο αποδυθήκαμε το ελάχιστο κομμάτι υφάσματος που κάλυπτε τα κορμιά μας. Τρέξαμε μετά να βρούμε το νερό που βούιζε στ’ αυτιά μας, και δεν με κυνηγούσε πια το φίδι, μα κυνηγούσα εγώ το γέννημα της θηλής μου, όπως τότε που με έκανε να λιμπιστώ το μήλο.

Ματαιότης· στην πόλη το 'βρισκα σε αφθονία. Στάρκιν 1,79 το κιλό.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Στο τέλος


Στον κάμπο τον χρυσό της Κωπαΐδας
τα καλοκαίρια τα ζεστά της άγριας νιότης
ακολουθούν μαύρα τα μάτια φαντασίας
στων παιδικών ονείρων της θυσίας
στα τρένα φίδια της γραμμής της πρώτης.

Στην πέτρινη τη γούρνα πέσαν μέσα
όλο με χάχανα, χαρές που θησαυρίζουν
το παρελθόν χωρίς αυλάκι πίκρα
με άγνοια στου μέλλοντος τη μοίρα,
δεν κλάψανε στο νου τους, παιδιαρίζουν.

Η δίψα της αγάπης καμωμένη
από γλυκό κεράσι, ζάχαρη και μέντα
φωλιάσανε τα χείλια στην κουβέντα
αδιάφορα στο άγαλμα που στέκει
το πένθος και ριζώνει μέρα νύχτα.

Ανθός ψηλός σαν την αυγή ωραίος
μοιάζει του πόνου του γλυκού στο στήθος
πέταξε, έφυγε μακριά σαν μύθος
της μάνας το σκασμένο χείλι δέος
τη λύτρωση δεν χάρισε ο κήπος.

Στον κήπο αυτό να τρέχει η ψυχή μου
που δεν την κιότεψε η μάνα που πενθεί,
στην πέτρινη τη γούρνα η ευχή
που στροβιλίζει στης μνήμης τη στροφή μου
στη χαρμολύπη ξανά ας βυθιστεί.

Κλείνω τα μάτια στον ήχο της σιωπής,
αργοπεθαίνω με εικόνες σημασίας,
ας γεύτηκα το σύκο της πικρής
ζωής· στης χωματένιας διαδρομής
τον κάμπο τον χρυσό της Κωπαΐδας.

Θ.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Το πρόσωπό σου τόμος από άνθη στο στήθος μου και αποκοιμήθηκα


Δες με
που επιθυμώ το τυραννικό κάλεσμα
της θεϊκής μορφής σου,
άπαντα τα έργα σου αναζητώ
κλεισμένα ανάμεσα στα στήθη,
να μου τα καις με το αναμμένο σου τσιγάρο,
δυο ρουφηξιές και φιλιά από άνθη μέσα στην καρδιά μου.
Την καρδιά που αλάφρυνες
από τις ενοχές της απείθαρχης πίστης μου,
της αμαρτίας που συγχώρησα
στο αλμυρό νερό βουτώντας το κεφάλι μου
να πνιγώ από τη δρόσο τ’ Αναπλιού σου.
Γιατί εσύ και εγώ αγαπήσαμε το ίδιο
τον αδερφό που στέκει λυπημένος
με το μαχαίρι να στάζει πάνω από το θυσιασμένο ζώο.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Το ένδοξο τέλος της εξιδανίκευσης

A detail from The Kiss by Edvard Munch

Στη στράτα που ‘μαθες να περπατείς στο πρωινό τ’ αγιάζι,
με φρέσκια όψη από λουτρό με νιότη και με ρώμη,
στα κίτρινα φώτα της σιγής άνοιξες τη ματιά σου
χωρίς στιγμή να φοβηθείς τη νόσο στην καρδιά σου,

και ζήτησες εναγώνια, σχεδόν με παρακάλια,
τον θάνατο με αντάμωση μακριά να τον γνωρίσεις,
πρώτα με αγάπες άδολες ο νούς σου να αποκάμει,
πρώτα να νιώσεις το φιλί στο χείλι το κρυφί σου.

Και χρόνοι επεράσανε με φιλντισένια χιόνια,
με ανέμους που παράσυραν τα κίτρινα τα φύλλα,
με αγάπες πρόσκαιρου χαμού σε ρόδινα ακρογιάλια
με στέφανους και μυρωδιές που φώλιασαν στα πέτα.

Στης γης τη φύση τη λαμπρή στα χρώματα της μέρας,
στο καστανό σου πρόχωμα φύτεψες δυο παρτέρια
με κόκκινα γαρίφαλα και άσπρες μαργαρίτες
για να μετράς τα τάματα τα πρόσκαιρα της νύχτας.

Μέρα και νύχτα απορείς πώς χάθηκε η πίστη,
η πίστη στη μεγάλη σου την άπιαστη αγάπη,
στον άνθρωπο που δίδασκε το μόνο ιδανικό σου,
να ξεχειλίσει η ψυχή πριν να την παραδώσεις.

Και να που την παρέδωσες μια Κυριακή ωραία,
που κελαηδούσαν τα πουλιά, χρυσομανούσε ο ήλιος,
και μόλις εξεψύχησες στης νιότης μονό κρεβάτι,
ξεχείλισες από της γης τα θαύματα, τα σκέρτσα,
ευγνωμονώντας την πνοή της πιο μικρής στιγμής σου.


Θ.


Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Η δασκάλα της ποίησης

Letters to a young poet by Vanessa Lemen


Αργό και μακρόσυρτο βήμα, τα μάτια σφαλίζει ξανά,
στα περιθώρια φιδοσέρνεται ο λόγος,
στους διαδρόμους,
λίγο πριν τη διάλεξη των ανομολόγητων παθών.
Ό,τι στοχάζεται
αιωρείται,
πλανάται, 
ταξιδεύει
στην ατέρμονη εφαρμογή του,
στο κλειστό δωμάτιο της ζέσης
ή της αναβολής,
της αΐδιας προσήλωσης στον έναν,
κάθε φορά στον έναν.
Και η διαπίστωση
η πιο ηδονική μορφή της σκέψης
ζωγραφίζεται μόνη
στο πρόσωπο του χαμόγελου
με τα σύμφωνα και τα φωνήεντα να χορεύουν σφιχτά,
τι ήταν αυτό που αγάπησε στον ξέφρενο τον στίχο,
τι ήταν αυτό που ζήλεψε στον ήρωα που λυπάσαι,
τι ήταν αυτό που φώλιασε στη μνήμη του βιβλίου
που δεν έγραψε ακόμα.
Το δίχως άλλο,
το πάθος της,
η μονοπρόσωπη αγάπη που σου δείχνει
κολλώντας την ακοή της στα χείλια σου,
σε εξυψώνουν.
Και για όσα δεν εννόησες,
<πολλά, ατέλειωτα, γραμμένα
στις μνήμες των αναποφάσιστων γραφιάδων>
παρασιτείς
στον κρυμμένο από κοτσίδες αυχένα,
σαν μια σταγόνα από φτηνό άρωμα της λαϊκής αγοράς.


Θ.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Παρακαταθήκη Αναμνήσεων

Painting by Julia Schuster


 
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα
οι τύχες διασταυρώνονται στο λερωμένο
πεζοδρόμιο της πόλης.
Φώτα, φωνές και μουσικές
ένα φάλτσο βουητό,
με ένα νόημα κρυφό
που μόνο ο άνθρωπος που ξαποσταίνει
καταλαβαίνει,
τεντώνοντας τα πόδια
με τις παλάμες ανάμεσα στους μηρούς,
γεμίζοντας με κόμπους και αίμα τα χέρια από το
σκληρό μολύβι.
Οι λέξεις χαράσσονται στην άσφαλτο,
στις πέτρες και τα ψιλά χαλίκια,
στις πλατείες και στις ασώματες μαρμάρινες κεφαλές,
στους τοίχους πίσω από την
αιμόφυρτη καρδιά,
στους φράχτες που φυλάκισαν τους αθώους,
στους χαμηλούς θάμνους της νησίδας
των λεωφόρων,
στο εικονοστάσι που έστησε η μητέρα
κι ύστερα κρυφά ξεπούλησε τη ψυχή της στο διάβολο,
δίκαιη ανταλλαγή για δυο κουβέντες στο αυτί
και ένα φιλί στο μάγουλο.
Έτσι κάθισα και εγώ να ξαποστάσω,
και βγήκες μέσα από το βουητό
ένας τυχαίος περαστικός,
ωραίος σαν τη θλίψη,
τύχη που συναπάντησα
με άδολο ενθουσιασμό
να φυλακίσω το διάβα σου στο αιώνιο·
να ερωτεύομαι τη θύμησή σου σαν σε διαβάζω
τυχαία στη σκονισμένη χαρτούρα
που θα κρατώ με χέρια τρεμάμενα
μπροστά στα γερασμένα μου μάτια.

Θ.


Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Ο ξενιτεμός

(στη φίλη που αγαπούσε τα ποιήματα
πριν από την ανακάλυψή τους)

Χιλιάδες μίλια μακριά
μπορείς να είσαι
ό,τι δεν μπόρεσες,
ό,τι δεν σε άφησε
να αναγεννηθείς μέσα απ’ τις στάχτες
που μάζεψαν όπως-όπως
με σκούπα και φαράσι
όσοι σου χρέωσαν
άωρη ψυχή
μπροστά στην απαίτηση
της στυγνής και αλύπητης
ενηλικίωσης.

Θ.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Στον ανώνυμο ποιητή


Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω,
αν έχεις χείλια κόκκινα,
κεράσια και διαμάντια,
μάτια του κάμπου χειμωνιά
χρυσά του θέρους στάχυα
το θαλασσί της θάλασσας
το χρώμα της αγάπης,
αν έχεις γενναιότητα,
ή λούφαξες στην πίκρα,
αν ειν’ τα χέρια σου τραχιά
στο γράσο και στ’ αμόνι
ή είναι ατσαλάκωτα τα
πορφυρά σου κάλλη.

Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω
αν οι φωτιές σου κάψανε
όλο το λογικό σου,
αν στην αλμύρα πνίγηκες
βουτώντας διψασμένος,
αυτούς που σε γεννήσανε
και εκείνους που σ' αφήσαν,
τον έναν που σε αμάρτησε
στον θαυμασμό της νιότης.

Ξέρω ότι στους εύσχημους
του νου σου τους διαδρόμους
βήτα και ρο τα φώλιασες
στους κέδρους και στις θούγιες
φίλησες νεραϊδόχειλα,
μάδισες μαργαρίτες
και στις ωραίες μουσικές
που άκουσα με τ’ αυτιά μου
μου ‘δωσες τη γαλήνη μου
να λέω πως γνωρίζω
τι είσαι τουλάχιστον εκεί
βαθιά μες την ψυχή σου.

Θ. Σ. Ρ. Δ.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Η ζωή μετά

                        Το κρύο διαπερνά τα ρούχα
και τις επτά στρώσεις από τα κουφάρια που
βράζουν το σκληραγωγημένο θυμικό της νιότης.

Τα δάχτυλα εξέχουν
από το κομμένο συνθετικό ύφασμα που
ηλεκτρίζεται πάνω στο άλλο χέρι. Μόνο
οι λεπτές ίνες στανικά προς ανοδική
 <μάταιη> πορεία και η σιωπή.

Ο περίπατος μάς στοιχίζει
μιαν ώρα. Ώρα για τη φρέσκια πνοή που βροντοφωνάζει
τον έρωτα στις γωνίες, στα σκοτεινά πλακόστρωτα,
στα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών με τα
σουβενίρ, των μουσείων με τα κιλίμια και τα πλεκτά.

Το ψιλό χιόνι
ξάπλωσε απαλά στις τούφες
καθώς κοιτάξαμε γιατί νιώσαμε το ίδιο,
ανήμποροι ν’ αντισταθούμε στη στιγμή
που αλαλιάζει τα μυαλά και τις καρδιές
όταν το βέλος ολόχρυσο στοχεύει.

Πριν μας καρφώσει,
μόνη λύση η ζεστασιά. Με τα πόδια
σταυρωμένα, ανήσυχα στις ρυθμικές παλινδρομήσεις,
παίρνω το χαρτί στα χέρια, τα δάχτυλα λησμονούν
το ψεύτικο ύφασμα, η βούληση τα
ορμηνεύει να ανοίξουν τους φθόγγους
που ήχησαν στο νου όλο νοήματα και πειρασμούς.

Το ναι δεν είναι παρά
το τέλος του άλλοτε διατρανωμένου εγώ,
όλα, αποφάσεις και διαστάσεις, συναποφάσεις
και μηδέν, εγγίζονται επτά συν επτά στρώσεις,
νυστέρι δεν μπαίνει τόσο βαθιά.

Τίποτε άλλο ο έρωτας παρά ένας μεγάλος μπελάς.

Θ.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Το παντούμ της τελευταίας ελπίδας

Τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία
απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
γραμμένη σε νότες φριχτή συμφωνία
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή

Απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή

Κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί

Αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
πώς βρήκες να χτίσεις μια νέα θρησκεία
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί
τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία.



Θ.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Ερωτικός λόγος, ο ομφαλός του κόσμου


Στο δωμάτιο με τη δίφυλλη πόρτα
η μορφή σου ξεπροβάλλει,
η απρόσιτη αύρα,
τα μάτια του απύθμενου μαύρου,
το ψέλλισμα του κάτι που αιωρείται
<κανείς δεν κατάλαβε τι είπες>
Πόσο σ’ αγάπησα,
όπως η κάμπια τη μεταμόρφωσή της
στην εφήμερη όλο χρώμα ζωή της,
τόσο άπειρα
σε μια στιγμή στον αιώνιο χρόνο.
Άνοιξα μια μαύρη τρύπα στο σύμπαν
και έκρυψα μέσα την καρδιά μου,
αποζητώντας ταξιδευτής να γίνεις,
να πιέσεις με το μεγάλο σου δάχτυλο
τον παλμό μου
μέχρι να ματώσει.
Δεν είναι από δεύτερο χέρι η αλήθεια μου,
δεν είναι σύννεφο ανοιξιάτικο
μπροστά από το ξαπλωμένο φεγγάρι.
Είναι δική σου η αλήθεια μου,
τόσο δρόμο έκαμες για να τη δεις,
εξαϋλώθηκε η τύχη σου
πάνω στ’ απομεινάρια του έρωτα,
για να τη συναντήσεις.
Τι περιμένεις λοιπόν;
Ας ζήσουμε μαζί στον αιώνιο κόσμο,
αστέρια όπως σώματα που δε σβήσανε ποτέ,
παρά μόνο μετά από δέκα εκατομμύρια χρόνια,
σε μιαν επέτειο συμπαντική από χρυσάφι,
ας ξαναγεννηθούμε νέοι,
σκληροί και αλαζόνες,
πίσω από τη δίφυλλη πόρτα
να συναντηθούμε,
κάτι να ψελλίσεις και κανείς να μην καταλάβει.
Να σ’ αγαπήσω ξανά από την αρχή.

Θ.



Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Στο σκοτάδι



τι στίχους να σου γράψω
τώρα που νύχτωσε, με το
ζόρι διακρίνω τα 
σκαλίσματα από μελάνι
στο χαρτί, άραγε σου
αρκεί που έφτιαξα
ένα λουλούδι
ή
ζητάς
να 
έχει
κάποια σημασία
για 
σένα;

Θ.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ



Στο κενό φύλλο που από λάθος προσπέρασα
άφησαν ίχνη
οι θλίψεις της κυριακάτικης νύχτας,
της τύχης μου που μίσεψε
σε μέρη άγνωρα.
Ίσως να τα είδα κάποτε στα παιδικά μου όνειρα
μα τώρα πια δε τα θυμούμαι.
Είναι λύπη καθαρή
η άδεια μνήμη,
είναι μάταιος ουραγός της γενναίας εκδοχής μου.
Κι αυτή ακόμη, κουλουριάζει
και μαζεύει τα γόνατα στα χέρια,
έμβρυο μέσα σε παγωμένη μήτρα,
την ώρα του ύπνου,
την ώρα της αναζήτησης του ίδιου ονείρου,
με την αμέλεια αδιάλειπτα
που διαφεντεύει το θυμικό,
να με καλύψει ένα αόρατο χέρι με βαριά τσόχινη κουβέρτα,
να ζεσταθώ παιδί δέκα χρονώ,
να κοιμηθώ μέχρι το γιόμα
και να ξυπνήσω στη χώρα με τα παραμύθια.



Θ.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Χρησμός Ι


Μια μέρα θα με χτυπήσει ηλεκτρισμός τσιμπώντας με μανία
την αορτή μου, θα με διαλύσει μια σύγχρονη ταχεία σε αφύλακτη διάβαση,
θα με σπρώξει ο διάβολος πέρα από την κόκκινη γραμμή και από το σοκ θα
μαδήσουν τα φτερά μου, στο κεφάλι μου θα πέσει γλάστρα πήλινη με αυστραλέζικο
βασιλικό από μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου, θα με καταδικάσει σε θάνατο ένας
αρειμάνιος Ιαβέρης για την αμαρτία της τραγωδίας που έπαιξα δύο και έναν ρόλους,
θα με ρουφήξει το στόμιο του Άδη πριν προλάβω την ανάσα μου ν’ αφήσω,
και όταν η βία ξεριζώσει τη συνείδηση από τις φλέβες μου,
και με αναγκάσει όρκους απάτητους να δώσω στα νερά της Στύγας,
θα ρίξω το στήθος μου γυμνό μέσα στην πηγή
μα θα ‘ναι αργά αθανασία ν’ αποκτήσω, παραμυθιάζοντας το χέρι
της μοίρας μου πάλι θα γυρίσω νέα ζωή να διαλέξω, και στην ανθρώπινη αράδα
θα σταθώ λαχνούς από τα πόδια της να διαλέξω,
και θα είσαι εκεί αιώνια αγαπημένος από όλους τους αγαπημένους,
να μαραζώνει και να κλαίει το πρόσωπό σου, να στάζει πίκρα το χείλι και η γλώσσα,
ν’ ακουμπάς το κεφάλι στη χούφτα που άλλοτε παλλόταν μουσκεμένη
από έρωτα χιλιόχρονο που χάθηκε στο θάνατο της σάρκας
και δε θα με θυμάσαι ούτε και εγώ εσένα
σαν γεννηθούμε πάλι απ’ την αρχή με κλάμα που πονέσαμε τη λήθη να γευτούμε.


Θ.