Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Παρακαταθήκη Αναμνήσεων

Painting by Julia Schuster


 
Τα χειμωνιάτικα απογεύματα
οι τύχες διασταυρώνονται στο λερωμένο
πεζοδρόμιο της πόλης.
Φώτα, φωνές και μουσικές
ένα φάλτσο βουητό,
με ένα νόημα κρυφό
που μόνο ο άνθρωπος που ξαποσταίνει
καταλαβαίνει,
τεντώνοντας τα πόδια
με τις παλάμες ανάμεσα στους μηρούς,
γεμίζοντας με κόμπους και αίμα τα χέρια από το
σκληρό μολύβι.
Οι λέξεις χαράσσονται στην άσφαλτο,
στις πέτρες και τα ψιλά χαλίκια,
στις πλατείες και στις ασώματες μαρμάρινες κεφαλές,
στους τοίχους πίσω από την
αιμόφυρτη καρδιά,
στους φράχτες που φυλάκισαν τους αθώους,
στους χαμηλούς θάμνους της νησίδας
των λεωφόρων,
στο εικονοστάσι που έστησε η μητέρα
κι ύστερα κρυφά ξεπούλησε τη ψυχή της στο διάβολο,
δίκαιη ανταλλαγή για δυο κουβέντες στο αυτί
και ένα φιλί στο μάγουλο.
Έτσι κάθισα και εγώ να ξαποστάσω,
και βγήκες μέσα από το βουητό
ένας τυχαίος περαστικός,
ωραίος σαν τη θλίψη,
τύχη που συναπάντησα
με άδολο ενθουσιασμό
να φυλακίσω το διάβα σου στο αιώνιο·
να ερωτεύομαι τη θύμησή σου σαν σε διαβάζω
τυχαία στη σκονισμένη χαρτούρα
που θα κρατώ με χέρια τρεμάμενα
μπροστά στα γερασμένα μου μάτια.

Θ.


Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Ο ξενιτεμός

(στη φίλη που αγαπούσε τα ποιήματα
πριν από την ανακάλυψή τους)

Χιλιάδες μίλια μακριά
μπορείς να είσαι
ό,τι δεν μπόρεσες,
ό,τι δεν σε άφησε
να αναγεννηθείς μέσα απ’ τις στάχτες
που μάζεψαν όπως-όπως
με σκούπα και φαράσι
όσοι σου χρέωσαν
άωρη ψυχή
μπροστά στην απαίτηση
της στυγνής και αλύπητης
ενηλικίωσης.

Θ.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Στον ανώνυμο ποιητή


Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω,
αν έχεις χείλια κόκκινα,
κεράσια και διαμάντια,
μάτια του κάμπου χειμωνιά
χρυσά του θέρους στάχυα
το θαλασσί της θάλασσας
το χρώμα της αγάπης,
αν έχεις γενναιότητα,
ή λούφαξες στην πίκρα,
αν ειν’ τα χέρια σου τραχιά
στο γράσο και στ’ αμόνι
ή είναι ατσαλάκωτα τα
πορφυρά σου κάλλη.

Δεν ησυχάζω μάτια μου
που τίποτε δεν ξέρω
αν οι φωτιές σου κάψανε
όλο το λογικό σου,
αν στην αλμύρα πνίγηκες
βουτώντας διψασμένος,
αυτούς που σε γεννήσανε
και εκείνους που σ' αφήσαν,
τον έναν που σε αμάρτησε
στον θαυμασμό της νιότης.

Ξέρω ότι στους εύσχημους
του νου σου τους διαδρόμους
βήτα και ρο τα φώλιασες
στους κέδρους και στις θούγιες
φίλησες νεραϊδόχειλα,
μάδισες μαργαρίτες
και στις ωραίες μουσικές
που άκουσα με τ’ αυτιά μου
μου ‘δωσες τη γαλήνη μου
να λέω πως γνωρίζω
τι είσαι τουλάχιστον εκεί
βαθιά μες την ψυχή σου.

Θ. Σ. Ρ. Δ.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Η ζωή μετά

                        Το κρύο διαπερνά τα ρούχα
και τις επτά στρώσεις από τα κουφάρια που
βράζουν το σκληραγωγημένο θυμικό της νιότης.

Τα δάχτυλα εξέχουν
από το κομμένο συνθετικό ύφασμα που
ηλεκτρίζεται πάνω στο άλλο χέρι. Μόνο
οι λεπτές ίνες στανικά προς ανοδική
 <μάταιη> πορεία και η σιωπή.

Ο περίπατος μάς στοιχίζει
μιαν ώρα. Ώρα για τη φρέσκια πνοή που βροντοφωνάζει
τον έρωτα στις γωνίες, στα σκοτεινά πλακόστρωτα,
στα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών με τα
σουβενίρ, των μουσείων με τα κιλίμια και τα πλεκτά.

Το ψιλό χιόνι
ξάπλωσε απαλά στις τούφες
καθώς κοιτάξαμε γιατί νιώσαμε το ίδιο,
ανήμποροι ν’ αντισταθούμε στη στιγμή
που αλαλιάζει τα μυαλά και τις καρδιές
όταν το βέλος ολόχρυσο στοχεύει.

Πριν μας καρφώσει,
μόνη λύση η ζεστασιά. Με τα πόδια
σταυρωμένα, ανήσυχα στις ρυθμικές παλινδρομήσεις,
παίρνω το χαρτί στα χέρια, τα δάχτυλα λησμονούν
το ψεύτικο ύφασμα, η βούληση τα
ορμηνεύει να ανοίξουν τους φθόγγους
που ήχησαν στο νου όλο νοήματα και πειρασμούς.

Το ναι δεν είναι παρά
το τέλος του άλλοτε διατρανωμένου εγώ,
όλα, αποφάσεις και διαστάσεις, συναποφάσεις
και μηδέν, εγγίζονται επτά συν επτά στρώσεις,
νυστέρι δεν μπαίνει τόσο βαθιά.

Τίποτε άλλο ο έρωτας παρά ένας μεγάλος μπελάς.

Θ.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Το παντούμ της τελευταίας ελπίδας

Τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία
απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
γραμμένη σε νότες φριχτή συμφωνία
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή

Απρόσμενη μοίρα θανάτου μορφή
κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
γυρεύουν σωτήρα την ίδια στιγμή
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή

Κοιτάς τα όνειρά σου, σπασμένο γυαλί
αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
στ’ αστύλωτα κάστρα σε άδεια ακτή
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί

Αγέννητου βρέφους το κλάμα απορεί
πώς βρήκες να χτίσεις μια νέα θρησκεία
που αγάπη αβασίλευτη στη λύπη θωρεί
τα χέρια σου γράφουν μιαν άλλη ιστορία.



Θ.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Ερωτικός λόγος, ο ομφαλός του κόσμου


Στο δωμάτιο με τη δίφυλλη πόρτα
η μορφή σου ξεπροβάλλει,
η απρόσιτη αύρα,
τα μάτια του απύθμενου μαύρου,
το ψέλλισμα του κάτι που αιωρείται
<κανείς δεν κατάλαβε τι είπες>
Πόσο σ’ αγάπησα,
όπως η κάμπια τη μεταμόρφωσή της
στην εφήμερη όλο χρώμα ζωή της,
τόσο άπειρα
σε μια στιγμή στον αιώνιο χρόνο.
Άνοιξα μια μαύρη τρύπα στο σύμπαν
και έκρυψα μέσα την καρδιά μου,
αποζητώντας ταξιδευτής να γίνεις,
να πιέσεις με το μεγάλο σου δάχτυλο
τον παλμό μου
μέχρι να ματώσει.
Δεν είναι από δεύτερο χέρι η αλήθεια μου,
δεν είναι σύννεφο ανοιξιάτικο
μπροστά από το ξαπλωμένο φεγγάρι.
Είναι δική σου η αλήθεια μου,
τόσο δρόμο έκαμες για να τη δεις,
εξαϋλώθηκε η τύχη σου
πάνω στ’ απομεινάρια του έρωτα,
για να τη συναντήσεις.
Τι περιμένεις λοιπόν;
Ας ζήσουμε μαζί στον αιώνιο κόσμο,
αστέρια όπως σώματα που δε σβήσανε ποτέ,
παρά μόνο μετά από δέκα εκατομμύρια χρόνια,
σε μιαν επέτειο συμπαντική από χρυσάφι,
ας ξαναγεννηθούμε νέοι,
σκληροί και αλαζόνες,
πίσω από τη δίφυλλη πόρτα
να συναντηθούμε,
κάτι να ψελλίσεις και κανείς να μην καταλάβει.
Να σ’ αγαπήσω ξανά από την αρχή.

Θ.