Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Το ιπποτικό δίδυμο που άφησε ιστορία
Η φαντασία γίνεται πολλές φορές πράγμα αλλόκοτο και αξιοκατάκριτο, ειδικά όταν αυτή μεταστρέφει ολόκληρο το ανθρώπινο είναι και το βάζει σε περιπέτειες που κανείς (προσγειωμένος) δεν μπορεί να αποδεχτεί ως κάτι πιθανό ή ακόμη και υπαρκτό. Πόσοι θα ήθελαν αλήθεια να εγκλείσουν αυθωρεί και παραχρήμα αυτόν τον ασήμαντο αγρότη Αλόνσο Κιχάνο, που φαντασιώθηκε τον εαυτό του για ιππότη, αυτο - αποκλήθηκε Δον Κιχώτης και ξεκίνησε όχι μία, αλλά δύο φορές, ένα ανόητο ταξίδι, τέτοιο που υποτίθεται ότι θα καταξίωνε την ιδιοσυγκρασία της ιπποτικής ζωής, αφού θα έπρεπε (αν μη τι άλλο) να είναι γεμάτο από περιπέτειες; Ο Δον Κιχώτης (αφού έτσι το ήθελε, δεν έχω λόγο να τον αποκαλέσω Αλόνσο Κιχάνο), "πάσχει" από μιαν εσωτερική σπίθα, που κάθε τόσο τον τσιγκλάει και τον ωθεί να την υπακούσει. Διαβάζει πολλά ιπποτικά διηγήματα, ταυτίζεται με τους ήρωές τους και, όταν τελικά αποφασίζει να επισκευάσει μια παλιά σιδερένια στολή, επιστρατεύει το λιπόσαρκο και άχαρο άλογο του, για να ακολουθήσει τη μοίρα του: να γίνει ο ήρωας που αισθάνεται ότι είναι, να προστατεύσει τους αδύναμους, να αποκτήσει την όμορφη αγαπημένη του (κι ας μην το ξέρει εκείνη πως είναι αγαπημένη του, και ας την ονόμασε και αυτή αυθαίρετα Δουλτσινέα). 
Το άγαλμα του Μιγκέλ ντε Θερβάντες στη Ναύπακτο

Στο πρώτο σύντομο ταξίδι του χρίζεται - πράγμα που περίμενε με ανυπομονησία - ιππότης στο κάστρο που συνάντησε στο δρόμο του, το οποίο στη πραγματικότητα ήταν χάνι, αποδίδει για πρώτη φορά το δίκαιο σώζωντας έναν υπηρέτη και επιστρέφει στον τόπο του, για να συμπαρασύρει στις περιπέτειές του τον φοβισμένο, αλλά παραδόπιστο γείτονά του Σάντσο Πάντσα. Οι δυο τους ακολουθούν έναν παρόμοιο δρόμο γεμάτο περιπέτειες και εκπλήξεις, με τους γνωστούς ανεμόμυλους - γίγαντες και με την υπόσχεση κάθε φορά πως όλα γίνονται στο όνομα της αγαπημένης του. Το αποτέλεσμα για έναν άνθρωπο καθ' όλα λογικό είναι ίσως ένα τίποτα. Γι' αυτόν όμως που αγαπά και σέβεται την εσωτερική ελευθερία, όταν μάλιστα αυτή επιβάλλεται στην εξωτερική, αυτό το βιβλίο αποτελεί τον ανθρώπινο άθλο, τον ύμνο στη φιλία, την μοναδική λογική εξήγηση τούτης της παράλογης ζωής.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Πισωγυρίσματα

Το 1962 στο θέατρο Μετροπόλιταν η επιθεώρηση αναγεννήθηκε στα χέρια των Χατζιδάκι, Καστρινού, Αργυράκη και Σολωμού, με πολλούς και γνωστούς πρωταγωνιστές με την Οδό Ονείρων. Την ίδια στιγμή στο θέατρο Παρκ, ο Μίκης Θεοδωράκης ανέβαζε την Όμορφη Πόλη και η Αθήνα ήταν μεστή από δημιουργίες, διαμορφώνοντας έτσι έναν καλλιτεχνικό ανταγωνισμό. Το Θέατρο, όπως δεν το βρίσκει σήμερα ο Αθηναίος, πάντρεμα όλων σχεδόν των μορφών τέχνης, γίνεται έτσι το υπέρτατο κάλεσμα σε αυτή την ίδια, την τέχνη. 


Την τέχνη που έχουμε λησμονήσει, τη δημιουργία που έχει να προσφέρει πολλά, αυτή που σε κάνει να πισωγυρίζεις σε παλιούς καιρούς (κι ας μην τους έζησες), σε κάνει να αποστρέφεις το βλέμμα σου από το παρόν (κι ας σε στενοχωρεί, κι ας πουν πως δεν εκτιμάς το τώρα). Την τέχνη που δε μπορεί να παράξει το σήμερα, είτε γιατί αρνείται πεισματικά, είτε γιατί έχει χάσει για λίγο την έμπνευσή του. Το ίδιο άλλωστε δε συμβαίνει με τη λογοτεχνία; Είμαι πολύ απογοητευμένη ή πραγματικά δεν υπάρχουν πια (ή προσωρινά έστω) τούτοι οι φοβεροί άνθρωποι που μπορούν να ανταγωνιστούν με τις τέχνες τους, να τις βάλουν άφοβα να αναμετρηθούν και να μείνουν στο χρόνο; 60 χρόνια μετά; Ποια είναι εκείνη η μαγεία που αποπνέουν ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Δάντης, ο Θερβάντες, ο Μπετόβεν, ο Πικάσο, ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης; Δεν ξέρω. Δεν θέλω να πιστεύω πως είναι εμμονή στο κλασικό. Είναι κλασικό γιατί είναι θεσπέσιο, εξαιρετικό.



Και Το Πάρτυ από την Οδό Ονείρων ερμηνευμένο με θαυμάσιο τρόπο από έναν σύγχρονο καλλιτέχνη, τον Φαέθωνα Αδαμίδη.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

"Το Χρονικό μιας Μοιχείας" της Μάρως Βαμβουνάκη

   Ο έρωτας είναι το θέμα που επιζητώ γενικά στη λογοτεχνία, γι' αυτό άλλωστε αγαπώ ιδιαίτερα τις Αγγλίδες συγγραφείς που καταπιάνονται με τον έρωτα όπως διαγράφεται κατά τη Βικτωριανή εποχή. Οι Έλληνες συγγραφείς αντιπροσωπεύουν κατά κύριο λόγο έναν λαό με πολυποίκιλη ψυχοσύνθεση, αποτέλεσμα πολλών - κυρίως κοινωνικών - αλλαγών που έζησε τούτος ο κόσμος. Εν ολίγοις, δε θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ την ελληνική πένα να διαγράφει την αφέλεια του έρωτα μιας Άννας Έλλιοτ, μιας Ελίζαμπεθ Μπένετ ή μιας Κάθριν Έρνσο (αν και η τελευταία περιπλέκεται σε μια στοιχειωμένη ιστορία, που ξεφεύγει από τα κλασικά πρότυπα της αφέλειας).
   Το Χρονικό μιας Μοιχείας, που κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του '80, ήταν πολλά υποσχόμενο. Η Μάρω Βαμβουνάκη καταπιάνεται εδώ με την αναζήτηση του έρωτα. Εκείνη την ακατάπαυστη αναζήτηση που χαρακτηρίζει τη γυναικεία ψυχοσύνθεση, την άτεγκτη επιθυμία να αποτελέσει το μοιραίο πάθος ενός άντρα. Ενός άντρα όμως που δεν έχει πρόσωπο ή που δεν έχει τελικά σημασία το πρόσωπό του, γιατί η ιδέα του έρωτα είναι πιο ίσχυρη από την ίδια την εικόνα του, από την ίδια την ενσάρκωσή του. Η Άννα, η ηρωίδα και αφηγήτρια, βρίσκεται παγιδευμένη σε έναν γάμο που είναι συμβατικός, που του λείπει το συναίσθημα και το αίσθημα. Η Άννα δεν μπορεί να αναπνεύσει ζώντας μέσα σε αυτή τη συμβιβασμένη ζωή και από τούδε και στο εξής επιδίδεται σε έναν εσωτερικό διάλογο που χωρίζει τη ψυχή της στα δύο: σε αυτή που την προτρέπει να γευτεί την έκσταση από άλλον άντρα και σε αυτή που την κρατά πίσω, που της θυμίζει πως η μοιχεία καταπατά τα όρια της επιτρεπτής ηθικής. Ο εσωτερικός αυτός διάλογος καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου, πράγμα που μάλλον τροφοδοτεί τον αναγνώστη με την αιτιολόγηση της πορείας του θηλυκού νου από την συνειδητοποίηση της δυστυχίας μέχρι την τελική επιλογή, της πορείας που η ίδια η συγγραφέας ονόμασε "χρονικό". Η τελική επιλογή φυσικά δεν έχει καμία σημασία, σημασία έχουν τα ερωτήματα που γεννώνται στην αφηγήτρια: "Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα ή μόνον τον έρωτα αγαπάμε;...Τη μορφή τους πόσο αγαπάμε και πόσο τη μεταμόρφωση που σχολαστικά επεξεργαζόμαστε;"
    Επαναλαμβάνω ωστόσο πως το Χρονικό μιας Μοιχείας ήταν πολλά υποσχόμενο. Οφείλω να πω ότι μου έλειψε η υπερβολικά η πλοκή ή η παρουσία άλλων ουσιαστικών πρωταγωνιστών. Η ιδέα ότι όλα συμβαίνουν στο μυαλό της Άννας είναι σαφώς ιδανική για τη θεματολογία του έργου, όμως δεν αισθάνθηκα έναν μεστό χαρακτήρα που θα μπορούσε να καλύψει τα κενά που υπάρχουν ένεκα της ίδιας της ιδέας. Εν τέλει, μπορώ να πω ότι κουράστηκα με αυτή την αναζήτηση, και ως γυναίκα ακόμη ένιωσα ότι "γνώρισα" έναν άνθρωπο που γκρινιάζει πολύ. Επιπλέον, θεωρώ πως η "Ντούλια", ένα λίγο μεταγενέστερο βιβλίο της Βαμβουνάκη, που καταπιάνεται πάνω κάτω με το ίδιο θέμα, τίθεται σε ένα περιβάλλον ολοκληρωμένης πλοκής, με ουσιαστικούς χαρακτήρες, με ενδιαφέρουσα εξέλιξη που δεν κουράζει τον αναγνώστη και εμπεριέχει σε ικανοποιητικό βαθμό την πολυπόθητη εσωτερική αναζήτηση του έρωτα, που φαντάζομαι ότι ήθελε να περιγράψει η συγγραφέας. Κατά τα άλλα είναι ένα μικρό βιβλιαράκι, που διαβάζεται μέσα σε ένα απόγευμα, δε θα αποτελέσει χάσιμο χρόνου.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

"Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον" του Ζοζέ Σαραμάγκου

Περπατώντας χτες το μεσημεράκι, Μ. Τρίτη, στο κέντρο κατευθυνόμενη στο στέκι μου για έναν γρήγορο καφέ που τελικά κατέληξε αρμένικη βίζιτα πέρασα από ένα περίπτερο που πουλάει τα πάντα: από τσίκλες, καραμέλες και σιγαρέττα, μέχρι πούρα, καλλυντικά ευρείας κατανάλωσης και βιβλία...Η σειρά των βραβείων Νόμπελ από τις εκδόσεις Καστανιώτη δέσπόζε μπροστά από το περίπτερο και με παρέσυρε να αγοράσω "Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον" του Σαραμάγκου. Επίκαιρο καθώς είναι, και επειδή θέλω πάντα να αισθάνομαι ότι μπαίνω στην ανάλογη διάθεση που συνοδεύει τη βαθιά θρησκευτική γιορτή του Πάσχα, ακόμη και εάν την αισθανθώ από μία άλλη όψη και οπτική (άλλη από αυτή που παραδέχεται η Εκκλησία), το βιβλίο δεν ξεκόλλησε  από τα χέρια μου από χθες. Το διαβάζω στο σπίτι, στη δουλειά με την πρώτη ευκαιρία, στο λεωφορείο (κι ας ζαλίζομαι), και φυσικά έχω βάλει στην άκρη τον Χανς Κάστορπ, τον Φερδινάνδο Μπαρνταμού (που έφτασε στη Μάυρη Ήπειρο και τώρα το πράγμα έχει αποκτήσει έναν απίστευτο ρυθμό), τους ήρωες του Πόε και άλλους...Η κλασική ιστορία από την πλευρά του Σαραμάγκου ξεκινά με την περιγραφή της ξυλογραφίας (1495) του Άλμπρεχτ Ντύρερ με την απεικόνιση της Σταύρωσης, που, φίλε αναγνώστη, αν ξεκινήσεις να τη διαβάσεις από περιέργεια, επειδή θέλεις να ρίξεις μια πρώτη ματιά, δεν υπάρχει περίπτωση να μη συνεχίσεις. Αυτό δε που προκαλεί εξαιρετική εντύπωση είναι η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση και οι σκέψεις κάθε γνωστού πρωταγωνιστή (καθ' όλα ανθρώπινες), πράγμα που δικαιολογεί σε πρώτη φάση τη δυσαρέσκεια της καθολικής κοινότητας της Πορτογαλίας και της απόρριψης του βιβλίου από το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Εγώ θα πω πάλι (ΉΔΗ) εξαιρετικό, περιμένω εναγωνίως τις σκηνές, όπως διαβάζω στο διαδίκτυο, κατά τις οποίες είναι φανερή η ελεγχόμενη ελευθερία του ανθρώπου με την επινόηση της θρησκείας, πιστεύω ή δε πιστεύω...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Διαβάζοντας αυτό τον καιρό...(9) Το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν


Νεραγκούλα ή Anquilegia, η αφορμή της
ενασχόλησης του Χανς Κάστορπ με τη Βοτανική

Η συνέχεια του βιβλίου χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ενός ακόμη μέντορα, του Νάφτα, που από όσο φαίνεται θα επηρεάσει τη σκέψη του Χανς Κάστορπ και μάλλον πως αυτό προκάλεσε από την πρώτη κιόλας γνωριμία τους τη ζήλεια του Ιταλού Σεττεμπρίνι, που θα αναγκαστεί τώρα να μοιραστεί τα σκήπτρα οιασδήποτε φιλοσοφικής συζήτησης. Ο "παιδαγωγικός έρως" διαχέεται στην ατμόσφαιρα του δεύτερου τόμου, κάτι που ο Τόμας Μαν χειρίζεται με επιδέξιο τρόπο (Αν ο Βάγκνερ έγραφε μουσική γι' αυτό το έργο, θα ήθελα πραγματικά να ήξερα ποια μελωδία θε επέλεγε ως Leitmotiv σε αυτές τις σκηνές). Αυτός ο "παιδαγωγικός έρωτας" έρχεται μάλιστα να καλύψει το κενό που άφησε πίσω της η μαντάμ Σωσά, που αναχώρησε από το Σανατόριο και για την ώρα δε φαίνεται ότι θα επιστρέψει. Επιπλέον η αίσθηση του χρόνου που κυλά (πιο γρήγορα τώρα σε σχέση με τον πρώτο τόμο) περιγράφεται με τη βοήθεια των αλλαγών του καιρού και της βοτανολογίας! Ότι ο Τόμας Μαν καταπιάνεται με πολλά θέματα είναι γνωστό, θα έλεγα όμως ότι ο καημένος αναγνώστης χάνεται κάπου εκεί που αρχίζει ο συγγραφέας πλέον και μιλά σαν ειδικός επιστήμονας. Αναγκάστηκα να επιστρέψω πολλές φορές πίσω σε κάποιες σελίδες, γιατί φοβόμουν μη χάσω κάτι που θα ήταν σημαντικό στη συνέχεια. Παρόλο που ήταν μάλλον κουραστικό ως διαδικασία, θα έλεγα ότι είναι η ίδια η ουσία της συγγραφής του Τόμας Μαν, να καταπιάνεται δηλαδή με την επιστήμη και τη φιλοσοφία, ειδάλλως δεν θα είχε καμία υπόσταση η διαπίστωση του ομοιοπαθούντα ξαδέλφου του Χανς Κάστορπ, του Γιοάχιμ που απομακρύνει και πάλι των ήρωα από τη νοσηρή πραγματικότητα που ζει: "Αχ, εσύ γίνεσαι όλο και πιο έξυπνος εδώ πάνω, με τη βιολογία σου και τη βοτανική και με τα ασταθή σου ηλιοτρόπια. Και με τον 'χρόνο' ασχολήθηκες από την πρώτη μέρα που ήρθες. Εμείς όμως είμαστε εδώ για να γίνουμε υγιέστεροι, όχι εξυπνότεροι - υγιέστεροι και τελείως υγιείς, ώστε να μας απελευθερώσουν και να μας στείλουν αποθεραπευμένους στον κάμπο!" Μήπως ο ήρωάς μου δε θέλει να αποθεραπευτεί; Μήπως εδώ, στο Βουνό, αντί για το θάνατο, να γνώρισε τη ζωή;