Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνια Πολλά


“One can never have enough socks," said Dumbledore. "Another Christmas has come and gone and I didn't get a single pair. People will insist on giving me books.”

J.K. Rowling, Harry Potter and the Sorcerer's Stone

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλει

Αφορμή για τη σύλληψη της ιδέας στάθηκε ένας άτυπος "διαγωνισμός" στον οποίο συμμετείχε τούτη η γυναίκα με τον σύζυγό της, Πέρσι Σέλει, τον φίλο τους Πολιντόρ και τον λόρδο Βύρωνα στην κατοικία του τελευταίου στις Άλπεις στα 1817. Η συμφωνία ήταν να επινοηθεί η πιο τρομακτική ιστορία. "Ο Ευγενής συγγραφεύς άρχισε μια ιστορία που απόσπασμά της τύπωσε στο τέλος του ποιήματος για τον Μαζέπα. Ο Σέλει, που ήταν πιο άξιος να δίνη σάρκα σε ιδέες και αισθήματα με την ακτινοβολία λαμπερών περιγραφών...άρχισε ένα διήγημα με βάση τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων. Ο δυστυχής Πολιντόρ είχε μια τρομερή ιδέα: μια κυρία με κεφάλι σκελετού που τιμωρήθηκε γιατί κοίταζε από μία κλειδαρότρυπα...εγώ προσπάθησα να σκεφτώ μια ιστορία...που θα μιλούσε στους ανεξιχνίαστους τρόμους της ανθρώπινης φύσης και θα προκαλούσε φόβους ανατριχιαστικούς - μια ιστορία που θα έκανε τον αναγνώστη να φοβάται να κοιτάξη γύρω του, που θα έκοβε το αίμα του και θα επιτάχυνε τους χτύπους της καρδιάς του" μαρτυρεί η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου της.
Η Σέλει δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά όπως αποδείχθηκε μέχρι σήμερα, τελικά συνέθεσε ένα από τα καλύτερα βιβλία τρόμου στην ιστορία της λογοτεχνίας. Σκοτεινό, λυρικό και πρωτότυπο, ένα κράμα φαντασίας και επιστήμης εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1831, χαρακτηριστικά τα οποία διαφαίνονται και στην φωτογραφία δεξιά που αποτελεί την πρώτη σελίδα εκείνης της πρώτης έκδοσης. Η υπόθεση είναι φυσικά γνωστή σε όλους: Ο Ελβετός Βίκτορ Φρανκενστάιν είναι ένας φιλόδοξος νεαρός που με όλη τη στήριξη της αγαπημένης του οικογένειας σπεύδει να σπουδάσει στο εξωτερικό φυσικές επιστήμες. Εκεί εφευρίσκει (ή ανακαλύπτει - η σημασιολογική διαφορά των λέξεων είναι σημαντική, το "ανακαλύπτει" εδώ είναι ίσως πιο τρομακτικό, αλλά το αποφεύγω για λόγους κοινής λογικής) έναν τρόπο να δίνει ζωή στά άψυχα. Φέρνει λοιπόν στη ζωή το τέρας του, στη θέα του οποίου όμως νιώθει τελικά αποστροφή και φόβο, σε τέτοιο βαθμό που το εγκαταλείπει αμέσως παθαίνοντας ο ίδιος σοβαρό νευρικό κλονισμό. Η αντιμετώπιση του Φρανκενστάιν αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους ανθρώπους, όπως θα διαπιστώσει τώρα και για τα επόμενα περίπου δύο χρόνια το τέρας που φεύγει τρομαγμένο και περιπλανιέται σε έναν χαοτικό κόσμο προσπαθώντας παράλληλα να "μεγαλώσει", να μιλήσει και να κατανοήσει.
Η έλλειψη της ανθρώπινης αποδοχής του πλάσματος που πλέον έχει αναπτύξει όλες τις διανοητικές και σωματικές του λειτουργίες αποτελεί τώρα την αφορμή για εκδίκηση, ιδιαιτέρως όταν αυτό ανακαλύπτει τυχαία το ημερολόγιο του "πατέρα" του και πλέον γνωρίζει τη μακάβρια και φρικιαστική γέννησή του. Από τούδε και στο εξής τα πράγματα αποδεικνύονται μοιραία για τον πρωταγωνιστή: ο μικρός του αδερφός δολοφονείται και μία προστατεύομενη της οικογένειάς του κατηγορείται για τη δολοφονία του και εκτελείται. Το τέρας επιδίδεται σε μία ακατάπαυστη καταδίωξη του Φρανκενστάιν, πράγμα που τον καταρρακώνει ψυχολογικά μέχρι τελικά να χαθεί σχεδόν όλη του η οικογένεια και κυρίως η αγαπημένη του Ελίζαμπεθ, τη νύχτα του γάμου τους.
Η τεράστια επιτυχία του βιβλίου οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε. Η επιστημονική επανάσταση βρίσκεται στις αρχές της. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις παλαιωμένες του αντιλήψεις και να αποβάλουν τις δεισιδαιμονίες, βρίσκονται όμως σε μεταβατική περίοδο, επομένως η αλήθεια και το ψέμα εμπλέκονται και δημιουργούν σύγχυση. Τη σύγχυση αυτή εκμεταλλεύτηκε η συγγραφέας συνθέτοντας μια ιστορία που βασίζεται στην επιστήμη, ωστόσο είναι άκρως φανταστική. Υπό αυτήν την έννοια, ο τρόμος γεννάται πολύ εύκολα και σε πολύ μεγάλο βαθμό στον αναγνώστη. Εν ολίγοις, η Σέλει επέτυχε τον σκοπό της. Τα προτερήματα του βιβλίου είναι σίγουρα: 1) η αφήγηση του τέρατος στον Φρανκενστάιν σχετικά με την πνευματική του ανάπτυξη και εξέλιξη (εντυπωσιακή εξέλιξη! Το τέρας αναλύει Βέρθερο και Χαμένο Παράδεισο με μεγάλη άνεση) 2) η σκοτεινή ατμόσφαιρα που επικρατεί σε όλη την έκταση του κειμένου. Το βασικότερο μειονέκτημα του βιβλίου είναι ο ξεχειλίζων λυρισμός, κυρίως στις περιγραφές της εσωτερικής κατάπτωσης του πρωταγωνιστή. Εντύπωση μου προκάλεσε η ικανότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής να ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα (και) πεζή.
Ο Κένεθ Μπράνα στην ομώνυμη ταινία του 1994 δίνει πνοή στο δημιούργημά του

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Το τέλος του Σουάν και τα τσακίσματα στις σελίδες μου

Συνηθίζω να τσακίζω τις σελίδες των βιβλίων που διαβάζω πάνω, όταν σταματώ σε κάποιο σημείο και θέλω να επιστρέψω σε αυτό, κάτω, όταν η σελίδα εμπεριέχει κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Τα πάνω τσακίσματα ποτέ δεν τα κρατώ για ευνόητους λόγους, μόνο η γραμμή της τσάκισης προδίδει που έκανα τις στάσεις μου. Τα κάτω τσακίσματα δεν τα πειράζω ποτέ, για να βρίσκω πάντα τις σελίδες που αγάπησα. Ο τόμος του Σουάν τελειώνει με πολλά τσακίσματα στο κάτω μέρος του, κι αν δε με συγκρατούσε η σύνεση ότι το βιβλίο αυτό δε μου ανήκει, αλλά ότι ανήκει στον καλό μου που συνέλεξε τους τόμους με μεγάλη ευλάβεια, θα είχα κιόλας υπογραμμίσει πολλά πράγματα, θα είχα ζωγραφίσει, θα είχα γράψει σχόλια...
Το δεύτερο μέρος του τόμου τελειώνει με έναν έρωτα ασύμβατο. Ο Σουάν και η Οντέτ, πλάσματα τόσο διαφορετικά, δεν "συναντήθηκαν" ποτέ. Η περιγραφή και η αφήγηση γίνεται αποκλειστικά από την πλευρά του άνδρα, που είναι "ανώτερος" πνευματικά από τη μετρέσα του. Το παράδοξο είναι ότι εμπλέκεται σε ένα ταπεινό ερωτικό παιχνίδι που χαρακτηρίζεται από ακατάσχετη ζηλοτυπία, ο ίδιος όμως το αντιλαμβάνεται σε βάθος και πάνω σε αυτό ψυχογραφεί και φιλοσοφεί σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης ξεχνά το θέμα, το συναισθάνεται και το παραλληλίζει με άλλα δικά του θέματα που δεν είναι διόλου ταπεινά. Και εδώ νομίζω ότι αποδεικνύεται το μεγαλείο του συγγραφέα που προφανώς δε μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη ζωή με απλότητα, όμως επιδόθηκε σε μία υπαρξιακή αναζήτηση μέσα από την απλότητα. Ο Σουάν ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα από τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, μέσα από τη τέχνη και κυρίως τη μουσική, για να διαπιστώσει στο τέλος πως: άσκοπα ξόδεψε χρόνια της ζωής του, πως θέλησε να πεθάνει, πως είχε τον πιο μεγάλο του έρωτα για μια γυναίκα που δεν του άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος του!
Ο Σουάν βέβαια δεν είναι ένας απλός δεσμός της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα με το τρίτο μέρος που αφορά τον δικό του έρωτα με την κόρη του Σουάν, τη Ζιλμπέρτ. Ο αφηγητής επιστρέφει στο Κομπραί και ονειρεύεται άλλους τόπους - σκεφτόμουν πως το Πόντε Βέκκιο ήταν κιόλας σκεπασμένο από γιατσίντα και ανεμώνες και πως ο ανοιξιάτικος ήλιος χρωμάτιζε κιόλας τα νερά του Μεγάλου Καναλιού μ' ένα τόσο βαθύ γαλάζιο και με τόσα πολύτιμια σμαράγδια ώστε, καθώς έρχονταν και παφλάζανε μπροστά στους πίνακες του Τιτσιάνο, θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τα πλούσια χρώματά τους (διάλεξα τη Φλωρεντία καθαρά για εγωιστικούς λόγους, έχω βρεθεί μπροστά στο Πόντε Βέκκιο, πάνω από τον Άρνο, και δε θα μπορούσε να την οραματιστεί καλύτερα). Η Ζιλμπέρτ έρχεται και αυτή σαν οπτασία σε έναν τόπο που δεν επιθυμούσε, δεν ονειρεύτηκε, στα Ηλύσια Πεδία. Θαρρείς από πλήξη ο συγγραφέας ερωτεύτηκε και εξιδανίκευσε το πλάσμα τούτο που το έπλασε όπως ήθελε στο μυαλό του και η μορφή της, η πραγματική της μορφή, δεν ήταν παρά το ολόγραμμα ενός φαντασιακού έρωτα. Όλοι αυτοί οι έρωτες βέβαια είναι μονομερείς και έτσι πρέπει να είναι. Η φαντασιακή μορφή του ενός δε θα μπορούσε ποτέ να επιδοθεί σε γνήσιες και επίγειες ερωτικές εκφράσεις. Αν το έκανε θα έχανε το μυστηριώδες που το χαρακτηρίζει. Έτσι και ο αφηγητής δέχεται την απογοήτευση στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Ζιλμπέρτ, πράγμα δρομολογημένο και αναμενόμενο.
Πολύ συχνά διαβάζω πως το Αναζητώντας... είναι το αριστούργημα που ο λογοτέχνης συνέθεσε με ένα πολύ απλό θέμα: τη ζωή. Θεωρώ πως η προσέγγιση αυτού του είδους είναι μάλλον πλατιασμένη, ίσως και λίγο πομπώδης. Ο συγγραφέας - και λαμβάνω το ρίσκο να εκφράσω την άποψή μου έχοντας ολοκληρώσει μόνο τον πρώτο τόμο -  ήθελε να μιλήσει για τον έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του. Το ίδιο το θέμα είναι τετριμμένο, χιλιοειπωμένο. Η προσέγγιση όμως είναι μοναδική. Τα τρία μέρη του τόμου, τοποθετημένα σε λογική χρονική αλληλουχία, διαρθρώνονται μέσα από τα πολλά πρόσωπα του έρωτα με πρωταγωνιστές ανθρώπους που στη μία ή την άλλη περίπτωση δένονται μεταξύ τους, οι ζωές τους συμπίπτουν λίγο ή πολύ. Υπάρχει λοιπόν η εξιδανίκευση του υιού απέναντι στη μητέρα, υπάρχει ο εμμονικός έρωτας που η λύτρωση φανερώνει τα τρωτά του, υπάρχει ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση, υπάρχει ακόμη - σε δευτερεύοντα πρόσωπα - το σύμπλεγμα, η ομοφυλοφιλία, η ομοφοβία κτλ. Και πράγματι δε μου κάνει καμία εντύπωση η αποκάλυψη του ονόματος της κας Σουάν, γιατί η λύτρωση φέρνει και την αποδοχή. Άλλωστε ποτέ ο Σουάν - που μάλιστα αποτελεί και πρότυπο μίμησης για τον νεαρό αφηγητή - δεν αποποιήθηκε τα συναισθήματά του για την Οντέτ, απλώς είδε κατάματα την αλήθεια.
Δύσκολο εγχείρημα το Αναζητώντας...Δεν είναι κατάλληλο για περίοδο γεννητουριών. Δεν είναι κατάλληλο ίσως για οποιαδήποτε περίοδο, είναι όμως καταλληλότατο για οποιαδήποτε συναισθηματική κατάσταση. Είναι φήμες ότι χρειάζεται καθαρό μυαλό, χρειάζεται τη συγκινησιακή μνήμη του αναγνώστη για να ξετυλιχτεί. Πολύ, μα πολύ βοηθητικός ο "μπούσουλας - περίληψη" στο τέλος του βιβλίου. Τον ανακάλυψα στην αρχή του τρίτου μέρους, διότι δε συνηθίζω να κοιτάζω τις τελευταίες σελίδες παρά μόνον τυχόν σημειώσεις. Τέλος, απολαυστικές οι πολιτισμικές πληροφορίες που μπορεί κανείς να αντλήσει από το βιβλίο, για άλλα βιβλία, για μουσικές, για θέατρα. Θα αποστασιοποιηθώ λίγο από τον Προυστ (θαυμάζω αυτούς που τον διαβάζουν μεμιάς) και θα επιστρέψω εν καιρώ με τον δεύτερο τόμο...

*Η εικόνα δεν απεικονίζει τίποτε άλλο παρά χειρόγραφα του συγγραφέα

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Απόπειρες (3)

Η Καλή Εκδοχή

Δε ξέρει πως να σηκωθεί από το κρεβάτι. Είναι κάτι στιγμές που νιώθει τα πόδια του βαριά και ασήκωτα. Και δεν είναι ότι ξενυχτάει στα μπουζούκια. Χαζοξενυχτάει μπροστά στον υπολογιστή, μιλάει με τη Μαρία στο τηλέφωνο, στέλνει κανένα μήνυμα σε ένα από τα σάιτ που επισκέπτεται κρυφά και αυτό είναι. Τον τελευταίο καιρό βρίσκεται σε μία μεταβατική περίοδο, πρέπει να τελειώσει τις σπουδές του και να βρει δουλειά. Ίσως αυτό να τον κουράζει. Αλλά δε μπορεί να βιαστεί, άλλωστε δεν υπάρχει ανάγκη να βιαστεί. Κοντεύει τα τριάντα και μένει με τους γονείς του, αλλά μπορεί να βαρέσει τη μαλακία του κάτω από το κοτλέ φαρδύ παντελόνι ή να την αφήσει να ξεσπάσει πίσω από την κλειδωμένη τουαλέτα. Μικρό το κακό. Μπορεί ακόμη να την αφήσει να προσπεράσει. Δεν είναι δα και έφηβος.
Η Μαρία, από την άλλη, δε λέει να επιστρέψει. Έφυγε πριν από 9 μήνες για την Αμερική. Η καριέρα της τώρα εκτοξεύτηκε, είναι στέλεχος μιας μεγάλης εμπορικής εταιρείας στο Σαν Φρανσίσκο. Η ευρηματικότητα και η σβελτάδα της ανέβασαν σημαντικά τα εισπρακτικά νούμερα των Αμερικανών εργοδοτών της και η υπόσχεσή της να γυρίσει στην πατρίδα για να συνεχίσει την καριέρα της παρατείνεται ολοένα και περισσότερο. Μόλις χθες το βράδυ του ανακοίνωσε πως θα πρέπει οπωσδήποτε να μείνει ένα ακόμη εξάμηνο. Το θεώρησε σωστό να την επιπλήξει γλυκά, να τη μαλώσει και λίγο, αλλά η αλήθεια είναι πως η Μαρία είναι ώρες - ώρες ανυπόφορη. Αν και ανοίγεται τώρα ένας αλλιώτικος κόσμος μπροστά της, τον πιέζει να παραδώσει τη διπλωματική του, να εργαστεί, να νοικοκυρευτούν, να κάνουν οικογένεια, να είναι έτοιμος μόλις εκείνη επιστρέψει...
Ξαφνικά τινάζει από πάνω του τα σκεπάσματα, σηκώνεται, φοράει τα βελούδινα πασουμάκια του και κατευθύνεται προς την πρωινή του περιποίηση όταν η μαμά φωνάζει διαφημίζοντας όλα τα ελέη του Θεού: μπέικον τηγανιτό, αυγά ποσέ, φρυγανισμένο ψωμί, μαρμελάδες και μέλια, καφές - όπως τον πίνει - από τα χεράκια της, γάλα, πορτοκαλάδα, βούτυρο, φρούτο...Στ' αλήθεια, ο γιατρός συμβουλεύει να βουρτσίζει κανείς τα δόντια του πάνω - κάτω. Ποτέ δεν το κάνει, βαριέται οικτρά, τα βουρτσίζει δεξιά αριστερά για 20 δευτερόλεπτα περίπου κόντρα και στο "πρέπει να κρατάει το βούρτσισμα το λιγότερο ένα λεπτό". Επίσης βαριέται οικτρά. Κοιτάζει τον καθρέφτη, κάνει μια γκριμάτσα βγάζοντας έξω τη γλώσσα του και τρίβει όλο νόημα το τριών ημερών γένι του, όταν η μαμά φωνάζει και πάλι. "Ώχου! είπε στον εαυτό του, "δε με χέζεις και συ".

Ο δρόμος προς το πανεπιστήμιο είναι αρκετά σύντομος με το νέο του αυτοκίνητο. Από καιρό είχε βαρεθεί τα πήγαινε - έλα με τα λεωφορεία. Ο κόσμος είναι σχεδόν αηδιαστικός, κυρίως οι ξένοι. Βρωμούν. Καταντούν το πρωινό του μπάνιο μια ανώφελη διαδικασία. Σκέφτεται να πάει και αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, να το δοκιμάσει στις μεγάλες ταχύτητες. Με σύνεση βέβαια. Δεν έχει όρεξη να τρέχει ούτε στα νοσοκομεία ούτε στα συνεργεία. Έφτασε στο γραφείο φρέσκος, σένιος και ωραίος. Κρέμασε με ευλάβεια το καλό του παλτό στον καλόγερο και στρώθηκε μπροστά στον υπολογιστή του. Είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση για την καριέρα του, και για όλα τα υπόλοιπα βέβαια. Καμία ταπεινοφροσύνη. Παρόλ' αυτά έλεγε κάτι χαζά του τύπου: δεν έχω κάνει κάτι σημαντικό, υπάρχουν και καλύτεροι ερευνητές από μένα που έχουν ολοκληρώσει πολύ καλές σχολές και όχι αυτό το μπουρδέλο που τελείωσα εγώ κλπ. Οι φρασεις αυτές εκστομίζονταν με μία αίσθηση απέχθειας στο πρόσωπο - η αλήθεια είναι ότι την ίδια απέχθεια επεδείκνυε ακόμη και αν έλεγε κάτι θετικό π.χ. πωπω! (απέχθεια) πολύ ωραίες εγκαταστάσεις έχει το πανεπιστήμιο της Κολούμπια!  (απέχθεια) τι κτήρια! (πολλή απέχθεια) τι πάρκα! (αποστροφή). Και αυτή η αίσθηση βεβαια πρόδιδε πως τίποτε δεν πίστευε από αυτά που έλεγε. Όλη η μέρα έτσι κύλισε, με υπολογισμούς, με κανά δυο αδιάφορες απόπειρες κοινωνικοποίησης με διδακτορικούς, μεταπτυχιακούς, ξερόλες καθηγητές, αδιάφορες φοιτητριούλες και με μπόλικη απέχθεια. Στις 6 ακριβώς έκλεισε τον υπολογιστή του και όταν κατευθύνθηκε προς τον καλόγερο για το παλτό του, χτύπησε το τηλέφωνο. Ο υπέυθυνος καθηγητής του ήταν, του ανέθεσε μια επείγουσα εργασία που έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στο γραφείο του την άλλη μέρα το πρωί. Κατέβασε το ακουστικό, σιχτίρισε τη μοίρα του και άνοιξε και πάλι τον υπολογιστη του.

Ήταν πια 11 το βράδυ όταν τελείωσε και την κοπάνησε γρήγορα για το σπίτι του. Πεινούσε αφόρητα και ήθελε να ξεκουραστεί. Μετά από κάμποση ώρα βρέθηκε σε ένα από τα φανάρια της οδού Μάρνης. Αδιάφορα κοιτούσε δεξιά και αριστερά το αρρωστημένο περιβάλλον της πιο κακόφημης περιοχής της πόλης, όταν η ματιά του σταμάτησε στην εικόνα μιας νέγρας πόρνης που την ξυλοφόρτωνε ένας μεγαλόσωμος, κακάσχημος άντρας που μάλλον ήταν ο νταβατζής της. Πριν προλάβει να σκεφτεί πως πρέπει να φύγει στα γρήγορα για να μη βρεθεί μπλεγμένος σε καμιά ανόητη ιστορία, η νέγρα έπεσε αιμόφυρτη μπροστά στο καινούριο του αμάξι και ο μεγαλόσωμος, κακάσχημος άντρας έτρεξε προς την πλατεία Βάθης και σε λίγα δευτερόλεπτα χάθηκε μέσα στα στενά. Κόντευε 12, δυο -  τρία αυτοκίνητα πέρασαν, ένας, ίσως και δύο περαστικοί, τέτοιοι που να ταιριάζουν στο σκηνικό της μαυρίλας και της δυστυχίας του βαλτωμένου κέντρου της πόλης. Ήταν πραγματικά η τέλεια ευκαιρία για να φύγει, για να συνεχίσει τη ζωούλα του, να τσιμπίσει αυτό το κατιτίς που 'λειπε απ' το στομάχι του και να ξυπνήσει αύριο με την χαρά ότι απέφυγε να ασχοληθεί με μια βρομιάρα πόρνη.
Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο βγήκε έξω, πλησίασε την κοπέλα και από ένστικτο ακούμπησε τα δάχτυλά του κάπου στο λαιμό της για να νιώσει το σφυγμό της. Αφού διαπίστωσε ότι ακόμη ζούσε, τη σήκωσε στα χέρια του για να τη μεταφέρει στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Το βλέμμα του φαινόταν χαμένο, οι σκέψεις ασύνδετες φόρτωναν το μυαλό του: "σε ποιο νοσοκομείο να πάω;" ή "λες να κόλλησα τίποτα τώρα που την άγγιξα;" ή "μια πουτάνα είναι, και μάλιστα μαύρη" ή ακόμη "δεν είναι άσχημη". Την ίδια στιγμή που την κρατούσε στα χέρια του έτοιμος να τη βάλει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, άκουσε φωνές νά έρχονται από απόσταση. Πολλοί άντρες με ξυρισμένα κεφάλια, με καδρόνια στα χέρια και με άγριες διαθέσεις άρχισαν να φωνάζουν: "Άσε την πουτάνα τη μαύρη! Θέλεις να τη σώσεις; Θα πεθάνεις και συ μαζί της!" Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μόλις που ακούμπησε την κοπέλα στο κάθισμα και δέχτηκε το πρώτο χτύπημα στο σβέρκο. Ύστερα στο κεφάλι. ´Επεσε κάτω, μετά στα πλευρά κλωτσιές και μπουνιές. Άρχισε να νιώθει το αίμα να τρέχει στο μέτωπό του. Και πολλά, πολλά χτυπήματα, τον άφησαν εκεί στη μέση του δρόμου. Η τελευταία εικόνα που αντίκρισε ήταν η αστυνομία που έτρεψε σε φυγή το συφερτό και ένα ασθενοφόρο. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της εξείχαν από το φορείο, την ώρα που οι γιατροί έλεγαν "ζει" και εκείνος θυμήθηκε πως ένας μεγάλος σοφός είχε πει κάποτε πως η ευτυχία είναι στο καλό τέλος.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Είμαι εντελώς πεπεισμένη πια πως η αναβίωση του ναζισμού στην Ελλάδα οφείλεται στην αδυσώπητη και καταλυτική αιτία της άγνοιας. Κοιτώ γύρω μου ανθρώπους (κυρίως δε παιδιά, με τα οποία σχετίζομαι πολύ συχνά λόγω της δουλειάς μου) που ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ! Δεν ξέρουν απλά πράγματα...από που ανατέλλει ο ήλιος ας πούμε, ποια είναι τα διαμερίσματα της χώρας, ποιες οι πρωτεύουσες των νομών, των χωρών της Ευρώπης ή του κόσμου ολόκληρου, τί είναι δημοκρατία, τί αριστερά, τί δεξιά, ποιος ήταν ο Χίτλερ (αρχηγός των Τούρκων ή των Γερμανών;), ποια είναι η 28η Οκτωβρίου, ποια η 25η Μαρτίου...κλπ.κλπ. Δε πιστεύω πως είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς στην ηλικία των 15 και 16 την πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας επί παραδείγματι, για να μπορέσει να χτίσει στην ψυχή του την ανθρωπιά, την καλοσύνη και την αλληλεγγύη. Θεωρώ όμως πως κάναμε τα στραβά μάτια - γονείς, δάσκαλοι, καθηγητές - στο πρώτο τραγικό λάθος, και στο δεύτερο και το τρίτο. Και τα σφάλματα μαζεύτηκαν και έγιναν ένας σωρός από παρεξηγήσεις και παρανοήσεις, το προσφορότερο έδαφος για διαβουκόληση συνειδήσεων  - συνειδήσεων σε λήθαργο, αλλά συνειδήσεων. Οι συνειδήσεις αυτές μεγαλώνουν και γίνονται 18 και 25, και πραγματικά μου προκαλεί μηδαμινή εντύπωση όταν καμαρώνουν πως ψηφίζουν τους ναζιστές ή, ακόμη χειρότερα, πως στέκονται ενεργά στο πλευρό τους οργανώνοντας συσσίτια μόνο για Έλληνες, πλακώνοντας στο ξύλο μετανάστες, σκοτώνοντας τον Παύλο Φύσσα...
Για να πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή (και επειδή όλοι φταίμε, λίγο ή πολύ), ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή, η πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας είναι η Βέροια και βγάζει και ωραιότατα ροδάκινα, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο άρχει ο λαός και το ολοκαύτωμα των Εβραίων και όσων δεν συμφωνούσαν με τους ναζιστές είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο.
Ο δικός μας Ιάκωβος Καμπανέλλης κατέγραψε τη δική του εμπειρία στο Μαουτχάουζεν, στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία, στο οποίο έμεινε 2 χρόνια από το 1943 ως την απελευθέρωση των κρατουμένων. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες. Και τα εγκλήματα θα διαβάσει ο αναγνώστης, και το παράλογο μίσος θα νιώσει στο πετσί του, και την ελπίδα όμως των επιζώντων για τη ζωή τους από το τέλος της παράνοιας και εξής, με όσα σημάδια άφησε αυτή. Αφού λοιπόν ξεδιαλύνουμε τα απλά, οφείλουμε να διαβάσουμε στα παιδιά μας το Μαουτχάουζεν.


Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Διεθνής Εβδομάδα Βιβλίου

Στο facebook σήμερα το πρωί είδα τις εξής ευχάριστες κοινοποιήσεις:

"Παίρνουμε το πιο κοντινό μας βιβλίο, πάμε στη σελίδα 52, αντιγράφουμε την 5η πρόταση και την αναρτούμε ως στάτους. Δεν αναφέρουμε τον τίτλο. Συμπεριλαμβάνουμε τους κανόνες ως μέρους τους στάτους."
https://www.facebook.com/hashtag/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE%CF%82_%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85

Και εγώ λοιπόν: "..αλλά αυτό δεν είναι άξιο απορίας, συμβαίνει σε όλες τις μονάδες από καταβολής κόσμου..."

Καλημέρα λοιπόν και ωραίες κοινοποιήσεις να έχουμε.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Η Κυρία με τις Καμέλιες του Αλέξανδρου Δουμά (του υιού)

Το πιο όμορφο πράγμα που κυκλοφορεί σχετικά με το βιβλίο του Δουμά του υιού είναι μάλλον ό,τι εμπνεύστηκαν οι παράπλευροι, παρά το ίδιο το βιβλίο...Ο Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός που έζησε τον 19ο αιώνα θέλησε να καταγράψει την ιστορία ενός έρωτα μιας πόρνης (πολυτελείας) και του νεαρού Αρμάνδο Ντυβάλ και το δραματικό τέλος της πρώτης που προσβλήθηκε και εν τέλει δε γλίτωσε από τη φυματίωση σε νεαρότατη ηλικία. Φαίνεται πως η Μαργαρίτα η Γκωτιέ (γιε γιε - γιε γιε που άδει και ο αγαπητός μου Γιώργος Μαρίνος) είναι εμπνευσμένη ηρωίδα από τη Μαρί Ντιπλεσί, υπαρκτό πρόσωπο του ιδίου επαγγελματικού προσανατολισμού, με την οποία μάλλον συνδέθηκε ερωτικά ο συγγραφέας. Κατέγραψε την ιστορία αμέσως μετά τον θάνατό της και η καταγραφή τον καταξίωσε ως συγγραφέα. Σαφώς δεν έχω τίποτε να προσάψω εναντίον της επαγγελματικής επιλογής της ηρωίδας. Τουναντίον, θεωρώ πως ο έρωτας μπορεί να μετουσιώσει ήθη και χαρακτήρες, να τους εξυψώσει και στο τέλος να τους εξαγνίσει. Τον τετριμμένο τρόπο με τον οποίο όμως ξετυλίγεται τούτη η ιστορία δεν μπόρεσα να ενστερνιστώ σαν άλλο βίπερ - ευπώλητο μιας παλαιάς εποχής, που το μοναδικό της άλλοθι είναι αυτή η παλαιά εποχή και μόνο. 
Θα ξεκινήσω επισημαίνοντας πως ο Δουμάς υιός γράφει ωσάν αφελής Ρώσος συγγραφέας. Δε ξέρω πως μου κόλλησε αυτή η ιδέα, αλλά διέκρινα την αφέλεια και την ανία που μου προκαλεί ο Τσέχωφ, και ας μη καταπιάνονται με τις ίδιες θεματολογίες. Έπειτα, το βιβλίο ξεκινά από το τέλος, δηλαδή από τον θάνατο της ηρωίδας. Αυτό δεν είναι διόλου κακό. Κάκιστο ήταν ωστόσο το κεφάλαιο στο οποίο σώνει και καλά ο νεαρός επιμένει να κάνει εκταφή της νεαράς, να τη δει, να πιστέψει στο ωχρό και άσχημο χρώμα του θανάτου, να το αποδεχθεί και να προχωρήσει. Μου θύμισε περίεργους φτωχοσυγγενείς που τεντώνουν τα ποταπά τους ποδαράκια για να αντικρίσουν το άψυχο κορμί του θείου, του παππού ή του μακρινού ξαδέρφου τους στην κηδεία του, όχι βέβαια για να τον δουν μια τελευταία φορά και να τον αποχαιρετίσουν, αλλά για να τροφοδοτηθούν έπειτα με ατάκες του τύπου "όμορφο τον έκαναν" ή "χαμογελούσε ο μακαρίτης" ή "αίσχος η φάτσα του θείου"...¨Ήταν και αυτό το συναισθηματικό σκαμπανέβασμα που συνοδεύει κάθε ερωτική σχέση - δε λέω - αλλά ήτο κουραστικό και προβλεπόμενο, ειδικά όταν πατέρας Ντυβάλ προθυμοποιείται να πληρώσει τη Μαργαρίτα να τον εγκαταλείψει ένεκα του ανήθικου ονόματός της και της πιθανότητας να του κάνει κακό στην μετέπειτα καριέρα του (που ο νεαρός έχει σπουδάσει νομικά, αλλά τρώει από τα έτοιμα και δεν εξασκεί το επάγγελμα). Και τέλος, ο Δουμάς, αφού στέρεψε από κάθε συγγραφική πρωτοτυπία, έβαλε και την ηρωίδα να έχει "κόλλημα" με τις καμέλιες για να χτίσει μιαν ιδιαιτερότητα που - λυπάμαι - δεν την διέκρινα.
Και από αυτό το έργο εμπνεύστηκαν μουσουργοί, θεατράνθρωποι, κινηματογραφιστές και άλλοι και ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω γιατί. Ο Τζουζέπε Βέρντι έγραψε την Τραβιάτα και η Γκρέτα Γκάρμπο ενσάρκωσε την Γκωτιέ. Παρακαλώ αναγνωρίστε μου το δικαίωμα να εκφράσω τις κακές μου εντυπώσεις δεδομένου ότι ούτε ο Δουμάς ούτε και ο Τσέχωφ (που τον πήρε η μπάλα) θα παρεξηγηθούν...

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ: όλοι για έναν και ένας για όλους (ελπίζω από 'δω και πέρα)

Αναμφισβήτητα το κλείσιμο της ΕΡΤ μου προκαλεί θλίψη. Τα συναισθήματα που γεννήθηκαν μέσα μου είναι πολλά και αντιφατικά ωστόσο. Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν ότι σκέφτομαι πολύ συναισθηματικά και παρορμητικά, ότι δε μπορώ το "δήθεν" και ότι καλώς ή κακώς αυτό που έχει διαμορφώσει την αντιμετώπισή μου απέναντι στα πράγματα προέρχεται μάλλον από τις "εργατικές" καταβολές του Μεταξουργείου, της βιοπάλης και της στέρησης - όχι της δικής μου τόσο, όσο των γονιών μου, που, παρόλες τις ελλείψεις, μου έδωσαν πολλά. Ως εκ τούτου δεν ανέχομαι τα κλασικά: τον δηλωμένο αριστερό με τη δεξιά τσέπη, που έχει 5 αυτοκίνητα, που φιλανθρωπεί μόνο αν έχει κάποιο κέρδος (ακόμη και αν δεν είναι οικονομικό), που βάζει μέσον για οτιδήποτε, από τον στρατό μέχρι το διορισμό του, τον βολεμένο ακτιβιστή εν ολίγοις. Κάτι τέτοιες στιγμές αισθάνομαι σαν τον Κωνσταντίνου στο Ξύπνα Βασίλη και μου 'ρχεται να φωνάξω κικιρίκου.

Όταν πληροφορήθηκα το κλείσιμο της ΕΡΤ ένιωσα ότι καταρρέει ολοκληρωτικά η δημοκρατία. Μετά σκέφτηκα πως πολλοί υπάλληλοι της δημόσιας τηλεόρασης έχουν ποδοπατήσει τη δημοκρατία προ πολλού με την αρωγή βεβαίως της εκάστοτε κυβέρνησης. Δε σκέφτηκα στιγμή ότι ο κόσμος δεν πρέπει να βγει στους δρόμους και να τους υποστηρίξει. Κουράστηκα όμως να φτάνω το σημείο να παλεύω για τους άλλους και οι άλλοι να παλεύουν μόνο για τον εαυτό τους. Κατ' εμέ  η μεγαλύτερη καταπάτηση της δημοκρατίας τελέστηκε στα εργασιακά και συγκεκριμένα στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Η απώλειά τους έφερε τον απλό κόσμο σε τέλμα, εκτόξευσε τους δείκτες της ανεργίας και τους κρατά πλέον δέσμιους στα γούστα κάθε αφεντικού υπό το καθεστώς εκβιασμού - πάρε 300 ή φύγε. Σε αυτήν την περίπτωση και σε άλλες πολλές η ΕΡΤ γύρισε την πλάτη της στο λαό, χάιδεψε τα αυτιά της κυβέρνησης με ατάκες τύπου "ανωτέρα βία" ή "έτσι πρέπει να γίνει για να σωθεί η χώρα" κλπ. Και πάντα έτσι λειτουργούσε βέβαια. Τώρα όμως που θίγονται τα συμφέροντα των εργαζομένων της κάνει λόγο για φίμωση, για αυταρχισμό και φασισμό. Και ισχύουν όλα αυτά. Ισχύουν όμως εδώ και καιρό, και για τους απλούς πολίτες.

Τα αντίποινα δεν έσωσαν ποτέ καμία κοινωνία. Το να πω "καλά να πάθουν" είναι γελοίο, αν θέλω να αποτινάξω από πάνω μου την κυβέρνηση. Το να θέλω όμως να αλλάξει η νοοτροπία του ελληνικού εγωισμού, το να θέλω αλληλεγγύη, γιατί είμαι εργάτης και κανείς δε με προστατεύει είναι θεμιτό. Μέχρι να γίνει αυτό, θα κατέβω στους δρόμους και θα διαδηλώσω κι ας ξέρω ότι μου 'ρχεται να φωνάξω κικιρίκου!

Παρεμπιπτόντως, η ΕΡΤ εκπέμπει από εδώ :http://www.greektvlive.net/net-live.html

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Ο Σουάν και η λοχεία

Την πρώτη στιγμή που ένιωσα το λεγόμενο μητρικό ένστικτο ήταν όταν αντίκρισα το σβερκάκι ενός ορφανού κοριτσιού που  έψαχνε την αγκαλιά μιας μάνας (ή της μάνας του που το άφησε γιατί δεν ήταν το κλασικό παράδειγμα της Ευγονικής, γιατί είχε, λέει, γλαύκωμα). .........................................................
Προς στιγμή ξέχασα πως επισυνάπτει κανείς φωτογραφία στο κείμενο...τόσο πολύ καιρό έχω να γράψω σε τούτο το ιστολόγιο που το "γέννησα" και μου κρατάει συντροφιά (σαν τα βιβλία που αγάπησα) για τόσους και τόσους μήνες...Η επάνοδος τελείται στο τέλος μιας από της πιο περίεργες περιόδους που έχω ζήσει στη ζωή μου: η λοχεία, το ορμονικό γλέντι που έχει στήσει ο οργανισμός μου και ξέχασε να με καλέσει. Είναι μια περίοδος γεμάτη άγχος και φόβο για τον ρόλο που αναλαμβάνει μια γυναίκα όσο κι αν είναι γεννημένη γι' αυτό. Είναι μια περίοδος που προκαλεί θλίψη για την απώλεια μιας κατάστασης που βιώνει για εννιά μήνες, και το παράξενο είναι ότι δε μπορεί να τη θυμηθεί. Να ανακαλέσει στη μνήμη της τη φουσκωμένη κοιλιά της, το πως έγερνε στο πλάι από το βάρος όταν κοιμόταν, το πως ένιωθε δυνατά χτυπήματα μέσα από τα σωθικά της. Είναι ακόμη μια περίοδος ανείπωτης ευτυχίας, να έχει ξαφνικά ένα πλάσμα στη ζωή της, που εξαρτάται από εκείνη, αλλά θέλει να το μεγαλώσει ελεύθερο γιατί το αγαπά βαθιά και πραγματικά. Μέσα σε όλα αυτά να σου κρατά συντροφιά ο Σουάν (αργά και σταθερά, φίλε αναγνώστη, κυριολεκτικά δεν προλαβαίνω), ένας δυναμικός χρηματιστής που ερωτεύεται, που αγαπά και ξεαγαπά από καπρίτσιο. Κυκλοφορεί δίχως επιφάνεια, δίχως να κατάγεται από μεγάλο τζάκι, αλλά επιδεικνύοντας τις σημαντικότατες γνωριμίες του. Η Οντέτ, ανάξιό του πλάσμα, γίνεται το ταίρι του και έτσι ανάξια που είναι του προκαλεί τη χειρότερη μορφή του έρωτα, εκείνη του πάθους του εφήμερου που χτίζεται πάνω στη ζήλεια και χάνεται σα να μην υπήρξε ποτέ. Ξέρω πως διαβάζοντας θα μάθω για τον καρπό του έρωτά τους και πως αυτός κερδίζει αργότερα την αγάπη του αφηγητή........................................................
Και τώρα που αγάπησα βαθιά τούτο το πλάσμα που μπήκε στη ζωή μου αναρωτιέμαι πόσες αγάπες υπάρχουν; είναι μία η αγάπη; είναι τέλεια; ή μήπως δεν είναι αψεγάδιαστη; 
Το μόνο που ξέρω είναι ότι βγαίνω από τη λοχεία ερωτευμένη με το σβερκάκι της κόρης μου, και με τα μάτια της, και τα χειλάκια της, και τα χέρια της και με όλα της. Και πως,  και αν έχω γνωρίσει ανάξιους έρωτες κι αν άξιους, μπορώ να πω τώρα πια ότι γνώρισα την ευτυχία.

Δεν είναι πραγματικά παράξενο πως η μητρότητα και ο Σουάν "παντρέυτηκαν" σ' αυτό το εξώφυλλο;

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Περί ηλεκτρονικής ανάγνωσης

Η αλήθεια είναι ότι η γνώμη μου αχρείαστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, δεδομένου ότι όλα έχουν ειπωθεί, και τα καλά και τα κακά. Εγώ θα αφήσω λοιπόν τον εαυτό μου ελεύθερο να εκφραστεί, από καρδιάς, ασύνετα και ίσως λίγο προκατειλημμένα...Μα επιτέλους αυτή η επέλαση του τεχνικού πολιτισμού σε όλους τους τομείς με έχει κουράσει αφάνταστα! Ναι, ναι..."πρέπει όλα να χρησιμοποιούνται με μέτρο" και "να συνδυάζονται δεν είναι κακό" και "η ηλεκτρονική ανάγνωση μπορεί να κερδίσει πολλούς αναγνώστες" κλπ. Εγώ πάλι πιστεύω ότι όσο καιρό ενημερώνομαι γύρω από την ηλεκτρονική ανάγνωση δε βρίσκω λόγο να τη χρησιμοποιεί κανείς παρά μόνον αν δεν έχει χώρο στο σπίτι του να τοποθετήσει μια δόλια βιβλιοθήκη. Εκεί μάλιστα, να του βγάλω το καπέλο (αν και, με τη σκέψη ότι τα pdf readers και τα pc και τα ipads ή ακόμη και τα ίδια τα ηλεκτρονικά αρχεία είναι πανάκριβα, τότε να βρει καλύτερα νέο σπιτάκι, μεγαλούτσικο να βρει και χώρο για πέντε - δέκα βιβλιαράκια). 
Θαρρώ πως η τεχνολογία βοηθά ή υποβοηθά την οιαδήποτε μορφή τέχνης μόνον όταν αυτή χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Δεν είμαι επομένως εναντίον της χρήσης του τεχνικού μέσου στη λογοτεχνία εν γένει. Κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον κουτό, εφόσον εκφράζομαι μέσω αυτού του ιστολογίου ή ακόμη καταφεύγω ενίοτε στο διαδίκτυο για να πληροφορηθώ για νέα και παλιά έργα ή για να διαβάσω μάλιστα κάποιο διήγημα ή ποίημα κλπ. Μου είναι, ωστόσο, αδύνατον να δεχτώ πως είναι πραγματικός βιβλιόφιλος αυτός που τριγυρνά με το reader στο χέρι, καυχιέται ότι έχει συγκεντρώσει χιλιάδες βιβλία και ξεστραβώνεται μπροστά σε μια άψυχη οθόνη χωρίς να θυμάται τη μυρωδιά του χαρτιού! 
Δύο πράγματα λοιπόν: ας μην αφήσουμε τους βιβλιοδέτες (που σημειωτέον η βιβλιοδεσία αποτελεί αντικείμενο σπουδής σε πολλές χώρες του κόσμου, αλλά και στην Ελλάδα στα ανώτερα  εκπαιδευτικά ιδρύματα των τμημάτων των γραφικών τεχνών) χωρίς δουλειά, δεν τους αξίζει, άλλωστε πολλές φορές κατασκευάζουν αριστουργήματα...και ακόμη, αν ποτέ καταντήσω σαν τη γιαγιά της φωτογραφίας, ας με πείσει κάποιος να χρησιμοποιήσω την περίφημη ηλεκτρονική πλάκα για δίσκο σερβιρίσματος...μην πάει χαμένη.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Πρωϊνό Άστρο του Γιάννη Ρίτσου

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω...

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

Στη νεογέννητη κόρη μου...όλα όσα θα ήθελα να πω...

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Τρελός από αγάπη (αδύνατη καρδιά) του Φ. Ντοστογιέφσκι

Δύο φίλοι και συνάδελφοι συγκατοικούν σε ένα μικρό δωμάτιο κάπου στη Ρωσία, ο Αρκάδης και ο Βάσια. Ο συγγραφέας φανερώνει εξ αρχής την πρόθεσή του να μην ασχοληθεί με τα συνήθη, να κάνει λόγο δηλαδή για την ηλικία, το αξίωμα, τη θέση ή ακόμη και των χαρακτήρα των προσώπων. Αρκείται να παρουσιάσει ένα κομμάτι της κοινής τους ζωής, μια ιστορία που θα την επηρεάσει στο μέγιστο βαθμό και θα είναι καταλυτική τελικά για το μέλλον τους. Ο Βάσια γυρίζει βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς στο μικρό τους δωμάτιο, για να ανακοινώσει στον φίλο του Αρκάδη ότι παντρεύεται την κοπέλα των ονείρων του, τη Λίζα. Εκείνη άτυχη στον έρωτα και στον προηγούμενο αρραβώνα της δέχεται να αποκαταστήσει την τιμή της στην αγκαλιά του Βάσια. Ο Αρκάδης χαίρεται για τον φίλο του, σπεύδει ωστόσο να τονίσει πόσο δύσκολο θα είναι να καλύψει ο Βάσια τις ανάγκες της νέας του οικογένειας. Παράλληλα, αποκαλύπτεται η εργασιακή πίεση - η αντιγραφή ενός μεγάλου εγγράφου - στην οποία υποβάλλεται ο Βάσια από τον προιστάμενό του, Ζούλιαν Μαστάκοβιτς. Η αντιγραφή πρέπει να παραδοθεί μόλις σε δύο μέρες, την ίδια στιγμή που  ο Βάσια παίρνει τη σημαντική απόφαση να ενώσει τη ζωή του με μια γυναίκα. Πίεση και ευτυχία θα συνταυτιστούν στο χρονικό μιας ψυχικής πτώσης, κατάσταση η οπόια δεν χαρίζει ιδιαίτερη λύτρωση στον αναγνώστη.
Τρία αξιοσημείωτα πραγματάκια για τούτο το αφήγημα που αγγίζει μόλις τις 76 σελίδες: 1. Η σχέση των δύο φίλων είναι άρρηκτη, πολύ δυνατή, είναι φανερό δηλαδή ότι τους δένει ισχυρός δεσμός αγάπης, ο οποίος μάλιστα εκφράζεται με αλτρουϊσμό από τον Αρκάδη στον Βάσια. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο παράλογο φαίνεται να ξεκινά η ψυχική πτώση του δεύτερου από τα λεγόμενα του πρώτου. 2. Όταν τελικά και ο Αρκάδης ξεπερνά το οικονομικό άγχος που προκύπτει από την απόφαση του φίλου του και αφού έρχεται σε επαφή με εκείνη και την οικογένειά της, παρουσιάζεται μεστός ενθουσιασμού για τη νέα ζωή που ανοίγεται μπροστά στον ίδιο (ομολογώ ότι εδώ σοκαρίστικα)! Αμέσως προτείνει την συγκατοίκηση και των τριών τους και υπόσχεται την αγάπη που θα δείξει και στους δύο εξίσου. Εντωμεταξύ, η ψυχική πτώση έχει ξεκινήσει, αλλά δεν έχει κάνει ακόμη ιδιαίτερα αισθητά τα σημάδια της: ο Βάσια αποκαλύπτει σιγά σιγά πως δεν έχει δουλέψει καθόλου την αντιγραφή που πρέπει να παραδώσει εντός ολίγων ημερών. 3. Κακά τα ψέματα, αν εξαιρέσουμε το στόρυ της αγάπης και τους χαρακτήρες που τελικά εξυφαίνονται από το τριήμερο αυτό, το άγχος και η πίεση εστιάζονται σε ένα αναθεματισμένο deadline. Ο Ντοστογιέφσκι πετυχαίνει πράγματι να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα πίεσης γύρω από ένα θέμα σχετικά τετριμμένο, το εργασιακό. Και φυσικά ο αναγνώστης δε φαντάζεται ότι μπορεί η πίεση αυτή να μεταμορφώσει τόσο πολύ έναν άνθρωπο, όπως π.χ. τον Βάσια που πλέον δεν κοιμάται, δε ζει, χάνει τον εαυτό του. 
Πρόκειται τελικά για μία ιστορία που δεν διαθέτει αυτό που λέμε βασικό πυρήνα με την κλασική έννοια του όρου. Εν ολίγοις, δεν κατάλαβα που ακριβώς ήθελε να εστιάσει την προσοχή μου ο συγγραφέας. Αντιθέτως, "διασκορπίστηκα" στη μία ή την άλλη αράδα, στη μία ή την άλλη σκέψη, ασχολήθηκα όμως κατόπιν με τις ερμηνείες που θα μπορούσα να δώσω στο χρονικό της πτώσης μιάς "αδύνατης καρδιάς", όπως προδίδει ο πραγματικός τίτλος του βιβλίου.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο (1) του Μαρσέλ Προυστ

Έχοντας τελειώσει αυτό που θα λέγαμε "ένα ελαφρύ ανάγνωσμα" (βλ. Στόουκερ) και διανύοντας πια τον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης μου, αποφασίζω να ανοίξω το πράσινο βιβλιαράκι της Βιρτζίνια Γουλφ με τη διαβόητη κα Νταλογουέι. Μάταια. Δεν ξέρω αν φταίνε οι ορμόνες ή η διάθεσή μου ή τελοσπάντων η πικρή ενδόμυχη παραδοχή μου ότι "δεν μου αρέσει αυτό το βιβλίο", το πετάω στην άκρη χολωμένη από το συνονθύλευμα σκέψεων που αράδιασε η αγαπητή κατά τα άλλα συγγραφέας (κυρίως δε αυτό που με εκνεύρισε ήταν η απίστευτη - μόνο έτσι μπορώ να τη χαρακτηρίσω - δόμηση του λόγου της, που εντέχνως μόνο θα μπορούσα να την αισθανθώ, αλλά στην παρούσα φάση αδυνατούσα να εντοπίσω και το "εντέχνως" και το συναίσθημα μέσα μου)...και πιάνω στα χέρια μου τον Προυστ. 
Στην αρχή βεβαίως ρίχτηκα σε έναν εσωτερικό γέλωτα απέναντι στον εαυτό μου με την ιδέα πως η αντιμετώπιση απέναντι στην κα Νταλογουέι δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη από αυτή που θα είχα πιθανότατα απέναντι στον Προυστ! Πολλοί τόμοι, γραμματοσειρά 8, τεράστιες παράγραφοι ήταν μερικές από τις παραμέτρους που θα μπορούσαν να απωθήσουν την απαιτητική μου διάθεση - και ίσως έτσι να ήταν στην αρχή. Καθώς όμως οι σελίδες προχωρούσαν άρχισα να έχω την αίσθηση ότι διαβάζω, ή καλύτερα "ζω" ένα μυθιστόρημα (ένα βιβλίο με την γενικότερη έννοια του όρου) που με μετέφερε σε άλλη διάσταση τόσο του μυαλού μου όσο και της εικόνας που είχα για τον κόσμο. 
Και επειδή ακόμη δεν το έχω τελειώσει - στην πραγματικότητα βρίσκομαι στα μισά του πρώτου τόμου - ομολογώ ότι ως αναγνώστης νιώθω ότι ο Προυστ τοποθετεί τον κεντρικό του ήρωα απέναντί μου να περιγράφει και να αφηγείται παράλληλα μία ζωή με πολλούς πρωταγωνιστές, σαν να εξιστορεί ταυτόχρονα και τις δικές τους οπτικές γωνίες, σαν να μην χάνω τίποτε από το παραμικρό στοιχείο που κάνει το πέρασμά του από το βιβλίο. Μεστή λογοτεχνική εμπειρία είναι αυτή που ζω, μπορεί να είναι και τέχνη για την τέχνη, ένας στανικός αυτοσκοπός που αντί να με κουράσει μου ανοίγει τα φτερά: γιατί ενώ ο συγγραφέας στηρίζεται στο "εγώ" του για να μπορέσει να μου διηγηθεί την πορεία του στη ζωή μέσω των αναμνήσεων, τόσο και εγώ θυμούμαι...Σημείο ορόσημο (για την ώρα) είναι η λατρεία και η ταυτόχρονη απουσία της μητέρας που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, μια καταλυτική ανάμνηση του συγγραφέα που με φέρνει αντιμέτωπη με το παρελθόν μου και με το μέλλον της κόρης μου που έρχεται. Με πόση άνεση λοιπόν μπορεί τούτος ο Προυστ να μου φέρει έναν πνιγμένο λυγμό στο λαιμό μου, με πόση άνεση μπορεί να με οδηγήσει κάπου αλλού μέσα σε λίγες αράδες στο πυκνογραμμένο τούτο βιβλίο; Η συνέχεια επί της οθόνης...

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Το σκοτεινό τρυγόνι


Μόλις προχθές το άκουσα ενώ διάβασα...Οι Νίκος Μαστοράκης, Μανόλης Λιαπάκης και Κώστας Πανταζής (ερασιτέχνες μουσικοί) μελοποίησαν 12 ποιήματα - κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τις ανάγκες της θεατρικής διασκευής του έργου «Φόνισσα» που παρουσιάστηκε το 2003 από τη θεατρική ομάδα του δήμου Ιεράπετρας. Τα 12 αυτά τραγούδια κυκλοφορούν σε ένα cd με τίτλο «Το σκοτεινό τρυγόνι» με τη συμμετοχή γνωστών τραγουδιστών. Σε 3 από αυτά συμμετέχει ο Σωκράτης Μάλαμας, σε 2 ο Ψαραντώνης, σε 2 η Νίκη Τσαΐρέλη και από ένα η Λιζέτα Καλημέρη, η Μαρία Κώττη (τραγουδίστρια των Χαΐνηδων), η Νίκη Ξυλούρη,ο Χαρίλαος Παπαδάκης και ο Μανόλης Λιαπάκης (πηγή www.musiccorner.gr)...

Αμέσως ξεχώρισα το ομώνυμο τραγούδι, που έχω την εντύπωση ότι ταιριάζει πολύ σε αυτό που αισθάνομαι όταν διαβάζω Παπαδιαμάντη...καλή ακρόαση.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Η Ανταρσία των Αγγέλων του Ανατόλ Φρανς

Πρόκειται για ένα βιβλίο που με χιούμορ αντιστρέφει το παραδοσιακά καλό έναντι του παραδοσιακά κακού: ο Ανατόλ Φρανς γεννήθηκε στο Παρίσι στα 1844 και ζει μέχρι τα 1924. Απο νωρίς στράφηκε κατά των "κατεστημένων θεσμών", όπως αυτών της εκκλησίας επηρεασμένος κυρίως από τη Γαλλική Επανάσταση. Ως εκ τούτου το έργο του θεωρήθηκε ανήθικό και γι ' αυτό το όνομά του συμπεριλήφθηκε στη λίστα "απαγορευμένων βιβλίων" που εξέδωσε το Βατικανό στα 1922. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν προκαλεί καμία απολύτως εντύπωση, στον αναγνώστη της Ανταρσίας των Αγγέλων, όπου ο Θεός παρουσιάζεται ως ένα από τα πολλά πνεύματα που απέκτησαν δυναμική από την πίσω πόρτα, που δε δημιούργησε ούτε το ελάχιστο φυλλαράκι ενός δέντρου και που πλέον αντλεί τη δύναμή του από την προσήλωση των πιστών στο πρόσωπό του. Μάλιστα ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε τελικά αυτή τη δύναμη είναι παντελώς ανήθικος: έστειλε τον γιο του να μαρτυρήσει ως εξιλαστήριο θύμα, "ο Ιαχβέ" όπως ο γράφει ο Φρανς "με την πονηριά του λες και ψάρεψε τις ψυχές με δίχτυα. Αλλά δεν κέρδισε τη δόξα που περίμενε. Ο γιος του ήταν εκείνος που δέχτηκε τη λατρεία των ανθρώπων κι έδωσε το όνομά του στην καινούρια θρησκεία. Ο ίδιος παρέμεινε απλώς αγνοημένος". 
Στον αντίποδα "το κακό"(που τελικά δεν είναι για τον Φρανς παρά ένας ύμνος στη ζωή) κάνει την εμφάνισή του πολύ πριν γεννηθεί ο Υιός του Θεού. Ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Διονύσου, ξεσηκώνει τον άνθρωπο με την αχαλίνωτη οινοποσία του και το κέφι του για ζωή, αλλά η γέννηση του Χριστιανισμού σηματοδοτεί τη δική του πτώση. Έτσι κάνει την εμφάνισή του ένας έκπτωτος άγγελος, ο Αρκάδιος, που στην αρχή δειλά παρουσιάζεται ως άυλο πνεύμα στη βιβλιοθήκη της οικογένειας Ντ' Εσπαρβιέ. Ο γέρος βιβλιοθηκάριος Σαριέτ - που ζει και αναπνέει μόνο για τα βιβλία του - βλέπει τα αγαπημένα του έργα να εξαφανίζονται, να αλλάζουν μυστηριωδώς θέσεις ή να πετούν. Ο Αρκάδιος είναι ο υπεύθυνος, που ρουφάει τη γνώση, και η γνώση αυτή είναι που του εμφυσά το μικρόβιο να αλλάξει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων σε ουρανό και γη. Στη γη συναντά και άλλους έκπτωτους, τον Ιστάρ, τη Ζίτα, τον Νεκτάριο , με τους οποίους σχεδιάζει σαν άλλος αναρχικός την επανάσταση. Επιπλέον εμπλέκεται σε πλατωνικές και σαρκικές ερωτικές ιστορίες με τον άνθρωπο, του οποίου ήταν φύλακας άγγελος, και με την ερωμένη του. Υπό αυτή την έννοια οι σχέσεις που αναπτύσσει ο Αρκάδιος πάνω στη γη κινούνται σε δύο επίπεδα: στις σχέσεις που αναπτύσσει με άλλα πνεύματα και στις σχέσεις που αναπτύσσει με τους ανθρώπους. Κατ' επέκτασιν, και η ίδια η επανάσταση των αγγέλων έχει τελικά και πνευματική, και υλική υπόσταση. Γι' αυτό και τα μέσα που κλασικά χρησιμοποιούν οι επαναστάτες είναι οι βόμβες και τα όπλα, η δε ιδέα γύρω από την οποία εξυφαίνεται η επανάσταση από τον συγγραφέα είναι αυτή του αναρχισμού. Το έργο δε γίνεται απολύτως θειστικό - πνευματικό παρά μόνο στο τέλος του, όταν οι έκπτωτοι άγγελοι ανεβαίνουν στον ουρανό για να ζητήσουν τη βοήθεια του δικού τους αρχαγγέλου - του αιώνιου αντιπάλου του Θεού, του γνωστού συκοφάντη - για να εκθρονίσουν τον "Σουλτάνο των ουρανών". Θα αποφύγω εδώ να μιλήσω γι' αυτόν τον αξιοπερίεργο χαρακτήρα, διότι θα αναγκαστώ να προδώσω το τέλος του βιβλίου. Θα επισημάνω ωστόσο, ειδικά γι΄αυτόν, το πόσο διαφορετικός παρουσιάζεται από τη συνήθη εικόνα και αίσθηση που έχουμε, είτε είμαστε θεϊστές είτε όχι. Γενικότερα, το βιβλίο κινείται στα πλαίσια του συμβολισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει πως "το απομακρύνω από το θρησκευτικό του θέμα", η πένα του Φρανς είναι ενδιαφέρουσα, το ύφος του ειρωνικό και πολύ σκωπτικό...ομολογώ δε πως πρόκειται για έναν πολύ διαβασμένο συγγραφέα (κυρίως ως προς τη Φιλοσοφία) τόσο, που επιβάλλεται και ένας διαβασμένος αναγνώστης, παρόλο που τα νοήματά του είναι απλά.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Δράκουλας του Μπραμ Στόουκερ

Αυτό το γνήσιο γκόθικ μυθιστόρημα, κλασικό πια στο είδος του, αξεπέραστο στη σύλληψη της ιδέας, της θεματολογίας και των χαρακτήρων - τολμώ να πω - γέμισε τις νύχτες μου με αγωνία και φόβο. Ένιωσα πάλι το παιδάκι που του διάβαζαν το παραμύθι με την κακιά μάγισσα, που κάθε φορά σκεπαζόταν αφήνοντας μόνο τα μάτια ξεσκέπαστα να εξερευνήσουν το γνώριμο κατά τα άλλα τοπίο της κρεβατοκάμαρας για περίεργες σκιές, ύποπτες κινήσεις και παράξενους ήχους. Το στόρυ είναι γνωστό σε όλους, χιλιοειπωμένο, έχει μεταφερθεί ουκ ολίγες φορές στον κινηματογράφο, επομένως οι εικόνες που έρχονται στο νου του αναγνώστη καθώς διαβάζει είναι λίγο πολύ οι ίδιες για όλους ανάλογα φαντάζομαι με τα βιώματα του καθενός και τα γούστα. Προσωπικά παρασύρομαι πολύ από τη σκηνοθετική ματιά του Φράνσις Φορντ Κόπολα και του δικού του εγχειρήματος με το ομώνυμο έργο τη δεκαετία του '90. 
Σε καμία περίπτωση, νομίζω, δε θα μπορούσα να φέρω στο νου μου την εικόνα του κατά τα άλλα θρυλικού Κρίστοφερ Λη ή άλλων παλαιών ηθοποιών, διότι προσδίδουν μία καλτ απόχρωση που δε συνάδει με την αγωνία που προκαλείται στον αναγνώστη. Αυτό ακριβώς το γεγονός μας οδηγεί στο να εντοπίσουμε στην πένα του Στόουκερ μια θαυμάσια απλότητα που καθιστά τα γεγονότα που εξιστορεί "απολύτως φυσιολογικά".  Η απλότητα αυτή είναι ιδιαίτερα αισθητή τόσο στο λόγο του εκάστοτε πρωταγωνιστή (κυριώς σε αυτόν του Βαν Χέλσινγκ) όσο και στην τεχνική αφήγησης που έχει επιλέξει ο συγγραφέας.
Χρησιμοποιεί δηλαδή την τεχνική του ημερολογίου για όλους τους ήρωες. Έτσι, πρώτον, η ιστορία ξετυλίγεται από πολλές οπτικές γωνίες, σαν τα κομμάτια ενός παζλ που σχηματίζει την εικόνα που προβάλλει αργά και σταδιακά και, δεύτερον, φωτίζει με ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο τα ήθη των πρωταγωνιστών, αφού αναγκάζεται κάθε φορά να αλλάζει ύφος. Ο μόνος που περιγράφεται φυσικά από τους υπόλοιπους και δεν διαγράφεται καμία πτυχή του χαρακτήρα του από τον ίδιο είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ο κόμης Δράκουλας. Με αυτόν τον τρόπο ο  Στόουκερ πετυχαίνει το συνδυασμό της απλότητας και του απόκοσμου στοιχείου, που τελικά η σύνθεση αυτών των δύο χαρακτηριστικών δημιουργούν και την ένταση ή τον φόβο στη ψυχή του αναγνώστη. Προτείνω, επομένως, ανεπιφύλακτα τούτο το άλλοτε ευπώλητο ανάγνωσμα όχι μόνο γιατί είναι πια κλασικό, αλλά κυρίως γιατί διαθέτει δεκάδες θετικά στοιχεία που το έσωσαν στο χρόνο, το διέδωσαν από γενιά σε γενιά και το κατέστησαν μοναδικό στο είδος του εκατό και πλέον χρόνια.